Υπόθεση Christine και Léa Papin – 1

•28/01/2017 • 2 σχόλια

16250298944_9592a78b60_cΤης Νίνας Κουλετάκη

Εισαγωγή

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, δύο εγκλήματα συγκλονίζουν την παγκόσμια κοινή γνώμη.  Το πρώτο ήταν η απαγωγή και η δολοφονία του Charles Augustus Lindbergh Jr. στο New Jersey των Η.Π.Α. τον Μάρτιο του 1932 (μπορείτε να διαβάσετε την υπόθεση στο «Έγκλημα και Τιμωρία», σε πέντε μέρη: 1, 2, 3, 4, 5) και το δεύτερο η δολοφονία των γυναικών της οικογένειας Lancelin στο Le Mans της Γαλλίας –σχεδόν έναν χρόνο αργότερα- τον Φεβρουάριο του 1933.

Η υπόθεση των Αδελφών Papin αποτελεί την «χαρά» του ερευνητή.  Υπάρχει διαθέσιμη πληθώρα πηγών, τόσο πρωτογενούς υλικού (αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελοι, δημοσιεύματα σύγχρονου τύπου) όσο και μεταγενέστερων πηγών, όπως βιβλία δημοσιογραφικού, λογοτεχνικού και επιστημονικού περιεχομένου αλλά και ταινίες και ντοκυμαντέρ.  Και ενώ στην ιστορία του εγκλήματος έχουν καταγραφεί πολύ αγριότερες δολοφονίες, η υπόθεση Papin επηρέασε όσο λίγες την κοινωνία κι εξακολουθεί να είναι σημείο αναφοράς μέχρι σήμερα.  Θεωρείται το γαλλικό «έγκλημα του αιώνα» -όπως η απαγωγή του μικρού Lindberg για την Αμερική-  και παραμένει το πιο βίαιο, εν καιρώ ειρήνης, έγκλημα από γυναίκες εναντίον γυναικών.

Η Christine και η Léa Papin, στην Πρώτη Κοινωνία τους

Η Christine και η Léa Papin, στην Πρώτη Κοινωνία τους

Παιδική ηλικία – Η αρχή των πάντων

Η Clémence Derée, εξωτερική οικιακή βοηθός σε πλούσια αστικά σπίτια στο Le Mans στη Γαλλία, γνώρισε κι ερωτεύτηκε τον Gustave Papin, τον οποίο παντρεύτηκε, το 1901, με την ελπίδα ότι μαζί θα έφτιαχναν μιαν ευτυχισμένη οικογένεια κι ένα χαρούμενο σπιτικό, όπου θα αφιέρωνε όλη της την φροντίδα, χωρίς να χρειάζεται, πια, να δουλεύει στα ξένα νοικοκυριά.  Ως προς την οικογένεια, απέκτησαν τρεις κόρες: την πρωτότοκη Emilia που γεννήθηκε το 1902, την Christine το 1905 και την Léa, το στερνοπούλι της οικογένειας, γεννημένη το 1911. Σχεδόν αμέσως μετά την γέννησή της και χωρίς κανέναν προφανή λόγο, η ανατροφή της Léa γίνεται υπόθεση της θείας της, αδελφής του πατέρα της, η οποία αναλαμβάνει το μωρό, ενώ τα δύο μεγαλύτερα κορίτσια της οικογένειας παραμένουν με τους γονείς.

Η συμβίωση με τον Gustave απείχε πολύ από αυτό που είχε ονειρευτεί η Clémence: φτώχεια, εξαθλίωση, εκείνη να εξακολουθεί να δουλεύει στα σπίτια για πεντεροδεκάρες και επιπλέον να πρέπει να αντιμετωπίζει καθημερινά έναν σύζυγο βίαιο και μέθυσο που κάθε άλλο παρά φροντίζει την οικογένειά τους.  Το ζευγάρι θα χωρίσει το 1913, όταν ο Gustave μεθυσμένος θα βιάσει την πρωτότοκη κόρη τους Emilia, ηλικίας τότε μόλις 11 ετών.  Τόσο η Emilia όσο και η Christine θα σταλούν εσώκλειστες σ’ ένα αυστηρό θρησκευτικό ίδρυμα της περιοχής, το «Le Bon Pasteur», το οποίο είναι περισσότερο αναμορφωτήριο απ’ ότι ορφανοτροφείο, ενώ η Léa θα επιστρέψει σπίτι και θα μεγαλώσει με την μητέρα της.

8675337534_f46585ca82Τα δύο κορίτσια θα περάσουν αρκετά χρόνια εκεί, μέχρι την στιγμή που η Emilia θα πάρει τους όρκους της μοναχής.  Η Christine εκδηλώνει την επιθυμία της να ακολουθήσει κι αυτή τον μοναχισμό, αλλά η  Clémence είναι ανένδοτη.  Η ζωή της μοναχής ήταν σχεδόν επιβεβλημένη για την Emilia, καθώς είχε τόσο βάναυσα κακοποιηθεί από τον πατέρα της, αλλά η Christine και η Léa  θα έμπαιναν σε κάποιο σπίτι, ως υπηρέτριες, όπως εξάλλου έκανε και η ίδια.

Ο κόσμος της Christine καταρρέει.  Δεν είναι μόνο η απώλεια της αγαπημένης της αδελφής Emilia, αλλά και η σκληρότητα της μητέρας της που δεν αναγνωρίζει για εκείνη κανένα άλλο μέλλον από αυτό της υπηρέτριας.  Η Christine στρέφει όλη της την αγάπη και το ενδιαφέρον στην μικρότερη και άβουλη Léa, προσπαθώντας να την αποτραβήξει από την επιρροή της μητέρας τους και να την κάνει σύμμαχό της εναντίον της.  Η Léa καταλήγει να γίνει ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο συνδέεται η Christine, η οποία αναπτύσσει μια διαρκώς αυξανόμενη κτητικότητα απέναντι στην αδελφή της, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαρρήξει τον όποιο δεσμό της τελευταίας με την μητέρα τους, η οποία καταλήγει να εκπροσωπεί για την Christine ό,τι πιο μισητό πάνω στη γη.

Η οικία Lancelin to 1933 (επάνω) και όπως είναι σήμερα

Η οικία Lancelin to 1933 (επάνω) και όπως είναι σήμερα

Στο σπίτι των Lancelin

Οι δυο αδελφές αρχίζουν να εργάζονται ως υπηρέτριες σε διάφορα σπίτια.  Καθώς, όμως, δεν ήταν πάντα εφικτό να δουλεύουν μαζί –κάτι που επιθυμούσε διακαώς και επεδίωκε η Christine- αποφασίζουν να μπουν εσωτερικές στο σπίτι του κ. René Lancelin, συνταξιούχου δικηγόρου, στη οδό Bruyère στο Le Mans, ο οποίος ζει με την οικογένειά του: την σύζυγό του Léonie και την ενήλικη κόρη τους Geneviève. Ήταν το 1926: η Christine ήταν 21 ετών και η Léa μόλις 15.

Πρώτη έπιασε δουλειά η Christine, ως μαγείρισσα.  Δυο μήνες αργότερα κατάφερε να προσληφθεί και η αδελφή της, ως καμαριέρα της οικογένειας, στην θέση της προηγούμενης που είχε αποχωρήσει. Οι δύο αδελφές περιγράφονται ως ήσυχες, εσωστρεφείς κοπέλες, προσεκτικές και αποτελεσματικές στην δουλειά τους, χωρίς φίλους και επαφές εκτός σπιτιού.  Τα πρώτα χρόνια τις επισκέπτεται η μητέρα τους, μέχρι που η Christine αποφασίζει να διακόψει κάθε επαφή «με αυτήν την γυναίκα», όπως την αποκαλεί.  Η Léa, ως συνήθως, συμφωνεί με την μεγαλύτερη αδελφή της και υποτάσσεται στην θέλησή της.  Την φιγούρα της μητέρας φαίνεται ότι έρχεται να αντικαταστήσει αυτή της κ. Lancelin, την οποία τα κορίτσια αποκαλούν «μαμά», όταν μιλούν για εκείνη μεταξύ τους.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Στην κοινωνία της δεκαετίας του ’30, οι εργοδότες αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση το υπηρετικό τους προσωπικό.  Το κατηγοριοποιούν, ανάλογα με τις συνήθειες ή τα ελαττώματά του: υπηρέτες που καπνίζουν, πίνουν, κλέβουν κ.λ.π.  Οι περισσότεροι δεν εμπιστεύονται τους υπηρέτες τους, κυρίως τις καμαριέρες, με τις οποίες η επαφή ήταν πιο άμεση και προσωπική.  Η Christine, κατά την διάρκεια της θητείας της στα διάφορα σπίτια, είχε συναντήσει αφεντικίνες που μετρούσαν τα φρούτα, μην τυχόν φάει κάποιο, ή την παρακολουθούσαν την ώρα που βουτύρωνε το ψωμί τους, για να μην κλέψει καμιά φέτα για τον εαυτό της.

Οι αδελφές βιώνουν την πραγματικότητα κάθε υπηρέτη και υπηρέτριας της εποχής: σκληρές συνθήκες εργασίας με δυσανάλογα μικρές αμοιβές –τις περισσότερες φορές ένα κρεββάτι κι ένα πιάτο φαγητό-, σχεδόν ολοήμερη απασχόληση με ελάχιστο ελεύθερο, προσωπικό χρόνο, βαρειές τιμωρίες για οπουδήποτε είδους παράπτωμα –αρκεί το αφεντικό να το θεωρήσει τέτοιο.  Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την δυσαρέσκεια της Christine γι αυτήν της την τύχη και σε αντίθεση με όσα εκείνη επιθυμούσε για τη ζωή της, ένας προσεκτικός και υποψιασμένος παρατηρητής θα περίμενε την έκρηξη, σίγουρα όμως όχι με τόση σφοδρότητα.

Βρισκόμαστε στο 1933.  Οι αδελφές Papin εργάζονται ήδη έξι χρόνια στο σπίτι των Lancelin, χωρίς τίποτα να προϊδεάζει για όσα φρικτά θα ακολουθήσουν, εκτός ίσως από την δυσαρέσκεια της Christine σε οποιαδήποτε παρατήρηση ή υπόδειξη της κυρίας ή της δεσποινίδος Lancelin.  Κατά γενική ομολογία η κ. Lancelin ήταν απόλυτα ευχαριστημένη από τις αδελφές Papin, τόσο ως προς την εργατικότητά τους όσο και ως προς τον χαρακτήρα τους, αλλά κι εκείνες δεν είχαν εκφράσει ούτε μεταξύ τους κάποιο παράπονο για την συμπεριφορά των Lancelin απέναντί τους.  Αφήνουν το σπίτι μόνο για την κυριακάτικη λειτουργία και για να πάνε στην αγορά για τα αναγκαία ψώνια ή για να διεκπεραιώσουν κάποιο θέλημα της οικογένειας.    Δεν κάνουν και δεν δέχονται επισκέψεις. Δεν υπάρχει κανένας άντρας στη ζωή τους και η μία είναι το κέντρο του κόσμου για την άλλη. Τις ώρες που δεν δουλεύουν, ζουν αποτραβηγμένες στο δωμάτιό τους, στον τελευταίο όροφο του σπιτιού, και ασχολούνται η μία με την άλλη.  Με τα χρόνια, η στενή και αποκλειστική επαφή των δύο αδελφών μεταξύ τους οδήγησε σε μια αιμομικτική σχέση.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

Η τριάδα Macdonald ως τρόπος πρόβλεψης μετέπειτα βίαιων συμπεριφορών: Μύθος ή Πραγματικότητα;

•21/01/2017 • 3 σχόλια

aaeaaqaaaaaaaafoaaaajgnhy2qxyzzlltc3nzmtngu0zs05ogy1ltqymjm1mzdlnzy4mqΤης Ειρήνης – Έλλης Μπούτσικα

Τι είναι η «Τριάδα Macdonald»

Η Τριάδα Macdonald (γνωστή και ως «triad of sociopathy»)  είναι μια σειρά τριών συμπεριφορικών χαρακτηριστικών που θεωρήθηκε πως σχετίζονται άμεσα με την μετέπειτα εκδήλωση  βίαιης συμπεριφοράς από το άτομο που θα παρουσιάσει και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας.

Αυτά είναι:

– Κακομεταχείριση/ βασανισμός ζώων

– Πυρομανία

–Ακράτεια κατά την διάρκεια του ύπνου, πέραν της ηλικίας των πέντε ετών.

Όλα ξεκίνησαν όταν το 1963, ο John Marshall Macdonald (7 Νοεμβρίου 1920 – 16 Δεκεμβρίου 2007), εγκληματολόγος – ψυχίατρος, σε μία εργασία του με τίτλο «The Threat to Kill», δημοσιευμένη στο American Journal of Psychiatry, παρατήρησε πως οι παραπάνω συμπεριφορές εμφανίζονταν συχνά σε ασθενείς του με έντονα επιθετική και σαδιστική συμπεριφορά. Συγκεκριμένα σε δείγμα 100 ατόμων, ο Macdonald συνέκρινε 48 ψυχωτικούς ασθενείς του με 52 μη ψυχωτικούς, όλοι έχοντες ήδη απειλήσει κάποιον πως θα τον σκοτώσουν, χωρίς απαραίτητα να έχουν προβεί σε κάποια ανάλογη πράξη.

John Marshall Macdonald

John Marshall Macdonald

Αν και το δείγμα του ήταν μικρό και μη αντιπροσωπευτικό και ο Macdonald δεν στόχευε στην διεξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τρόπους πρόβλεψης της βίαιης συμπεριφοράς, εν τούτοις η τριάδα αυτών των συμπεριφορών, απασχόλησε στην πορεία πολλούς ερευνητές οι οποίοι θέλησαν να τη διερευνήσουν περεταίρω. Έτσι το 1966, δύο ψυχίατροι, οι Hellman και Blackman, σε δείγμα 84 φυλακισμένων, μετά από το διαχωρισμό τους σε δύο ομάδες, μη επιθετικοί (53) και επιθετικοί – βίαιοι (31), κατέληξαν στο συμπέρασμα πως υφίσταται συσχετισμός ανάμεσα στις συμπεριφορές της τριάδας Macdonald (η οποία από τότε ονομάστηκε και τριάδα Hellman and Blackman) και στην εμφάνιση μετέπειτα βίαιης συμπεριφοράς. Συγκεκριμένα κατά την έρευνά τους βρήκαν πως τα ¾ των επιθετικών – βίαιων ατόμων είχαν παρουσιάσει μία ή δύο από τις συμπεριφορές της τριάδας ενώ το 45% αυτών, είχε παρουσιάσει και τα τρία συμπεριφορικά χαρακτηριστικά. Και πάλι όμως η έρευνά τους αυτή έπασχε σωστού σχεδιασμού και εύρους δείγματος, με αποτέλεσμα τα συμπεράσματά της να μην είναι ασφαλή. Όταν δε σε έρευνες που ακολούθησαν έγινε προσπάθεια να εφαρμοστούν οι θεωρίες αυτές σε μεγαλύτερο αριθμό ατόμων, δεν υπήρξε επαλήθευση των στοιχείων τους. Ακόμα και ο ίδιος ο Macdonald το 1968 παραδέχτηκε στο βιβλίο του με τίτλο «Homicidal Threats» πως δεν μπόρεσε σε επόμενες μελέτες του, να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα συσχετισμού της τριάδας με παραβάτες οι οποίοι είχαν διαπράξει βίαιες ανθρωποκτονίες.

sexual-homicide-patterns-and-motives-paperback-9780028740638_hrΠαρόλα αυτά όμως η τριάδα Mcdonald συνέχισε να είναι δημοφιλής και να συζητείται συχνά στους εγκληματολογικούς κύκλους. Ρόλο σε αυτό ίσως να έπαιξε και η έκδοση του βιβλίου «Sexual Homicide: Patterns and Motives»  των τότε νεόκοπων profilers του FBI, R. Ressler, A. Burgess, και J. Douglas οι οποίοι έπειτα από μία ακόμα γεμάτη ελλείψεις και σχετικά αναξιόπιστη έρευνα, εξετάζοντας 36 μόνο δολοφόνους – σεξουαλικούς παραβάτες κατέληξαν πως η πλειονότητα αυτών εμφάνιζε την εν λόγω συμπεριφορική τριάδα.  Και η φήμη της συνέχισε να τροφοδοτείται. Αναφορές πλέον στην τριάδα Macdonald γίνονταν όχι μόνο στις επίσημες ψυχολογικές αναλύσεις των profilers του FBI και της Behavioral Analysis Unit του Quantico αλλά και στην αστυνομική λογοτεχνία, σε τηλεοπτικές σειρές και ταινίες, καθιερώνοντας την πλέον στη συνείδηση των ασχολούμενων με την εγκληματολογία, σαν ένα βασικό εργαλείο πρόβλεψης βίαιων συμπεριφορών (ακόμα και σαν βασικό εργαλείο εντοπισμού εκκολαπτόμενων κατά συρροή δολοφόνων!!). Χρόνια μετά όμως, θα εμφανιστούν μελετητές οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό θα αμφισβητήσουν τη χρησιμότητα της τριάδας Macdonald και θα υποστηρίξουν πως στο μεγαλύτερο κομμάτι της αποτέλεσε έναν ακόμα «αστικό μύθο» που απλά πήρε διαστάσεις λόγω των συγκυριών.

Το 2009 η Kori Ryan, πρώην φοιτήτρια Εγκληματολογίας του California State University, Fresno, στην εμπεριστατωμένη Master thesis της, κατέληξε αιτιολογημένα πως καμία από τις προηγούμενες έρευνες πάνω στην τριάδα Macdonald ούτε μπορεί να δώσει ασφαλή συμπεράσματα για το αν μπορεί αυτή να αποτελέσει τρόπο πρόβλεψης των βίαιων εγκληματιών, αλλά ούτε για το ότι τελικά η τριάδα Macdonald  υφίσταται ως ένα «καλή τη πίστη» φαινόμενο.

Kori Ryan

Kori Ryan

Αντί αυτών, ένα πιο ασφαλές συμπέρασμα τελικά θα ήταν πως η βίαιη συμπεριφορά κατά των ζώων, η πυρομανία και η νυχτερινή ακράτεια είναι δείκτες σοβαρής παιδικής κακοποίησης, ενδοοικογενειακής βίας και ισχυρών ψυχικών τραυμάτων της παιδικής ηλικίας. Τα παιδιά συνήθως δε, εκδηλώνουν τέτοιες συμπεριφορές στα πλαίσια δυσλειτουργικών αμυντικών μηχανισμών που αναπτύσσουν προκειμένου να ανταπεξέλθουν της κακομεταχείρισης που έχουν υποστεί καθώς και στα πλαίσια διαφόρων διαταραχών συμπεριφοράς, προσωπικότητας κ.τ.λ.. Η βίαιη συμπεριφορά κατά των ζώων μπορεί για παράδειγμα να λειτουργεί σαν αντιστάθμισμα των αισθημάτων κατωτερότητας που έχει βιώσει ένα κακοποιημένο παιδί και μια προσπάθεια ανάκτησης κυριαρχίας – ελέγχου πάνω σε ένα αδύναμο – ανυπεράσπιστο θύμα, αναπαράγοντας ουσιαστικά τα δικά του τραυματικά βιώματα. Η πυρομανία από την άλλη, ως μία πράξη βανδαλισμού, μπορεί παραδείγματος χάριν να ερμηνευθεί κατά περίσταση ως μία πράξη εκτόνωσης, εκδίκησης, ακόμα και ως κραυγή βοήθειας και ανάγκης για προσοχή. Τέλος δε, η νυχτερινή ακράτεια, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί δείγμα έντονου στρες που μπορεί να βιώνει για διάφορους λόγους ένα παιδί.

90543-86756Πέρα από όλα αυτά όμως, χρήσιμο θα ήταν να σημειωθεί το εξής. Η Εγκληματολογία και εν γένει οι κλάδοι των επιστημών που ασχολούνται με την μελέτη των εγκληματικών φαινομένων, είναι σχετικά νέες σε ηλικία. Το έγκλημα δε, ως κάτι που σχετίζεται με τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης, είναι πάντα κάτι που κουβαλάει στις πλάτες του τεράστιες προκαταλήψεις που έχουν παγιωθεί μέσα μας ανά τους αιώνες, είναι κάτι που οι απαγορεύσεις που το οριοθετούν συχνά καταδικάζουν σημαντικές πτυχές του στο να μην βγαίνουν ποτέ στο φως και που το σχετίζουν με φόβους τόσο θεμελιακούς, που φθάνουν μέχρι τα βάθη της ίδιας μας της ύπαρξης. Παρά την προσπάθεια λοιπόν που γίνεται από τους εκάστοτε ερευνητές για συστηματοποίηση των επιστημονικών ευρημάτων, για τη διατύπωση γενικά αποδεκτών ορισμών και κανόνων που θα επαληθεύονται σε μεγάλο ποσοστό στην πράξη, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως είναι τέτοια η φύση του αντικειμένου μελέτης που οι επιστήμονες σε μεγάλο βαθμό θα είναι πιθανότατα αναγκασμένοι για πολλά χρόνια ακόμα να κινούνται σε γκρίζες ζώνες, μακριά από απολυτότητες και πάντοτε προετοιμασμένοι για εξαιρέσεις που καμιά φορά μπορεί να μην τους επαληθεύσουν τον κανόνα αλλά ακόμα και να τους τον ανατρέψουν ολοσχερώς.

Πηγές

http://www.psychologytoday.com

http://classictriads.com

http://en.wikipedia.org/wiki/Macdonald_triad

http://www.medicaldaily.com

crime_and_punishment22

 

Υπόθεση Αρβανίτη. Ο αποκεφαλισμός γυναίκας στην Σαντορίνη και η κατάσταση ΑΜΟΚ.

•14/01/2017 • Σχολιάστε

1232413Της Ειρήνης – Έλλης Μπούτσικα

Στις 3 Αυγούστου του 2008, λίγο μετά τις 7 το απόγευμα, ο 31χρονος Θανάσης Αρβανίτης, έπειτα από έντονο καυγά με την 25χρονη σύζυγο του, Αδαμαντία Καρκάλη της επιτίθεται αιφνιδιαστικά με κουζινομάχαιρο και την αποκεφαλίζει ενώ ακόμα είναι ζωντανή και της καταφέρνει συνολικά 10 μαχαιριές πίσω στο θώρακα και στο λαιμό. Λίγο νωρίτερα είχε κάνει το ίδιο και με το σκύλο της, πετώντας το κεφάλι του άτυχου ζώου στο δρόμο έξω από το σπίτι τους.

Στη συνέχεια, διανύοντας πάνω από 800 μέτρα μέσα στους δρόμους του χωριού Βουρβούλο της Σαντορίνης, κρατώντας από τη μία το ματωμένο μαχαίρι 30 εκατοστών και από την άλλη το κομμένο κεφάλι της συζύγου του σκορπώντας τον πανικό σε τουρίστες και ντόπιους, ο Αρβανίτης συναντάει 2 περιπολικά της αστυνομίας που είχαν κληθεί από κάποιον περίοικο και εκεί αρχίζει ένα δεύτερο μακελειό. Προσποιούμενος ότι θέλει να παραδοθεί, ο δράστης τραυματίζει με το μαχαίρι τον αστυνομικό που επιχειρεί να του περάσει χειροπέδες με αποτέλεσμα να δεχτεί τέσσερις πυροβολισμούς από τον δεύτερο αστυνομικό που προσπάθησε να τον σταματήσει. Τραυματίζεται στο στήθος και στην κοιλιά αλλά παρ’ όλα αυτά οι σφαίρες δεν καταφέρνουν να τον ακινητοποιήσουν. Πετάει το κομμένο κεφάλι στους αποσβολωμένους δόκιμους αστυνομικούς του δεύτερου περιπολικού και διαφεύγει μπαίνοντας στο πρώτο περιπολικό με κατεύθυνση τα Φυρά Σαντορίνης. Στην καταδίωξη που ακολούθησε, ο 31χρονος, παρασύρει μπαίνοντας στο αντίθετο ρεύμα διερχόμενο μηχανάκι τραυματίζοντας σοβαρά στα πόδια τις δύο νεαρές κοπέλες που επέβαιναν σε αυτό και έπειτα καταλήγει να καρφώσει το περιπολικό στο πλαϊνό στηθαίο του δρόμου. Για μια ακόμη φορά ο δράστης όταν τον πλησίασαν οι αστυνομικοί, παριστάνοντας αρχικά τον λιπόθυμο, προσπαθεί να αφαιρέσει το όπλο ενός με αποτέλεσμα αυτός να πυροβολήσει εντίον του άλλες 5 φορές, τραυματίζοντας τον σοβαρά . Μία από τις σφαίρες εξοστρακίζεται και τραυματίζει μια παρευρισκόμενη 21χρονη τουρίστρια.  Ο Αρβανίτης τελικά έπειτα από 9 σφαίρες ακινητοποιείται και οδηγείται στο νοσοκομείο αφήνοντας πίσω του έναν τραγικό απολογισμό: Έναν αποκεφαλισμένο σκύλο, μια αποκεφαλισμένη γυναίκα, έναν τραυματισμένο από μαχαίρι αστυνομικό και 3 τραυματισμένες νεαρές κοπέλες ως παράπλευρες απώλειες.

Αδαμαντία Καρκάλη

Αδαμαντία Καρκάλη

Όπως αποκαλύφθηκε στη συνέχεια, ο Θανάσης Αρβανίτης είχε χρόνια προβλήματα ψυχωτικής φύσεως, είχε πολλές φορές ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή, είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, είχε κριθεί ως ακατάλληλος για στράτευση με απολυτήριο Ι-5 και τα έντονα βίαια ξεσπάσματα και η αστάθεια του χαρακτήρα του ήταν γνωστά στον περίγυρό του. Κανείς όμως όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις δεν περίμενε πως τα πράγματα θα μπορούσαν να πάρουν μια τέτοια φρικτή τροπή.

Οι ψυχίατροι και οι ειδικοί εκείνες τις μέρες, μίλησαν για έναν δράστη ευρισκόμενο σε κατάσταση Αμόκ. Όπως γράφτηκε σε πολλά άρθρα τότε, ως Αμόκ ορίζεται μια ψυχική και σωματική κατάσταση στην οποία το άτομο δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του, οι αντιδράσεις του είναι ιδιαίτερα βίαιες και η αντιμετώπισή τους αδύνατη, φτάνοντας  πολλές φορές ακόμα και στο φόνο. «Πρόκειται για κρίση καταστροφικής υπερδιέγερσης, στην οποία το άτομο θέτει το περιβάλλον σε ρόλο κατηγορουμένου και εκφράζει μια ανεξέλεγκτη επιθετικότητα απέναντι σε τυχαία θύματα. Μετατρέπεται σε έναν συμπαγή δυναμικό όγκο, που μπροστά του δεν αντιστέκεται τίποτα. Ακόμα και η χρήση ηρεμιστικών μπορεί να λειτουργήσει αντίθετα και να ενδυναμώσει την έκρηξη της αδρεναλίνης του», είχε δηλώσει τότε στα «ΝΕΑ» ο ψυχολόγος κ. Δημοσθένης Παναγιώτου.

Θανάσης Αρβανίτης

Θανάσης Αρβανίτης

Αλλά ας εξετάσουμε λίγο παραπάνω την έννοια του Αμόκ.

Το Αμόκ (Amok) που γράφεται και «Amuk» και στα μαλαισιανά σημαίνει κατά προσέγγιση «τρελός από ανεξέλεγκτη οργή», έχει τις ρίζες του στην λέξη mengamuk, που περίπου αποδίδεται ως  «το να κάνεις μια εξοργισμένη και απελπισμένη επίθεση». Σύμφωνα με την παράδοση της Μαλαισίας το Αμόκ έχει θρησκευτικές καταβολές και υπήρχε η πίστη πως προκαλείται από την κατάληψη του ανθρώπινου σώματος από το πνεύμα μιας δαιμονικής τίγρης.

Συχνά το Αμόκ έχει χαρακτηρισθεί ως ένα ψυχοπαθητικό σύνδρομο που είναι σε άμεση συσχέτιση με τις τοπικές πολιτισμικές παραδόσεις της Μαλαισίας. Σε μία κλασσική περίπτωση ένας άνδρας που έχει καταληφθεί από Αμόκ, χωρίς πριν να έχει παρουσιάσει κάποια βίαιη συμπεριφορά, σε ένα απότομο ξέσπασμα συνήθως ενώ βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο, επιτίθεται με μανία σε όποιον βρεθεί στο δρόμο του και στο τέλος καταλήγει είτε να τον σκοτώσει κάποιος από τους γύρω του, ευρισκόμενος σε άμυνα, είτε να αυτοκτονήσει.

Παρ’ όλα αυτά όμως το Αμόκ, έχει χαρακτηριστεί και ως ψυχική πάθηση από το 1849, λαμβάνοντας υπ’ όψη διάφορα περιστατικά και έρευνες που έχουν δείξει πως τα άτομα που έχουν καταληφθεί από αυτό, κατά μία έννοια νοσούσαν ψυχικά. Με βάση το κοινά αποδεκτό Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM) δημοσιευμένο από την American Psychiatric Association, στην τέταρτη θεωρημένη έκδοση του  (DSM-IV-TR), δεν γίνεται διαχωρισμός του Αμόκ σε δύο επίσημες κατηγορίες. Αναγνωρίζονται όμως δύο μορφές του, το «beramok» και το «amok».

assets_large_t_420_1448976_type13145Το beramok θεωρείται η πιο συνήθης σε εμφάνιση από τις δύο μορφές. Συνδέεται με τα βαρείας μορφής καταθλιπτικά επεισόδια και εν γένει με τις Διαταραχές της Διάθεσης (ή Συναισθηματικές Διαταραχές) και σχετίζεται με τη λύπη και την κατάθλιψη που προκαλείται στο άτομο έπειτα από μία σημαντική απώλεια και τη μετέπειτα αυτής θρηνητική διαδικασία. Μια απώλεια που μπορεί να αφορά το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, την απόλυση από μία σταθερή δουλειά, το χάσιμο χρηματικού ποσού, που έχει δηλαδή μια ευρύτερη έννοια.

Το amok από την άλλη, ως πιο σπάνια μορφή, λέγεται πως έχει ως αφορμή εμφάνισης του την οργή του πάσχοντος προς ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή γενικότερα την κοινωνία, το αίσθημα πως γίνεται κάποιος αντικείμενο προσβολών, την βεντέτα κατά ορισμένων ατόμων για πληθώρα λόγων κ.τ.λ. Συνδέεται δε στενά με την ψύχωση, τις διαταραχές προσωπικότητας, τη διπολική διαταραχή και τις ψευδαισθήσεις.

assets_large_t_420_1448979_type13145Στην προκείμενη περίπτωση λοιπόν, λαμβάνοντας υπ’ όψη το ιατρικό ιστορικό του μπορούμε να υποθέσουμε πως ο Θανάσης Αρβανίτης τέλεσε όλες αυτές τις πρωτοφανείς βίαιες πράξεις ευρισκόμενος πράγματι σε κατάσταση της δεύτερης μορφής, δηλαδή του Αμόκ (amok), ενδεχομένως έχοντας καταληφθεί από ανεξέλεγκτη οργή κατά της γυναίκας του και του περίγυρού του. Ασφαλή συμπεράσματα φυσικά δεν μπορούν να εξαχθούν και διάγνωση δεν μπορεί να γίνει εξ’ αποστάσεως και μόνο με ενημέρωση για τα πραγματικά περιστατικά μέσα από τα ΜΜΕ. Καλύτερη απάντηση για την ψυχική κατάσταση του 31χρονου δράστη θα μπορούσε να δώσει ένας ψυχίατρος- ψυχαναλυτής, έπειτα από ενδελεχή εξέταση του πάσχοντος ατόμου.

Για την ιστορία, να αναφερθεί πως σύμφωνα με το www.crimestories.gr,  «Ο Αθανάσιος Αρβανίτης καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για την δολοφονία της συζύγου του, σε κάθειρξη 25 ετών κατά συγχώνευση για απόπειρα ανθρωποκτονίας ενός αστυνομικού και δύο γιατρών και σε φυλάκιση δέκα ετών για τις υπόλοιπες κατηγορίες μεταξύ των οποίων οπλοφορία, οπλοχρησία, περιύβριση νεκρού, διατάραξη των συγκοινωνιών κλπ. Ο δράστης δέχτηκε την απόφαση απαθής, ενώ δεν δήλωσε μετανιωμένος για τις πράξεις του.».

To σπίτι του φριχτού εγκλήματος

To σπίτι του φριχτού εγκλήματος

Πηγές

Τα Νέα Online (06-08-2008)

www.crimestories.gr,

Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM) – American Psychiatric Association

Wikipedia (http://en.wikipedia.org/wiki/Running_amok)

crime_and_punishment22

Stewart και Cyril Marcus: η πραγματική ιστορία πίσω από την ταινία «Dead Ringers»

•07/01/2017 • Σχολιάστε

 

Stewart και Cyril Marcus

Stewart και Cyril Marcus

Της Νίνας Κουλετάκη

Το 1988, η ταινία του David Cronenberg «Dead Ringers» (ελληνικός τίτλος «Οι Διχασμένοι») βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες.  Πρόκειται για μια ακόμη τρομακτική ιστορία του σκηνοθέτη, κατά την οποία δύο δίδυμα αδέλφια, διάσημοι γυναικολόγοι, με αξιοζήλευτη ζωή, μοιράζονται τα πάντα: το σπίτι, τις γυναίκες, την επιστήμη τους, για να καταλήξουν να μοιραστούν και κάτι ακόμη, την τρέλα.  Θα κατασκευάσουν περίεργα, εξωπραγματικά, μεταλλαγμένα χειρουργικά γυναικολογικά εργαλεία, τα οποία θα χρησιμοποιήσουν στις ασθενείς τους, με ολέθρια αποτελέσματα.

Αν και η ταινία δεν είναι από τις καλύτερες του Cronenberg, κατά την γνώμη μου, έχει δύο βασικά ατού.  Το πρώτο είναι ότι πρωταγωνιστεί ο Jeremy Irons στον διπλό ρόλο των διδύμων Beverly και Elliot Mantle.  Το δεύτερο ότι είναι εμπνευσμένη από μια αληθινή ιστορία.  Παρόλο που η διαστροφή που επιδεικνύουν στην ταινία οι δίδυμοι Mantle δεν υπήρχε στην ζωή των πραγματικών διδύμων, εντούτοις πολλά χαρακτηριστικά είναι κοινά και στα δύο ζευγάρια, το αληθινό και το φανταστικό.

Ο Stewart και ο Cyril Marcus γεννήθηκαν στις 2 Ιουνίου του 1930, στο Binghamton της Νέας Υόρκης και ήταν μονοζυγωτικά δίδυμα.  Από την αρχή ήταν αχώριστοι, γεγονός που εξακολούθησε τόσο στην εφηβεία όσο και στην ενήλικη ζωή.  Προτιμούσαν ο ένας την παρέα του άλλου και δεν είχαν φίλους.  Στο σχολείο κάθονταν στο ίδιο θρανίο και φοίτησαν στο ίδιο Πανεπιστήμιο –το Syracuse University από όπου αποφοίτησαν το 1951 – σπουδάζοντας Ιατρική.  Ήταν μέλη στην ίδια φοιτητική αδελφότητα, την ΦΒΚ, και στο μάθημα ανατομίας μοιράζονταν το ίδιο πτώμα για την μελέτη τους.  Έκαναν αμφότεροι την πρακτική τους στο Νοσοκομείο Mount Sinai, όπου ο υπεύθυνος για τους ειδικευόμενους ιατρούς, Dr. Joseph Rovinsky τους περιγράφει ως υπερόπτες που αντιδρούσαν στην κριτική και στις υποδείξεις και δεν υπάκουαν σε κανενός είδους κανόνες.

Επέλεξαν και οι δύο την ειδικότητα του γυναικολόγου, την απέκτησαν μετ’ επαίνων το 1954 και έπιασαν δουλειά στο Νοσοκομείο της Νέας Υόρκης Cornell Medical Center, ασχολούμενοι κυρίως με περιπτώσεις υπογονιμότητας θεωρούμενοι, μάλιστα, αυθεντίες στο είδος.  Αρθρογραφούσαν σε κορυφαία επιστημονικά περιοδικά, είχαν γράψει από κοινού ένα βιβλίο και, εκτός από την εξαιρετική τους δουλειά στο νοσοκομείο, διατηρούσαν κι ένα επιτυχημένο και δημοφιλές –όσο και επικερδές- ιδιωτικό ιατρείο.

img_0940Στην προσωπική τους ζωή κατοικούσαν σε γειτονικά διαμερίσματα στο ίδιο κτήριο πολυτελών κατοικιών στο Manhattan, στο διάσημο Sutton Place, ο Stewart με την, επί σειρά ετών, φιλενάδα του και ο Cyril με την σύζυγό του και τις δύο τους κόρες.  Φαίνεται ότι τα προβλήματα στην ζωή των αδελφών αρχίζουν από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60, οπότε ο Cyril παίρνει διαζύγιο και μετακομίζει στο διαμέρισμα του αδελφού του, ο οποίος επίσης χωρίζει από την φίλη του και την διώχνει από το σπίτι.  Οι δίδυμοι Marcus είναι και πάλι μαζί.

Από το σημείο αυτό και μετά αρχίζει η ολισθηρή κάθοδος των αδελφών, για λόγους αδιευκρίνιστους μέχρι σήμερα.  Πρώτος φαίνεται να καταρρέει ο Cyril ο οποίος, μετά το διαζύγιό του, αρχίζει να κάνει χρήση βαρβιτουρικών και αμφεταμινών.  Η συμπεριφορά του γίνεται επιθετική: πετάει έναν δίσκο με εργαλεία σε μια νοσοκόμα, σκίζει την μάσκα αναισθησίας ενός ασθενούς κατά την διάρκεια του χειρουργείου, αμελεί τα ραντεβού του και τα επιστημονικά συμβούλια.  Ο Stewart, στην αρχή, τον καλύπτει σε όλα, μόνο και μόνο για να ακολουθήσει και η δική του κάθοδος, λίγο αργότερα.

dead-ringers-english-movie-poster-27x40-1989-david-cronenberg-jeremy-ironsΤέλη Μαΐου του 1975, τα δύο αδέλφια θα κατηγορηθούν για αντιεπαγγελματική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά.  Είναι ήδη πολύς καιρός που η διοίκηση του νοσοκομείου κάνει τα στραβά μάτια στην αψυχολόγητη συμπεριφορά των δύο αδελφών, τις εξετάσεις που διενεργούν σε ασθενείς με εμφανή την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών, τις χειρουργικές επεμβάσεις με τρεμάμενα χέρια.  Κι αν μπορεί να παραβλέψει την καθυστέρηση ή την μη εμφάνιση στις βάρδιες τους, σίγουρα δεν μπορεί να αγνοήσει τις καταγγελίες του νοσηλευτικού προσωπικού και των ασθενών για παραβλέψεις και αμέλειες που γίνονταν επικίνδυνες για την ζωή ανθρώπων.

Όμως τα πράγματα δεν πηγαίνουν άσχημα μόνο στο νοσοκομείο.  Το άλλοτε ανθηρό ιδιωτικό τους ιατρείο έχει κι αυτό καταρρεύσει, καθώς είναι ασυνεπείς προς τους ασθενείς τους και η συμπεριφορά τους προβληματίζει και δημιουργεί ανησυχίες.  Το κάποτε πολυτελές και καλόγουστο διαμέρισμα όπου συγκατοικούν έχει μετατραπεί, κυριολεκτικά, σε σκουπιδότοπο, όπου συσσωρεύονται κουτιά από έτοιμα φαγητά, εφημερίδες, άδεια μπουκαλάκια χαπιών και παντός είδους απορρίμματα.

f_pel_insep05Τον Ιούνιο του 1975 η διεύθυνση του νοσοκομείου θα ανακοινώσει στους αδελφούς Marcus ότι δεν προτίθεται να ανανεώσει την σύμβασή τους και ότι η συνεργασία τους με το συγκεκριμένο νοσοκομείο θα εκπνεύσει τον Ιούλιο του ιδίου έτους.  Μετά από 15 χρόνια λαμπρής καριέρας –και εξαιτίας αυτής- τους δίνεται η δυνατότητα να εφεσιβάλουν την απόφαση της διεύθυνσης του νοσοκομείου, ενώπιων του Διοικητικού του Συμβουλίου.  Την ημερομηνία της εξέτασης της έφεσης, οι αδελφοί Marcus δεν θα εμφανιστούν.  Είναι ήδη νεκροί, μόνο που δεν το γνωρίζει κανείς ακόμη.

Γύρω στις 10 Ιουλίου του 1975, οι κάτοικοι της πολυκατοικίας τους αρχίζουν να διαμαρτύρονται για την βαρειά και άσχημη μυρωδιά που φαίνεται να προέρχεται από το διαμέρισμα των Marcus.  Χτυπούν και ξαναχτυπούν την πόρτα, χωρίς κανείς να τους ανοίγει.  Τελικά, στις 17 Ιουλίου, ο επιστάτης της πολυκατοικίας θα μπει με αντικλείδι, για να ανακαλύψει τα υπό αποσύνθεση πτώματα των 45χρονων αδελφών στο πάτωμα του υπνοδωματίου. To ποιο πτώμα ανήκει σε ποιον Marcus θα ελεγχθεί και θα εξακριβωθεί από τα οδοντιατρικά αρχεία.  Ο Stewart βρέθηκε γυμνός και είχε πεθάνει πρώτος, ο Cyril φορούσε μόνο το εσώρουχό του και ο θάνατός του είχε συμβεί μια ημέρα αργότερα από εκείνον του αδελφού του.

To Sutton Place, όπου έμεναν οι αδελφοί Marcus. Στην ίδια πολυτελή περιοχή είχαν μείνει, κατά καιρούς, οι Lillian Gish, Αριστοτέλης Ωνάσης, Freddie Mercury, Michael Jackson, Joan Crawford, Marilyn Monroe με τον τότε σύζυγό της Arthur Miller και πολλοί άλλοι πλούσιοι και διάσημοι.

To Sutton Place, όπου έμεναν οι αδελφοί Marcus. Στην ίδια πολυτελή περιοχή είχαν μείνει, κατά καιρούς, οι Lillian Gish, Αριστοτέλης Ωνάσης, Freddie Mercury, Michael Jackson, Joan Crawford, Marilyn Monroe με τον τότε σύζυγό της Arthur Miller και πολλοί άλλοι πλούσιοι και διάσημοι.

Ο θάνατός τους παραμένει μυστήριο μέχρι σήμερα.  Καθώς δεν βρέθηκαν ναρκωτικές ουσίες στον οργανισμό τους, αλλά στο σπίτι υπήρχε Dilantin, ένα φάρμακο για την αντιμετώπιση των οδυνηρών συσπάσεων που προκαλούνται από το στερητικό σύνδρομο, ο ιατροδικαστής που εξέτασε τα πτώματα των δύο Marcus υπέθεσε ότι τα αδέλφια έκαναν χρήση ναρκωτικών, για να πεθάνουν από τις επιπλοκές του στερητικού συνδρόμου.  Οι λόγοι που τους οδήγησαν στην κατάθλιψη, την τρέλα ενδεχομένως και την αυτοκτονία δεν έχουν ξεκαθαριστεί μέχρι σήμερα.

Το σίγουρο είναι ότι τον Stewart και τον Cyril Marcus ένωνε ένας δεσμός, κατά πολύ ισχυρότερος από αυτόν που δένει αδέλφια, ακόμη και δίδυμα.  Ο ένας συμπλήρωμα του άλλου, ο ένας να θεωρεί αδιανόητη την ζωή του χωρίς τον άλλον, δυο άτομα που λειτουργούσαν σαν ένα και μοιράστηκαν τα πάντα: την ίδια επιστήμη, τις ίδιες γυναίκες, τα ίδια πάθη, την ίδια θεαματική άνοδο, την ίδια κατακόρυφη πτώση και, αναπόφευκτα, τον ίδιο θάνατο.  Λατρεύτηκαν σαν θαυματοποιοί, κατέληξαν να εμπνεύσουν την δημιουργία μιας ταινίας τρόμου. Και καθώς δεν ένοιωθαν την ανάγκη να μοιραστούν τίποτα με κανέναν, παρά μόνο μεταξύ τους, πήραν τα μυστικά τους, τους φόβους και τις αγωνίες τους στον τάφο.

img_89191Η περίπτωση των αδελφών Marcus έριξε φως σε ένα θέμα ταμπού: την ανικανότητα ιατρών να εξασκήσουν με ασφάλεια και επάρκεια τα καθήκοντά τους, λόγω ψυχιατρικών διαταρραχών, αλκοολισμού και εξάρτησης από ναρκωτικά.  Ήδη από το 1973 η Ιατρική Ομοσπονδία είχε εκδώσει μια σχετική μελέτη, δεν ήταν όμως παρά με την δημοσιοποίηση της υπόθεσης Marcus που το πρόβλημα αναγνωρίστηκε σε όλη του την έκταση και δόθηκε ο ορισμός του «βλαπτικού ιατρού».  Βλαπτικός θεωρείται ο ιατρός που «δεν είναι σε θέση να εξασκεί την ιατρική με εύλογη ικανότητα και ασφάλεια για τους ασθενείς του, λόγω πνευματικής του ασθένειας ή υπερβολικής χρήσης ή κατάχρησης ουσιών, συμπεριλαμβανομένου και του αλκοόλ».  Η παραδοχή της ύπαρξης τέτοιων ιατρών οδήγησε στην δημιουργία ειδικών προγραμμάτων με σκοπό την παροχή βοήθειας προς τους συγκεκριμένους ιατρούς αλλά και την προστασία του κοινού από αυτούς.

Η υπόθεση Marcus, επιπλέον, ήταν η αφορμή για την ψήφιση νόμου σύμφωνα με τον οποίο οι ιατροί είναι υποχρεωμένοι να καταγγέλουν οποιονδήποτε συνάδελφό τους θεωρούν ύποπτο για πλημμελή άσκηση καθηκόντων, λόγω ψυχικής ασθένειας ή εξάρτησης, με τους ίδιους να αντιμετωπίζουν εξίσου κατηγορίες εάν δεν το πράξουν.

surveypageartΠηγές

-David Ian McKendry, The Real Life Story Behind the Movie DEAD RINGERS

-John F. Burns, Post Mortem of Twin Doctors

-American Medical Association’s (AMA) Council on Mental Health, The Sick Physician: Impairment by Psychiatric Disorders, Including Alcoholism and Drug Dependence

crime_and_punishment22

Καλά Χριστούγεννα…

•17/12/2016 • 3 σχόλια

4204572313_c64687d899_z…κι ευτυχισμένη η νέα χρονιά!!!

Ξανά μαζί στις 7 Ιανουαρίου 2017.

crime_and_punishment22

Johnny Frank Garrett: αθώος ή ένοχος; – 3

•10/12/2016 • 2 σχόλια
Johnny Frank Garrett

Johnny Frank Garrett

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Αθώος ή ένοχος;

Η ιστορία της ζωής του Johnny Frank Garrett θα μπορούσε να τελειώνει με την εκτέλεσή του.  Όμως δεν συνέβη έτσι.  Τόσο ο ίδιος, μέχρι την στιγμή της εκτέλεσής του, όσο και η οικογένειά του –οι αδελφές του συγκεκριμένα- χρόνια ολόκληρα μετά τον θάνατό του, επέμεναν για την αθωότητά του και ισχυρίζονταν πως ο πραγματικός δολοφόνος της μοναχής κυκλοφορούσε ελεύθερος.  Ακόμη και ο τρόπος που αναγνωρίστηκε και συνελήφθη ο Garrett αμφισβητήθηκε από μια σειρά ανθρώπων.  Ας δούμε κάποια γεγονότα με λεπτομέρεια.

Κατά την διάρκεια της άνοιξης του 1981, στην ευρύτερη περιοχή του Amarillo, είχαν σημειωθεί επιθέσεις σε σπίτια δέκα μοναχικών, ηλικιωμένων γυναικών.  Όλες είχαν βιαστεί και ξυλοκοπηθεί άγρια, σχεδόν μέχρι θανάτου.  Στις 9 Ιουλίου του 1981, τρεις μήνες πριν την δολοφονία της μοναχής, μια 77χρονη γυναίκα, η Narnie Cox Bryson, βιάζεται και δολοφονείται στο σπίτι της στο Amarillo.  H δολοφονία της παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με εκείνη της Αδελφής Tadea Benz, στις 31 Οκτωβρίου του ιδίου έτους. Καθώς και στις δύο περιπτώσεις υπήρξαν μαρτυρίες για κάποιον «σκουρόχρωμο» που είχε θεαθεί να τριγυρίζει κοντά στο σπίτι της Bryson αλλά και στο μοναστήρι, η αστυνομία αρχικά επικεντρώνει τις έρευνές της στην συνοικία όπου κατοικούν οι πρόσφυγες από την Κούβα, που είχαν εγκατασταθεί στο Amarillo μετά την ομαδική φυγή τους από την Κούβα.

Mariel Boatlift

Mariel Boatlift

Ας πούμε δυο λόγια για την φυγή αυτή, την γνωστή ως Mariel Boatlift. Το 1980 ο Φιντέλ Κάστρο πιεζόμενος από την ανάγκη μεγάλης μάζας του λαού να καταφύγει αλλού για να ζήσει ζητώντας πολιτικό άσυλο, ήρε τις απαγορεύσεις και περίπου 125.000 Κουβανοί μετανάστευσαν στις ΗΠΑ. Το Mariel Boatlift ξεκίνησε στο λιμάνι Μαριέλ και θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα στις σχέσεις των δύο χωρών, μιας και ανάμεσα στους πρόσφυγες υπήρχαν άτομα από σανατόρια και ψυχιατρεία και έγκλειστοι των φυλακών. Oι «Μαριελίτος» από την Φλόριντα διοχετεύτηκαν σε όλες τις πολιτείες της νοτιοδυτικής ακτής. Μια μεγάλη ομάδα από αυτούς εγκαταστάθηκε και στο Amarillo και ανάμεσά τους η αστυνομία αναζήτησε τον δολοφόνο της Bryson.

floresOι υποψίες συγκεντρώθηκαν στο πρόσωπο του Fernando Flores, ο οποίος και συνελήφθη.  Ανακρίθηκε για την δολοφονία της Bryson αλλά δεν βρέθηκε κανένα στοιχείο που να τον συνδέει με αυτήν κι έτσι αφέθηκε ελεύθερος.  Δυο μέρες αργότερα δολοφονήθηκε η μοναχή.  Θορυβημένη η αστυνομία του Amarillo και ο Κυβερνήτης του Τέξας, πιέζονται να βρουν γρήγορα τον ένοχο.  Ο προβληματικός 17χρονος που συχνά παρακολουθούσε τις μοναχές, είναι ο προφανής υπαίτιος.  Ο Garrett συλλαμβάνεται στις 9 Νοεμβρίου, για να ακολουθήσουν όσα οδήγησαν στην εκτέλεσή του.  Όμως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς όπως παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, όπως αποκαλύφθηκε σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα!

Leonicio Perez Rueda

Leonicio Perez Rueda

Ανάμεσα στους κουβανούς υπόπτους για τους βιασμούς των ηλικιωμένων γυναικών, αλλά και για την δολοφονία της μοναχής, ήταν και ο Leonicio Perez Rueda, δείγματα αίματος και τριχών του οποίου είχε αποσπάσει η αστυνομία.  Με την εξέταση DNA στα σπάργανα και σίγουρα μη χρησιμοποιούμενη για την ταυτοποίηση προσώπων (η εξέταση DNA χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως αποδεικτικό στοιχείο σε δικαστήριο, το 1986 στην Αγγλία) το γενετικό υλικό του Rueda παρέμεινε σε κάποια αποθήκη της αστυνομίας αχρησιμοποίητο κι ενώ ο ίδιος είχε ανακριθεί ανάμεσα σε άλλους, αφέθηκε ελεύθερος στις 4 Νοεμβρίου 1981.

mediumΣτις 6 του ιδίου μήνα ένα ντόπιο μέντιουμ, γνωστό με τα ονόματα Inez και Bubbles, κάλεσε τις αρχές και κατέθεσε πως είχε «δει» εικόνες με τον δολοφόνο της μοναχής.  Είπε πως ήταν άτομο νεαρής ηλικίας, ζούσε σε ένα άσπρο σπίτι στο Amarillo, κοντά στο μοναστήρι, και είχε κάποιου είδους σχέση με έναν Clyde.

Το σπίτι όπου ζούσε ο Johnny στο Amarillo, με την μητέρα και τα αδέλφια του, τον καιρό της δολοφονίας

Το σπίτι όπου ζούσε ο Johnny στο Amarillo, με την μητέρα και τα αδέλφια του, τον καιρό της δολοφονίας

Όλα ήταν υπερβολικά βολικά.  Ο Johnny ήταν γνωστός ταραξίας της περιοχής, χάζευε συχνότατα τις μοναχές, ζούσε σε ένα άσπρο σπίτι, το τελευταίο διάστημα μαζί με την μητέρα και τα αδέλφια του και στην αυλή υπήρχε ένα σκυλόσπιτο με το όνομα Clyde γραμμένο με μπογιά πάνω του.  Αυτή την φορά η αστυνομία είχε βρει τον πραγματικό δολοφόνο.  Ήταν, όμως, έτσι;

O σταυρός της Tadea Benz, που βρέθηκε στην κατοχή του Garrett

O σταυρός της Tadea Benz, που βρέθηκε στην κατοχή του Garrett

Στην καταδίκη του Garrett βάρυνε πολύ το γεγονός ότι τα αποτυπώματά του βρέθηκαν στο κελί της μοναχής, αν και ο ίδιος ομολόγησε ότι –αρκετές ημέρες πριν την δολοφονία- είχε μπει στο μοναστήρι με έναν φίλο του, για να κλέψουν.  Από το κελί της δολοφονημένης μοναχής είχε πάρει έναν σταυρό, ο οποίος και είχε βρεθεί στην κατοχή του.  Οι ισχυρισμοί του δεν έγιναν δεκτοί, ούτε η μαρτυρία του φίλου του καθώς θεωρήθηκε αναξιόπιστη. Τα αποτυπώματά του υπήρχαν και στα δύο μαχαίρια που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος, κανένα όμως από αυτά δεν ήταν το όπλο της δολοφονίας. Επιπλέον τα ίχνη από παπούτσια που βρέθηκαν μετά την δολοφονία έξω από το μοναστήρι δεν ανήκαν στον Garrett.

l89Ο Johnny δεν υπέγραψε ποτέ την «ομολογία» του.

H ανυπόγραφη ομολογία του Garrett

H ανυπόγραφη ομολογία του Garrett

Το 2004, είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια μετά τον βιασμό και την δολοφονία της Narnie Cox Bryson, η οποία είχε μείνει ανεξιχνίαστη και οι έρευνες για την ανακάλυψη του ενόχου συνεχίζονταν, αποδείχτηκε «πέραν πάσης αμφιβολίας» ότι ο δολοφόνος της ήταν ο Rueda, καθώς μια εξέταση DNA επιβεβαίωσε την ενοχή του. Ο Rueda ήταν κρατούμενος στις φυλακές του New Mexico, κατηγορούμενος για σεξουαλικές επιθέσεις.  Το DNA του βρισκόταν στο σύστημα και ταυτοποιήθηκε με εκείνο που είχε περισυλλεγεί στο σπίτι της Bryson. Ο ίδιος ομολόγησε και καταδικάστηκε.

Ήταν τότε ακριβώς που οι αδελφές του Garrett,  οι οποίες για χρόνια ολόκληρα υποστήριζαν την αθωότητα του Johnny, ανέθεσαν στον δικηγόρο Jesse L. Quackenbush να κινήσει τις διαδικασίες για την αποκατάσταση του ονόματος του Johnny Frank Garrett.

sistersO Quackenbush, επανεξέτασε σε βάθος την υπόθεση, μίλησε με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταδίκη του Garrett ήταν μια δικαστική πλάνη και το όνομά του θα έπρεπε να αποκατασταθεί, έστω και μετά θάνατον. Όλες του οι προσπάθειες αυτές καταγράφηκαν στο ντοκυμαντέρ The Last Word (H Tελευταία Λέξη).  Σ’αυτό το ντοκυμαντέρ βασίστηκε και η ταινία τρόμου του 2016 Johnny Frank Garrett’s Last Word, σε σκηνοθεσία του Simon Rumley.

Παρά την ομολογία του Rueda για την δολοφονία της Bryson, η οποία ήταν σχεδόν πανομοιότυπη με αυτήν της Tadea Benz, και με την «βολική» εξαφάνιση του γενετικού υλικού που συλλέχτηκε από το κελί της μοναχής, η Πολιτεία του Τέξας δεν έχει, μέχρι σήμερα, αποκαταστήσει το όνομα του Johnny Frank Garrett, η καταδίκη και η εκτέλεση του οποίου, όπως όλα δείχνουν, ήταν εσφαλμένες.

Η τελευταία φωτογραφία του Johnny Frank Garrett, στο φορείο της εκτέλεσης

Η τελευταία φωτογραφία του Johnny Frank Garrett, στο φορείο της εκτέλεσης

l42

Πλάκα στη μνήμη της Αδελφής Tadea Benz, στο μοναστήρι του St Francis και το κελί της όπως είναι σήμερα

Πλάκα στη μνήμη της Αδελφής Tadea Benz, στο μοναστήρι του St Francis και το κελί της όπως είναι σήμερα

ΠΗΓΕΣ

Carol Ann Davis, Children who Kill, London 2003

Εφημερίδα  AMARILLO SUNDAY NEWS GLOBE

http://www.thelastworddocumentary.com/

http://www.skepticaljuror.com/

http://www.texasdodge.net/

http://www.newschannel10.com

http://franciscansistersofmaryimmaculate.net/st-francis-convent-amarillo-tx

crime_and_punishment22

Johnny Frank Garrett: αθώος ή ένοχος; – 2

•03/12/2016 • 3 σχόλια
Johnny Frank Garrett

Johnny Frank Garrett

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Το έγκλημα

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Οκτωβρίου 1981, ο Johnny Frank Garrett διέσχισε το γρασίδι μπροστά από το μοναστήρι του St Francis.  Kαλυμμένος από το σκοτάδι και χρησιμοποιώντας ένα κοινό μαχαίρι ως μοχλό, έσπασε ένα πατζούρι παραθύρου και στη συνέχεια το τζάμι, αποκτώντας πρόσβαση σ’ έναν διάδρομο του μοναστηριού.  Το στραβωμένο μαχαίρι βρέθηκε κάτω από το κρεβάτι του θύματος ενώ  ένα άλλο, από αυτά που χρησιμοποιούμε για να κόβουμε το κρέας, βρέθηκε πεταμένο έξω από το παράθυρο.

l127

l121Περπάτησε στον διάδρομο μέχρι να συναντήσει μια ανοιχτή πόρτα.  Η πρώτη που συνάντησε ήταν αυτή του κελιού της 76χρονης Αδελφής Catherine, κατά κόσμον Tadea Benz.  H ηλικιωμένη μοναχή κοιμόταν βαθειά.

Tadea Benz

Tadea Benz

Της έκλεισε με το χέρι του το στόμα, ώστε να την εμποδίσει να φωνάξει.  Την έγδυσε ή την εξανάγκασε να γδυθεί (η κατάθεσή του ήταν συχνά μπερδεμένη).  Την βίασε, την στραγκάλισε και την μαχαίρωσε.  Μια εφημερίδα έγραψε ότι την ώρα του βιασμού η μοναχή προσευχόταν δυνατά, αλλά κανείς δεν έσπευσε σε βοήθειά της.  Το γυμνό της πτώμα ανακαλύφθηκε στο πάτωμα του κελιού της, λίγες ώρες αργότερα.  Υπήρχε αίμα στο κορμί της και στους τοίχους του κελιού.

To μοναστήρι του St Francis

To μοναστήρι του St Francis

To παράθυρο, απ' όπου μπήκε ο Johnny στο μοναστήρι

To παράθυρο, απ’ όπου μπήκε ο Johnny στο μοναστήρι

Το κελί της μοναχής και τόπος του εγκλήματος

Το κελί της μοναχής και τόπος του εγκλήματος

Το κελί της μοναχής και τόπος του εγκλήματος

Το κελί της μοναχής και τόπος του εγκλήματος

Υπήρξαν μάρτυρες που είχαν δει τον Johnny να περιφέρεται γύρω από το μοναστήρι και η αστυνομία δεν άργησε να συλλάβει τον 17χρονο, ο οποίος στην αρχή παραδέχτηκε την ενοχή του και στην συνέχεια αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του στο έγκλημα. Συνέχισε να υποστηρίζει την αθωότητά του μέχρι την ημέρα της εκτέλεσής του.  Τα αποδεικτικά στοιχεία, όμως, ήταν αμείλικτα: τα δακτυλικά του αποτυπώματα βρέθηκαν τόσο στα δύο μαχαίρια όσο και στο κελί της μοναχής, ενώ τρίχες, που έμοιαζαν με αυτές από την περιοχή των γεννητικών του οργάνων ανακαλύφθηκαν στους γλουτούς του θύματος.

garrett_johnny_frank1Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο.  Μεταφέρθηκε στην Πτέρυγα των Μελλοθανάτων της φυλακής του Huntsville του Texas.  Εκεί, φύλακες και συγκρατούμενοι τον άκουγαν συχνά να συνομιλεί με φανταστικά πρόσωπα μεγαλοφώνως, «συζητήσεις» που, πολλές φορές, διαρκούσαν ολόκληρα μερόνυχτα.  Αν και οι δεσμοφύλακες στο Huntsville ήταν συνηθισμένοι σε διαταραγμένους κρατούμενους, ομολογούσαν ότι ο Garrett ήταν ο «πιο τρελός από όλους».  Η γιατρός Dorothy Lewis που πραγματοποίησε την ψυχιατρική του εξέταση, κατέληξε πως έπασχε από διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας.  Με άλλα λόγια ο Johnny είχε δημιουργήσει κι άλλες προσωπικότητες, οι οποίες επιβαρύνονταν με τον πόνο που του είχαν προκαλέσει οι γύρω του όλα αυτά τα χρόνια, ώστε να μπορεί ο ίδιος να αντέξει και να επιβιώσει.

garrettΟ ψυχίατρος της φυλακής διέγνωσε πως ο νέος ήταν σχιζοφρενής.  Του έγραψε ισχυρότατη αντιψυχωσική φαρμακευτική αγωγή η οποία, όμως, δεν κατόρθωσε να κάνει τις φωνές στο κεφάλι του να σιωπήσουν.

Ο Johnny παρέμεινε στην Πτέρυγα Μελλοθανάτων μέχρι τα 28 χρόνια του, το 1992 οπότε και εκτελέστηκε.  Τον Ιανουάριο του 1992 ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ έκανε έκκληση να του δοθεί χάρη.  Το ίδιο έκαναν και οι μοναχές του St Francis.  Στρατιές ψυχιάτρων δήλωναν ότι δεν είναι δυνατόν να θανατωθεί ένας νέος 28 ετών, για ένα έγκλημα που διέπραξε στα 17 του υπό το κράτος σοβαρότατης ψυχικής ασθένειας, που του είχε δημιουργηθεί από αδιανόητη κακοποίηση επί σειρά ετών.

1 2 3 4

Δημοσιεύματα για την υπόθεση

Δημοσιεύματα για την υπόθεση

Στις εφέσεις οι δικηγόροι υπεράσπισης παρουσίασαν όλα τα στοιχεία της βάναυσης κακοποίησης που είψχε υποστεί από τους πατριούς του και οι ψυχίατροι βεβαίωσαν την διαταραχή πολλαπλών προσωπικοτήτων.  Τίποτα από αυτά, όμως, δεν στάθηκε ικανό να αλλάξει την δικαστική απόφαση.

Στις 11 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, ο Johnny Frank Garrett μπήκε στον θάλαμο εκτελέσεων της φυλακής Huntsville. H μητέρα του και οι αδελφές του, Jeane και Janet, ήταν παρούσες.  Η Charlotte του είπε πολλές φορές πως τον αγαπούσε και πως «θα κοιμόταν και όλα θα ήταν καλά».  Έξω από τις φυλακές υπήρχε συγκεντρωμένο πλήθος που ζητωκραύγαζε για την εκτέλεσή του καθώς και μέλη της Διεθνούς Αμνηστείας που φώναζαν συνθήματα κατά της θανατικής ποινής.

l286Όταν τον έδεσαν στο φορείο o Johnny είπε: «ευχαριστώ τους φίλους μου που έκαναν τα πάντα για να αποφευχθεί όλο αυτό…  τον πνευματικό μου που με βοήθησε να το αντέξω.  Θέλω να ευχαριστήσω την οικογένειά μου για την αγάπη της.  Ο υπόλοιπος κόσμος μπορεί να πάει να γαμηθεί».

Καθώς του έκαναν την θανατηφόρο ένεση, ο Johnny είχε καρφωμένο το βλέμμα του στο ταβάνι.  Ο θάνατος ήρθε μέσα σε μερικά λεπτά και ήταν καλύτερος και σπλαχνικότερος από την σύντομη ζωή του.

l266Συνεχίζεται

crime_and_punishment22

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: