Της Νίνας Κουλετάκη
Εισαγωγή
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, δύο εγκλήματα συγκλονίζουν την παγκόσμια κοινή γνώμη. Το πρώτο ήταν η απαγωγή και η δολοφονία του Charles Augustus Lindbergh Jr. στο New Jersey των Η.Π.Α. τον Μάρτιο του 1932 (μπορείτε να διαβάσετε την υπόθεση στο «Έγκλημα και Τιμωρία», σε πέντε μέρη: 1, 2, 3, 4, 5) και το δεύτερο η δολοφονία των γυναικών της οικογένειας Lancelin στο Le Mans της Γαλλίας –σχεδόν έναν χρόνο αργότερα- τον Φεβρουάριο του 1933.
Η υπόθεση των Αδελφών Papin αποτελεί την «χαρά» του ερευνητή. Υπάρχει διαθέσιμη πληθώρα πηγών, τόσο πρωτογενούς υλικού (αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελοι, δημοσιεύματα σύγχρονου τύπου) όσο και μεταγενέστερων πηγών, όπως βιβλία δημοσιογραφικού, λογοτεχνικού και επιστημονικού περιεχομένου αλλά και ταινίες και ντοκυμαντέρ. Και ενώ στην ιστορία του εγκλήματος έχουν καταγραφεί πολύ αγριότερες δολοφονίες, η υπόθεση Papin επηρέασε όσο λίγες την κοινωνία κι εξακολουθεί να είναι σημείο αναφοράς μέχρι σήμερα. Θεωρείται το γαλλικό «έγκλημα του αιώνα» -όπως η απαγωγή του μικρού Lindberg για την Αμερική- και παραμένει το πιο βίαιο, εν καιρώ ειρήνης, έγκλημα από γυναίκες εναντίον γυναικών.

Η Christine και η Léa Papin, στην Πρώτη Κοινωνία τους
Παιδική ηλικία – Η αρχή των πάντων
Η Clémence Derée, εξωτερική οικιακή βοηθός σε πλούσια αστικά σπίτια στο Le Mans στη Γαλλία, γνώρισε κι ερωτεύτηκε τον Gustave Papin, τον οποίο παντρεύτηκε, το 1901, με την ελπίδα ότι μαζί θα έφτιαχναν μιαν ευτυχισμένη οικογένεια κι ένα χαρούμενο σπιτικό, όπου θα αφιέρωνε όλη της την φροντίδα, χωρίς να χρειάζεται, πια, να δουλεύει στα ξένα νοικοκυριά. Ως προς την οικογένεια, απέκτησαν τρεις κόρες: την πρωτότοκη Emilia που γεννήθηκε το 1902, την Christine το 1905 και την Léa, το στερνοπούλι της οικογένειας, γεννημένη το 1911. Σχεδόν αμέσως μετά την γέννησή της και χωρίς κανέναν προφανή λόγο, η ανατροφή της Léa γίνεται υπόθεση της θείας της, αδελφής του πατέρα της, η οποία αναλαμβάνει το μωρό, ενώ τα δύο μεγαλύτερα κορίτσια της οικογένειας παραμένουν με τους γονείς.
Η συμβίωση με τον Gustave απείχε πολύ από αυτό που είχε ονειρευτεί η Clémence: φτώχεια, εξαθλίωση, εκείνη να εξακολουθεί να δουλεύει στα σπίτια για πεντεροδεκάρες και επιπλέον να πρέπει να αντιμετωπίζει καθημερινά έναν σύζυγο βίαιο και μέθυσο που κάθε άλλο παρά φροντίζει την οικογένειά τους. Το ζευγάρι θα χωρίσει το 1913, όταν ο Gustave μεθυσμένος θα βιάσει την πρωτότοκη κόρη τους Emilia, ηλικίας τότε μόλις 11 ετών. Τόσο η Emilia όσο και η Christine θα σταλούν εσώκλειστες σ’ ένα αυστηρό θρησκευτικό ίδρυμα της περιοχής, το «Le Bon Pasteur», το οποίο είναι περισσότερο αναμορφωτήριο απ’ ότι ορφανοτροφείο, ενώ η Léa θα επιστρέψει σπίτι και θα μεγαλώσει με την μητέρα της.
Τα δύο κορίτσια θα περάσουν αρκετά χρόνια εκεί, μέχρι την στιγμή που η Emilia θα πάρει τους όρκους της μοναχής. Η Christine εκδηλώνει την επιθυμία της να ακολουθήσει κι αυτή τον μοναχισμό, αλλά η Clémence είναι ανένδοτη. Η ζωή της μοναχής ήταν σχεδόν επιβεβλημένη για την Emilia, καθώς είχε τόσο βάναυσα κακοποιηθεί από τον πατέρα της, αλλά η Christine και η Léa θα έμπαιναν σε κάποιο σπίτι, ως υπηρέτριες, όπως εξάλλου έκανε και η ίδια.
Ο κόσμος της Christine καταρρέει. Δεν είναι μόνο η απώλεια της αγαπημένης της αδελφής Emilia, αλλά και η σκληρότητα της μητέρας της που δεν αναγνωρίζει για εκείνη κανένα άλλο μέλλον από αυτό της υπηρέτριας. Η Christine στρέφει όλη της την αγάπη και το ενδιαφέρον στην μικρότερη και άβουλη Léa, προσπαθώντας να την αποτραβήξει από την επιρροή της μητέρας τους και να την κάνει σύμμαχό της εναντίον της. Η Léa καταλήγει να γίνει ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο συνδέεται η Christine, η οποία αναπτύσσει μια διαρκώς αυξανόμενη κτητικότητα απέναντι στην αδελφή της, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαρρήξει τον όποιο δεσμό της τελευταίας με την μητέρα τους, η οποία καταλήγει να εκπροσωπεί για την Christine ό,τι πιο μισητό πάνω στη γη.

Η οικία Lancelin to 1933 (επάνω) και όπως είναι σήμερα
Στο σπίτι των Lancelin
Οι δυο αδελφές αρχίζουν να εργάζονται ως υπηρέτριες σε διάφορα σπίτια. Καθώς, όμως, δεν ήταν πάντα εφικτό να δουλεύουν μαζί –κάτι που επιθυμούσε διακαώς και επεδίωκε η Christine- αποφασίζουν να μπουν εσωτερικές στο σπίτι του κ. René Lancelin, συνταξιούχου δικηγόρου, στη οδό Bruyère στο Le Mans, ο οποίος ζει με την οικογένειά του: την σύζυγό του Léonie και την ενήλικη κόρη τους Geneviève. Ήταν το 1926: η Christine ήταν 21 ετών και η Léa μόλις 15.
Πρώτη έπιασε δουλειά η Christine, ως μαγείρισσα. Δυο μήνες αργότερα κατάφερε να προσληφθεί και η αδελφή της, ως καμαριέρα της οικογένειας, στην θέση της προηγούμενης που είχε αποχωρήσει. Οι δύο αδελφές περιγράφονται ως ήσυχες, εσωστρεφείς κοπέλες, προσεκτικές και αποτελεσματικές στην δουλειά τους, χωρίς φίλους και επαφές εκτός σπιτιού. Τα πρώτα χρόνια τις επισκέπτεται η μητέρα τους, μέχρι που η Christine αποφασίζει να διακόψει κάθε επαφή «με αυτήν την γυναίκα», όπως την αποκαλεί. Η Léa, ως συνήθως, συμφωνεί με την μεγαλύτερη αδελφή της και υποτάσσεται στην θέλησή της. Την φιγούρα της μητέρας φαίνεται ότι έρχεται να αντικαταστήσει αυτή της κ. Lancelin, την οποία τα κορίτσια αποκαλούν «μαμά», όταν μιλούν για εκείνη μεταξύ τους.



Της Ειρήνης – Έλλης Μπούτσικα
Παρόλα αυτά όμως η τριάδα Mcdonald συνέχισε να είναι δημοφιλής και να συζητείται συχνά στους εγκληματολογικούς κύκλους. Ρόλο σε αυτό ίσως να έπαιξε και η έκδοση του βιβλίου «Sexual Homicide: Patterns and Motives» των τότε νεόκοπων profilers του FBI, 
Πέρα από όλα αυτά όμως, χρήσιμο θα ήταν να σημειωθεί το εξής. Η Εγκληματολογία και εν γένει οι κλάδοι των επιστημών που ασχολούνται με την μελέτη των εγκληματικών φαινομένων, είναι σχετικά νέες σε ηλικία. Το έγκλημα δε, ως κάτι που σχετίζεται με τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης, είναι πάντα κάτι που κουβαλάει στις πλάτες του τεράστιες προκαταλήψεις που έχουν παγιωθεί μέσα μας ανά τους αιώνες, είναι κάτι που οι απαγορεύσεις που το οριοθετούν συχνά καταδικάζουν σημαντικές πτυχές του στο να μην βγαίνουν ποτέ στο φως και που το σχετίζουν με φόβους τόσο θεμελιακούς, που φθάνουν μέχρι τα βάθη της ίδιας μας της ύπαρξης. Παρά την προσπάθεια λοιπόν που γίνεται από τους εκάστοτε ερευνητές για συστηματοποίηση των επιστημονικών ευρημάτων, για τη διατύπωση γενικά αποδεκτών ορισμών και κανόνων που θα επαληθεύονται σε μεγάλο ποσοστό στην πράξη, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως είναι τέτοια η φύση του αντικειμένου μελέτης που οι επιστήμονες σε μεγάλο βαθμό θα είναι πιθανότατα αναγκασμένοι για πολλά χρόνια ακόμα να κινούνται σε γκρίζες ζώνες, μακριά από απολυτότητες και πάντοτε προετοιμασμένοι για εξαιρέσεις που καμιά φορά μπορεί να μην τους επαληθεύσουν τον κανόνα αλλά ακόμα και να τους τον ανατρέψουν ολοσχερώς.
Της Ειρήνης – Έλλης Μπούτσικα

Το beramok θεωρείται η πιο συνήθης σε εμφάνιση από τις δύο μορφές. Συνδέεται με τα βαρείας μορφής καταθλιπτικά επεισόδια και εν γένει με τις Διαταραχές της Διάθεσης (ή Συναισθηματικές Διαταραχές) και σχετίζεται με τη λύπη και την κατάθλιψη που προκαλείται στο άτομο έπειτα από μία σημαντική απώλεια και τη μετέπειτα αυτής θρηνητική διαδικασία. Μια απώλεια που μπορεί να αφορά το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, την απόλυση από μία σταθερή δουλειά, το χάσιμο χρηματικού ποσού, που έχει δηλαδή μια ευρύτερη έννοια.
Στην προκείμενη περίπτωση λοιπόν, λαμβάνοντας υπ’ όψη το ιατρικό ιστορικό του μπορούμε να υποθέσουμε πως ο Θανάσης Αρβανίτης τέλεσε όλες αυτές τις πρωτοφανείς βίαιες πράξεις ευρισκόμενος πράγματι σε κατάσταση της δεύτερης μορφής, δηλαδή του Αμόκ (amok), ενδεχομένως έχοντας καταληφθεί από ανεξέλεγκτη οργή κατά της γυναίκας του και του περίγυρού του. Ασφαλή συμπεράσματα φυσικά δεν μπορούν να εξαχθούν και διάγνωση δεν μπορεί να γίνει εξ’ αποστάσεως και μόνο με ενημέρωση για τα πραγματικά περιστατικά μέσα από τα ΜΜΕ. Καλύτερη απάντηση για την ψυχική κατάσταση του 31χρονου δράστη θα μπορούσε να δώσει ένας ψυχίατρος- ψυχαναλυτής, έπειτα από ενδελεχή εξέταση του πάσχοντος ατόμου.

Στην προσωπική τους ζωή κατοικούσαν σε γειτονικά διαμερίσματα στο ίδιο κτήριο πολυτελών κατοικιών στο Manhattan, στο διάσημο Sutton Place, ο Stewart με την, επί σειρά ετών, φιλενάδα του και ο Cyril με την σύζυγό του και τις δύο τους κόρες. Φαίνεται ότι τα προβλήματα στην ζωή των αδελφών αρχίζουν από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60, οπότε ο Cyril παίρνει διαζύγιο και μετακομίζει στο διαμέρισμα του αδελφού του, ο οποίος επίσης χωρίζει από την φίλη του και την διώχνει από το σπίτι. Οι δίδυμοι Marcus είναι και πάλι μαζί.
Τέλη Μαΐου του 1975, τα δύο αδέλφια θα κατηγορηθούν για αντιεπαγγελματική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά. Είναι ήδη πολύς καιρός που η διοίκηση του νοσοκομείου κάνει τα στραβά μάτια στην αψυχολόγητη συμπεριφορά των δύο αδελφών, τις εξετάσεις που διενεργούν σε ασθενείς με εμφανή την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών, τις χειρουργικές επεμβάσεις με τρεμάμενα χέρια. Κι αν μπορεί να παραβλέψει την καθυστέρηση ή την μη εμφάνιση στις βάρδιες τους, σίγουρα δεν μπορεί να αγνοήσει τις καταγγελίες του νοσηλευτικού προσωπικού και των ασθενών για παραβλέψεις και αμέλειες που γίνονταν επικίνδυνες για την ζωή ανθρώπων.
Τον Ιούνιο του 1975 η διεύθυνση του νοσοκομείου θα ανακοινώσει στους αδελφούς Marcus ότι δεν προτίθεται να ανανεώσει την σύμβασή τους και ότι η συνεργασία τους με το συγκεκριμένο νοσοκομείο θα εκπνεύσει τον Ιούλιο του ιδίου έτους. Μετά από 15 χρόνια λαμπρής καριέρας –και εξαιτίας αυτής- τους δίνεται η δυνατότητα να εφεσιβάλουν την απόφαση της διεύθυνσης του νοσοκομείου, ενώπιων του Διοικητικού του Συμβουλίου. Την ημερομηνία της εξέτασης της έφεσης, οι αδελφοί Marcus δεν θα εμφανιστούν. Είναι ήδη νεκροί, μόνο που δεν το γνωρίζει κανείς ακόμη.
Η περίπτωση των αδελφών Marcus έριξε φως σε ένα θέμα ταμπού: την ανικανότητα ιατρών να εξασκήσουν με ασφάλεια και επάρκεια τα καθήκοντά τους, λόγω ψυχιατρικών διαταρραχών, αλκοολισμού και εξάρτησης από ναρκωτικά. Ήδη από το 1973 η Ιατρική Ομοσπονδία είχε εκδώσει μια σχετική μελέτη, δεν ήταν όμως παρά με την δημοσιοποίηση της υπόθεσης Marcus που το πρόβλημα αναγνωρίστηκε σε όλη του την έκταση και δόθηκε ο ορισμός του «βλαπτικού ιατρού». Βλαπτικός θεωρείται ο ιατρός που «δεν είναι σε θέση να εξασκεί την ιατρική με εύλογη ικανότητα και ασφάλεια για τους ασθενείς του, λόγω πνευματικής του ασθένειας ή υπερβολικής χρήσης ή κατάχρησης ουσιών, συμπεριλαμβανομένου και του αλκοόλ». Η παραδοχή της ύπαρξης τέτοιων ιατρών οδήγησε στην δημιουργία ειδικών προγραμμάτων με σκοπό την παροχή βοήθειας προς τους συγκεκριμένους ιατρούς αλλά και την προστασία του κοινού από αυτούς.
Πηγές
…κι ευτυχισμένη η νέα χρονιά!!!

Oι υποψίες συγκεντρώθηκαν στο πρόσωπο του 
Στις 6 του ιδίου μήνα ένα ντόπιο μέντιουμ, γνωστό με τα ονόματα 

Ο Johnny δεν υπέγραψε ποτέ την «ομολογία» του.
O Quackenbush, επανεξέτασε σε βάθος την υπόθεση, μίλησε με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταδίκη του Garrett ήταν μια δικαστική πλάνη και το όνομά του θα έπρεπε να αποκατασταθεί, έστω και μετά θάνατον. Όλες του οι προσπάθειες αυτές καταγράφηκαν στο ντοκυμαντέρ The Last Word (H Tελευταία Λέξη). Σ’αυτό το ντοκυμαντέρ βασίστηκε και η ταινία τρόμου του 2016 Johnny Frank Garrett’s Last Word, σε σκηνοθεσία του




Περπάτησε στον διάδρομο μέχρι να συναντήσει μια ανοιχτή πόρτα. Η πρώτη που συνάντησε ήταν αυτή του κελιού της 76χρονης Αδελφής 




Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Μεταφέρθηκε στην Πτέρυγα των Μελλοθανάτων της φυλακής του Huntsville του Texas. Εκεί, φύλακες και συγκρατούμενοι τον άκουγαν συχνά να συνομιλεί με φανταστικά πρόσωπα μεγαλοφώνως, «συζητήσεις» που, πολλές φορές, διαρκούσαν ολόκληρα μερόνυχτα. Αν και οι δεσμοφύλακες στο Huntsville ήταν συνηθισμένοι σε διαταραγμένους κρατούμενους, ομολογούσαν ότι ο Garrett ήταν ο «πιο τρελός από όλους». Η γιατρός
Ο ψυχίατρος της φυλακής διέγνωσε πως ο νέος ήταν σχιζοφρενής. Του έγραψε ισχυρότατη αντιψυχωσική φαρμακευτική αγωγή η οποία, όμως, δεν κατόρθωσε να κάνει τις φωνές στο κεφάλι του να σιωπήσουν.


Όταν τον έδεσαν στο φορείο o Johnny είπε: «ευχαριστώ τους φίλους μου που έκαναν τα πάντα για να αποφευχθεί όλο αυτό… τον πνευματικό μου που με βοήθησε να το αντέξω. Θέλω να ευχαριστήσω την οικογένειά μου για την αγάπη της. Ο υπόλοιπος κόσμος μπορεί να πάει να γαμηθεί».

















ΑΥΤΟΠΤΕΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ