
Johnny Frank Garrett
Της Νίνας Κουλετάκη
Η φρίκη στην παιδική ηλικία
Η υπόθεση του Johnny Frank Garrett είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση διαμόρφωσης μιας σοβαρά διαταραγμένης προσωπικότητας, απόλυτης σύγχισης αναφορικά με την σεξουαλικότητα, κατασκευασμένης ροπής προς την ακραία βία και, όλα αυτά, μέσα από το πιο οικείο περιβάλλον, αυτό της άμεσης οικογένειας.
Ο Johnny Frank Garrett γεννήθηκε το 1964. Μητέρα του ήταν μια νεαρή, ανύπαντρη γυναίκα, η Charlotte Garrett, η οποία ζούσε στο Amarillo του Texas. Ήταν μια δύσκολη γέννα, το βρέφος άργησε να οξυγονωθεί, με αποτέλεσμα να του μείνει μια ελαφρά εγκεφαλική βλάβη που, όμως, δεν θα ήταν και η τελευταία της ζωής του. Μεγαλώνοντας διαπίστωσε πως είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό ο οποίος, όπως και άλλα νεαρά άτομα της οικογένειας, είχαν υποστεί κακοποίηση.
Ο πρώτος πατέρας που θυμόταν ο Johnny, χωρίς να είναι σίγουρο πως ήταν και ο βιολογικός του πατέρας, ήταν ένας βάναυσος άντρας που χτυπούσε την μητέρα του και τον αδελφό του με ένα μπαστούνι του baseball. H Charlotte, μάρτυρας του Ιεχωβά, βίωνε την μία νευρική κατάρρευση μετά την άλλη, χωρίς να μπορεί να πάρει τη ζωή της στα χέρια της και να βοηθήσει τον εαυτό της και τα παιδιά της.

Johnny Frank Garrett
Όταν το αγόρι ήταν δύο χρονών η μητέρα του, μετά από ένα ακόμη επεισόδιο, κλείστηκε σε νευρολογική κλινική και ο Johnny πήγε να ζήσει με τους γονείς της Charlotte, σε ένα αφιλόξενο, κρύο σπίτι, γεμάτο κατσαρίδες. Οι παππούδες κάθε άλλο παρά στοργή επιφύλασσαν για το εγγόνι τους: τον άφηναν σχεδόν νηστικό και τον χτυπούσαν για το παραμικρό. Τον μεγάλωναν με τον ίδιο τρόπο που είχαν μεγαλώσει και την κόρη τους. Μαζί με τον Johnny τα ίδια περνούσε και η εξαδέλφη του Kathalene η οποία επίσης ζούσε στο σπίτι των παππούδων.
Όταν ο Johnny έφτασε σχεδόν τεσσάρων ετών, η μητέρα του βγήκε από το ψυχιατρείο και θέλησε να επανενώσει την οικογένειά της. Χώρισε τον άνδρα της μα σύντομα ξαναπαντρεύτηκε και η νέα οικογένεια εγκαταστάθηκε σ’ ένα άθλιο τροχόσπιτο. Ο πατέρας αρ. 2 του Johnny δεν ήταν σε τίποτα καλύτερος από τον αρ. 1: τον χτυπούσε διαρκώς και συνήθιζε, όπως άλλωστε και η γιαγιά του παιδιού, να τον κρατούν σχεδόν κολλημένο στην ξυλόσομπα, όταν δεν σταματούσε το κλάμα. Η ξαδέλφη του Kathalene θυμάται τις κραυγές πόνου του μικρού Johnny και τα σημάδια που δεν έφυγαν ποτέ από το κορμί του.
Η μητέρα του αγοριού εξακολούθησε να αραδιάζει παιδιά και να τα παραμελεί, καθώς η ψυχική της υγεία δεν της επέτρεπε ν’ ασχοληθεί μαζί τους. Έτσι, τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ο Johnny πηγαινοερχόταν σαν αζήτητο πακέτο ανάμεσα στο φριχτό σπίτι των παππούδων και στο διαλυμένο τροχόσπιτο της μητέρας του. Η γιαγιά του τον αποκαλούσε μπάσταρδο και τον χτυπούσε στο κεφάλι. Τον έντυνε με κοριτσίστικα ρούχα και τον παρέδιδε στον παππού, ο οποίος τον κακοποιούσε σεξουαλικά. Η ξαδέλφη του κατέθεσε αργότερα ότι άκουγε τον Johnny να κλαίει σπαρακτικά κατά την διάρκεια αυτών των «συναντήσεων», που λάμβαναν χώρα δυο φορές την εβδομάδα.

H Charlotte Garrett το 2004
Κάποια στιγμή η Charlotte ξαναμάζεψε τον Johnny, τον μεγαλύτερο αδελφό του και τα τρία μικρότερα αδέλφια του –δυο κορίτσια και ένα αγόρι- στο τροχόσπιτο, σε μια νέα προσπάθεια να ζήσουν ως οικογένεια. Ήταν η εποχή που έκανε την εμφάνισή του ο πατέρας αρ. 3, τρεις φορές χειρότερος από τους προηγούμενους. Στους ξυλοδαρμούς και στην σωματική κακοποίηση, αυτή την φορά, προστέθηκε και η σεξουαλική. Ο «πατέρας» ανάγκαζε το παιδί να κάνει στοματικό σεξ, τόσο σ’ εκείνον όσο και σε έναν φίλο του και δεν άργησε να περάσει στον σοδομισμό. Ανάγκαζε το αγόρι να παίρνει εξευτελιστικές πόζες γυμνό και το σοδόμιζε, ενώ η μητέρα του βρισκόταν στην δουλειά. Άνεργος ο ίδιος, είχε αναλάβει να «προσέχει» τα παιδιά και κακοποιούσε συστηματικά τον Johnny ενώ τα μικρότερα αδέλφια του κοιμόνταν στο διπλανό δωμάτιο. Με απειλές και ξυλοδαρμούς εξασφάλιζε την σιωπή του παιδιού.
Ήδη η προσωπικότητα του Johnny είχε υποστεί απίστευτη κακοποίηση και διαστροφή. Το αγόρι είχε γίνει ένα προβληματικό παιδί, κλεισμένο στον εαυτό του, διαρκώς τρομοκρατημένο, με βλέμμα πανικόβλητο. Όμως κανείς δεν ασχολιόταν ουσιαστικά μαζί του, ώστε να παρατηρήσει τα ανησυχητικά σημάδια και να τους δώσει την δέουσα σημασία.
Η Charlotte χώρισε και από τον τρίτο βάναυστο σύζυγο, αλλά ο Johnny δεν απαλλάχτηκε από την «πατρική στοργή». Αντίθετα ο πατριός του εξακολουθούσε να βρίσκεται στην ζωή του με τρόπο απειλητικό και, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να τον οδηγήσει σε κάποιον φίλο του, ο οποίος γύριζε πορνό ταινίες παιδοφιλικού περιεχομένου. Το αγόρι εξαναγκάστηκε να κάνει σεξ με ενήλικους άντρες αλλά και με έναν σκύλο! Ο Johnny θα κατέθετε αργότερα ότι είχε δει μικρά παιδιά επτά ετών να συμμετέχουν στα γυρίσματα.

Johnny
Φτάνοντας στην εφηβεία ο Johnny εκδιδόταν κανονικά από τον πατριό του. Ήταν ένα αδύνατο και μικροκαμωμένο αγόρι κι έδειχνε μικρότερος από την ηλικία του, γεγονός που άρεσε στους «πελάτες», ανάμεσα στους οποίους –σύμφωνα με μαρτυρία του Johnny- ήταν ένας δικαστής κι ένας πολύ γνωστός επιχειρηματίας.
Η αδιάκοπη, σωματική και σεξουαλική, κακοποίηση του παιδιού έπρεπε κάπου να εκτονωθούν. Όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Johnny άρχισε να επιδεικνύει μια παραβατική και βίαιη συμπεριφορά, τόσο στο σχολείο όσο και στη γειτονιά. Όταν τραυμάτισε σοβαρά έναν συμμαθητή του, πετώντας του ένα βαρύ, γυάλινο σκεύος στο κεφάλι, τον έστειλαν στο αναμορφωτήριο. Εκεί η πνευματική του υγεία διαταράχθηκε εντελώς, καθώς ήταν σίγουρος ότι, άτομα που δεν γνώριζε, καραδοκούσαν για να του επιτεθούν και να του κάνουν κακό. Έπρεπε, λοιπόν, να επιτεθεί πρώτος αυτός. Βαθειά διαταραγμένος, συνήθιζε να αυνανίζεται τοποθετώντας, ταυτόχρονα, μπουκάλια στον πρωκτό του αλλά και να προσπαθεί να κάνει το ίδιο σε πιο αδύναμους από αυτόν. Το θύμα, όπως συχνότατα συμβαίνει, είχε μεταλλαχθεί σε θύτη.

Johnny
Στο μεταξύ η, εξίσου διαταραγμένη μητέρα του, είχε παντρευτεί και χωρίσει για τέταρτη φορά. Προσπαθώντας να συμμαζέψει τα κομμάτια της δικής της κατεστραμμένης ζωής, δεν είχε χρόνο –για άλλη μια φορά- να ασχοληθεί με τα σοβαρά προβλήματα του Johnny, o οποίος είχε πλέον εντελώς ξεφύγει. Προσπαθώντας να ξεχάσει και να ξεπεράσει ό,τι άσχημο του συνέβαινε, το αγόρι υποκρινόταν ότι έβγαινε από το σώμα του και όλα τα φρικτά συνέβαιναν σε κάποιον άλλο και όχι στον ίδιο. Με χαμένα, πια, τα λογικά του έκανε επιθέσεις σε αγνώστους, όντας σίγουρος ότι σκόπευαν να τον βλάψουν.
Έχοντας καταντήσει φόβος και τρόμος στη γειτονιά, οι αρχές τον έκλεισαν ξανά σε αναμορφωτήριο απ’ όπου βγήκε το καλοκαίρι του 1981, σε ηλικία 17 ετών. Για μια ακόμη φορά άρχισε να μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο σπίτι των παππούδων και το τροχόσπιτο της Charlotte. Περιφερόταν άσκοπα στην γειτονιά και συνήθιζε να παρακολουθεί τις καλόγριες του τοπικού μοναστηριού να πηγαινοέρχονται, πολλές από τις οποίες ήταν συνομήλικες με την μισητή γιαγιά του.
Την τελευταία ημέρα του Οκτώβρη του 1981, ο δεκαεπτάχρονος Johnny επισκέφτηκε την γιαγιά και τον παππού του, οι οποίοι τον προσέβαλαν και τον ανάγκασαν να τραπεί σε φυγή. Προμηθεύτηκε αλκοόλ, μέθυσε και κατευθύνθηκε στης μητέρας του, η οποία είχε πρόσφατα μετακομίσει από το τροχόσπιτο σε ένα σπίτι κοντά στο μοναστήρι του St Francis. Κανείς δεν γνωρίζει τι συνέβη εκεί –ούτε ο ίδιος, καθώς η διαρκής κακοποίηση και τα χτυπήματα στο κεφάλι του είχαν δημιουργήσει κενά μνήμης και παραισθητικά επεισόδια- αλλά όταν έφυγε από εκεί η μητέρα του φορούσε μόνο ένα εσώρουχο, όπως κατέθεσε και μια γειτόνισσα που την είδε να στέκεται στην πόρτα του σπιτιού.


Της Νίνας Κουλετάκη

Η φωτογραφία υπήρξε ανέκαθεν σημαντικό μέσο καταγραφής ενός εγκλήματος. Ο θύτης και το θύμα, η σκηνή του εγκλήματος, οι τόποι κατοικίας των εμπλεκομένων, τα όπλα, η σύλληψη του ενόχου, η διεξαγωγή της δίκης κ.λ.π., απαθανατίστηκαν από τον φακό στην πάροδο των χρόνων.
Η εγκληματολογία χρησιμοποίησε, επίσης, την φωτογραφία για να υποστηρίξει την άποψη ότι οι εγκληματίες παρουσιάζουν κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά, αναλόγως του είδους του εγκλήματος.
Η φωτογράφηση μεμονωμένων χαρακτηριστικών εγκληματιών (ματιών, χειλιών, αυτιών κ.λ.π.) δημιούργησε μια βάση δεδομένων για την δημιουργία πορτραίτων υπόπτων, που θα οδηγούσαν στην αναγνώρισή τους.
Όμως τα πορτραίτα των εγκληματιών του κοινού ποινικού δικαίου δεν ήταν τα μόνα που παρουσιάστηκαν στην έκθεση της Νέας Υόρκης. Σημαντικό τμήμα καταλάμβαναν οι φωτογραφίες πολιτικών κρατουμένων, αναρχικών κυρίως, οι οποίοι σύμφωνα με τα ειωθότα της εποχής, αντιμετωπίζονταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Ένα εκτεταμένο φωτογραφικό ρεπορτάζ για την έκθεση μπορείτε να βρείτε 

Στα τέλη του Φεβρουαρίου του 1932, η Daisy ταξίδεψε από το Germiston –όπου έμενε τότε με την οικογένειά της- στο Turffontein, προκειμένου να αγοράσει αρσενικό από ένα φαρμακείο, του οποίου ο ιδιοκτήτης δεν την γνώριζε. Ισχυρίστηκε πως χρειαζόταν το δηλητήριο για να σκοτώσει τη γάτα της που ήταν βαριά άρρωστη και υπέγραψε στο βιβλίο (απαραίτητο εφόσον αγόραζε δηλητήριο) με το όνομα του προηγουμένου συζύγου της: Sproat. Δεν θα περάσει ούτε μια εβδομάδα κι ο Rhodes θα αρρωστήσει στη δουλειά, αφού έχει πει καφέ από το θερμός που του ετοίμαζε, κάθε πρωί, η μητέρα του. Επίσης, αλλά ελαφρότερα, θα αρρωστήσει κι ο συνάδελφός του 
Μετά από αυτά τα στοιχεία η Daisy de Merkel συνελήφθη και κατηγορήθηκε για τις δολοφονίες των τριών ανδρών. Η υπόθεση απασχόλησε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και η δημοσιότητα που δόθηκε ήταν πρωτοφανής. Ο φαρμακοποιός από το Turffontein, Abraham Spilkin, από τον οποίο η de Merkel είχε αγοράσει το αρσενικό με το οποίο δηλητηρίασε τον γιο της, την αναγνώρισε στις φωτογραφίες των εφημερίδων και παρουσιάστηκε στην αστυνομία για να καταθέσει το γεγονός, προσκομίζοντας και το βιβλίο όπου είχε υπογράψει η γυναίκα.
Tης Νίνας Κουλετάκη
Η 
Η στρυχνίνη είναι μια άχρωμη ή ροζ κρυσταλλική σκόνη, με ιδιαίτερα πικρή γεύση. 100mg στρυχνίνης αρκούν για μια θανατηφόρα δόση, εντούτοις μοιραία έχουν αποβεί περιστατικά όπου η δόση ήταν κατά πολύ μικρότερη, ακόμα και 15mg. Για την εμφάνιση των συμπτωμάτων είναι αρκετή και η ελάχιστη δόση των 5mg. Η δηλητηρίαση από στρυχνίνη έχει ως αποτέλεσμα έντονους μυικούς σπασμούς, τόσο δυνατούς ώστε το σώμα να νοιώθει αφόρητους πόνους. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να διαρκέσει πάνω από πέντε λεπτά, κατά την διάρκεια των οποίων το θύμα διατηρεί τις αισθήσεις του και βιώνει ένα μαρτύριο. Όπως είναι φυσικό, οι έντονοι αυτοί σπασμοί εμποδίζουν την λειτουργία των πνευμόνων και το θύμα καταλήγει το πολύ μέσα σε μία ώρα, από αναπνευστική ανεπάρκεια. Την εποχή που εξετάζουμε η στρυχνίνη χρησιμοποιόταν ευρέως ως ποντικοφάρμακο, γεγονός που καθιστούσε πολύ εύκολη την προμήθειά της.
Βιβλιοπωλεία ΙΑΝΟΣ – Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ)

Της Νίνας Κουλετάκη
Η αίσθηση που προκάλεσε το «Twin Peaks» ήταν μεγάλη. Μια, φαινομενικά συνηθισμένη, αστυνομική σειρά κατάφερε να εντυπωσιάσει με το πρωτότυπο για την εποχή σενάριο αλλά και την σκηνοθετική ματιά του Lynch. Σάρωσε τα βραβεία Emmy και Χρυσές Σφαίρες, τόσο σε συνολικό επίπεδο όσο και σε αυτό των πρωταγωνιστών της. H υποβλητική μουσική του 
την σκηνή με το όνειρο του Cooper αναφορικά με το «Κόκκινο Δωμάτιο»

και την μακάβρια σκηνή με το, τυλιγμένο σε πλαστικό, πτώμα της 
Διαθέτει, ακόμη, σκέτα κουτιά, χωρίς διοράματα, για διάφορες χρήσεις, με σκίτσα βασισμένα στην τηλεοπτική σειρά.
Η Kristina πουλάει τις δημιουργίες της μέσω διαδικτύου, από το κατάστημα που διατηρεί στο Etsy αλλά και από το site της. Οι σύνδεσμοι και για τα δύο στο τέλος του άρθρου.


Οι μέρες περνούν χωρίς ίχνος της Julie. O Σκιαδόπουλος προσποιείται ότι ανησυχεί πολύ, ψάχνει παντού για να την βρει, φτάνοντας μέχρι του σημείου να απευθυνθεί στις τηλεοπτικές εκπομπές αναζητήσεων των δημοσιογράφων Χαρδαβέλλα και Νικολούλη. Το σενάριο του Σκιαδόπουλου δεν φαίνεται να πείθει την Ασφάλεια, που έχει αναλάβει την υπόθεση της εξαφάνισης της Scully. Οι αξιωματικοί Βασίλης Τσιατούρας και Σταύρος Σταυρόπουλος, καλούν τον Σκιαδόπουλο στην Ασφάλεια και τον ανακρίνουν όλη νύχτα. Το επόμενο πρωί, δεκαεννέα ημέρες μετά τη δολοφονία, ο Γιώργος Σκιαδόπουλος ομολογεί και οδηγεί τους αστυνομικούς στο σημείο που είχε πετάξει το πτώμα. Η βαλίτσα με το μισοκαμένο, ακέφαλο σώμα της Julie ανασύρεται από τον βυθό της λίμνης, ενώ το κεφάλι –παρά τις προσπάθειες των ανδρών και δυτών του Λιμεναρχείου Καβάλας- δεν βρέθηκε ποτέ.
Οι πληγές, φυσικά, γι αυτούς που μένουν πίσω είναι πάντα ανοιχτές. Η έρευνά μου για το τι απέγινε η κόρη της Julie, η τρίχρονη Katie την εποχή της δολοφονίας, έδειξε ότι σήμερα είναι μια όμορφη κοπέλα (μοιάζει πολύ στην μητέρα της), που σπουδάζει marketing στο Purdue University και που, φαινομενικά, έχει μια άνετη, πλούσια και ξένοιαστη ζωή. Το γεγονός, όμως, ότι από το άλμπουμ με τις φωτογραφίες από την παιδική της ηλικία (τουλάχιστον αυτό που κοινοποιεί στο facebook) δεν περιέχει ούτε μία που να την δείχνει με την μητέρα της, μαρτυρά την ύπαρξη ενός αγκαθιού. Tο ίδιο αγκάθι υπάρχει και στο προφίλ του πατέρα της. Ο Tim Nist δεν ξαναπαντρεύτηκε, αφιέρωσε τη ζωή του στην ανατροφή της κόρης του (σε ανάρτησή του καμαρώνει ότι «έκανε πολύ καλή δουλειά») και στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με το αγαπημένο του χόμπυ, την επισκευή και συντήρηση παλιών αυτοκινήτων. Οι σχέσεις του Tim και της Katie με την οικογένεια της Julie παραμένουν στενές.
Λόγω της υπηκοότητος της Julie Scully, η υπόθεση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και στην Αμερική. Στις εφημερίδες, αλλά και στο βιβλίο, που μελέτησα για αυτό το άρθρο, επικρατεί η άποψη ότι ο Σκιαδόπουλος ήταν ένας νεαρός ζιγκολό, που είχε βάλει στο μάτι τα χρήματα της όμορφης γυναίκας. Συγγενείς της και φίλοι, αν και την παρουσιάζουν ως μια έξυπνη, δυναμική γυναίκα, δεν αντιλαμβάνονται πώς έπεσε στην παγίδα του Σκιαδόπουλου, αναγνωρίζουν πάντως πως πρέπει να τον ερωτεύτηκε τρελά, κάτι που δεν φαίνεται να δέχονται για τον ίδιο. Εμείς, όμως, ξέρουμε πως το ερωτικό πάθος μπορεί ανά πάσα στιγμή να κορυφωθεί με ένα έγκλημα. Το έχουμε διαβάσει πολλές φορές σε αυτό το blog, το έχουμε δει να συμβαίνει συχνότατα στις ανθρώπινες κοινωνίες, ανεξαρτήτως γεωγραφικού μήκους και πλάτους, με δράστες και θύματα από όλα τα κοινωνικά στρώματα και όλων των μορφωτικών επιπέδων. Είναι, δε, τόσο αναγνωρίσιμο και κοινό που έχει απεικονιστεί σε σημαντικά έργα της εικαστικής τέχνης και της λογοτεχνίας.
-Πάνου Σόμπολου, «Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα»
















ΑΥΤΟΠΤΕΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ