Ένα ποιητικό παραμύθι ; Η έκπληξη ήταν εύλογη σε φίλους και γνωστούς.
Όμως η ιδέα δεν ήταν νέα, είχε σφηνωθεί στο νου μου, αρκετά χρόνια πριν, όταν μια
ερασιτεχνική θεατρική ομάδα,αναζητούσε έργο, που να απευθύνεται στα παιδιά και είχε
καταλήξει, μετά από ατέλειωτες συζητήσεις, στην “ΕΛΙΖΑ” της
Ξένιας Καλογεροπούλου.
Είχα διαβάσει το κείμενο , μ ́άρεσαν οι ιδέες της και με είχε εντυπωσιάσει πολύ, το κεντρικό πρόσωπο, ένα θαρραλέο κορίτσι, που αναζητούσε τον αγαπημένο σύντροφο, που είχε χαθεί. Μπορούσε μια ερωτική ιστορία να είναι κατάλληλη, ενδιαφέρουσα και χρήσιμη στο ευαίσθητο κοινό των παιδιών ;
Μια επιφύλαξη με άγγιζε,γιατί η επιλογή ενός αγγλικού μύθου; τη συγκίνησε (την Ξ.Κ.) το θέμα που είχε κάποια πρωτοτυπία ; Ένα κρητικό παραμύθι. που είχα ακούσει παιδί και διάβασα τελευταία ( στην συλλογή Ελένης Δουνδουλάκη- Ουστομανωλάκη) – πολύ κοντά στην κεντρική ιδέα της “Ελίζας” , μπορούσε να αναπτυχθεί; Το ερώτημα με φόβιζε και οι αμφιβολίες αγκύλωναν, όμως ξαφνικά βρέθηκα να γράφω ασταμάτητα, την ιστορία της “Κεραδοπουλας” του Τζίνι Μαντσίνι τον σεβντά. Άρχισα χωρίς επιφύλαξη, την έμμετρη διήγηση, δεν δοκίμασα καθόλου μια φυσικότερη γραφή πρόζας. Γιατί άραγε ; Δεν μπόρεσα να το εξηγήσω, δεν με απασχολούσε.
Το παραμύθι, από κάποιες υπόγειες διαδρομές,σαν να είχε
μετασχηματισθεί, ο στίχος ήταν η πιο άμεση έκφραση και η μόνη.
Είχα κάνει προσπάθειες στο παρελθόν στην παραδοσιακή ποίηση και με παταγώδη αποτυχία, πως άραγε επιχείρησα να διαβώ αυτό το ποτάμι, που δεν ήταν καθόλου για μένα πλωτό ;
Νομίζω ότι αυτά έρχονται μετά, το ωραίο παραμύθι, ήταν το εισιτήριο, για μιαν άγνωστη διαδρομή, σ ́έναν κόσμο χαμένο και μοναδική ευκαιρία, τον χειμώνα εκείνον τον βαρύ και δύσκολο.
Όταν τέλειωσε μετά τις πρώτες διορθώσεις, ήξερα ότι θα έπρεπε να παρουσιασθει ή να εκδοθεί. Δεν έγινε, το είδος έμοιαζε παρωχημένο, μακριά από τις σύγχρονες απόψεις. Δεν με ένοιαζε, διαισθανόμουν ότι δεν ήταν λάθος .
Όχι χωρίς αφορμή, τα επόμενα χρόνια με απασχόλησαν δυο πολύ οικεία σε μένα παραμύθια, ο “Σακοράφος” και ο “ ο Τσιρτσώνης”, συμπλήρωσαν τον Τζίνι Μαντσίνι δημιουργούσαν,πιο σωστά εικονογραφούσαν ένα τρίπτυχο, που ενώ δεν είχα προσχεδιάσει, ανταποκρινόταν, με ανεξήγητο τρόπο, στις σκέψεις, τα προβλήματα και τις αγωνίες, που με απασχολούσαν, την δεκαετία του 1990, όταν παρακολουθούσα τα παιδιά να μεγαλώνουν.
«Τζινι Μαντσίνι»: Ο πατέρας της έφερε το μαγικο ανήλιαγο πουλί
Αργότερα μετά από 20 χρόνια,όταν έρχισαν τα εγγονάκια, να δοκιμάζουν τα πρώτα τους βήματα, τα παραμύθια μου δεν επαρκούσαν, άρχισα νέα συνοπτικά – το παράδοξο, τα συνόδευαν πρόσωπα φίλων, που ήταν μακριά ή έλειπαν…
Σήμερα γνωρίζω ότι τα παραμύθια αυτά μπορεί να μην φτάσουν ποτέ στο ευρύ κοινό , θα είναι όμως αρκετό να διαβαστούν από λίγους και θυμίσουν φίλους και πολύ όμορφες, ελληνικές διηγήσεις.
Του δωματίου σου η χλιδή, η ευωδιαστή ατμοσφαίρα,
το σώμα σου, ένα αμάλγαμα από σμάλτο και κοράλλι,
που ως τρόπαιο, ακόλαστη, όρθωσες μπροστά μου αχτινοβόλο,
λυτή την άγρια αφήνοντας αγέλη των ιμέρων,
όπλα σκληρά είναι που χτυπούν απελπισμένα απόψε
τα σινικά της πλήξης μας τα τείχη!
Προς τη Σιωπή με τα πικρά και σφραγισμένα χείλη
έχω, οδοιπόρος που η σκληρή θύελλα μαστίζει, στρέψει.
Σ’ αυτή την επικίνδυνη και σκοτεινή καμπύλη,
όταν ωραία θα φλέγεσαι, μαρμάρινη εσύ στήλη,
μη με ζητήσεις: μιά κλειστή θα κρούεις και ξένη πύλη!
Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δε μας σώζει.
(…)
Νίκος Καββαδίας 1973-74-φωτογραφία απο το ουζερί ΒΑΡΔΙΑ στο λμάνι του Ηρακλείου
Τελευαίο βιβλίο ΚΑΒΒΑΔΙΑ:Εξώφυλλο, με σχέδιο του Γιάννη Μόραλη
Γνωρίσαμε τον ποιητή των ανοικτών οριζόντων, πριν την «επάρατη» στα 1964 από την Β΄έκδοση ΜΑΡΑΜΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥΣΙ του ΓΑΛΑΞΙΑ(πρώτη έκδοση 1961 4000 – 2η 2.000 αντ’iτυπα) .
Τον ίδιο είχαμε την τύχη να τον δούμε από κοντά την άνοιξη του 1974 στα πολλά ταξίδια τoυ στην Κρήτη, όποιος ενδιαφέρεται ας ψάξει στο : alkman.gr , όπου έχουν αναρτηθεί περισσότερα από 30 κείμενα σχετικά με τον ποιητή και το Ηράκλειο.
Τατουάζ στο χέρι του Καββαδία (φωτο διαδικτύου
Η σύνδεση του Καββαδία με τον Καίσαρα Εμμανουήλ, αρχίζει με την εμφάνιση του πρώτου και τη συλλογή του ΜΑΡΑΜΠΟΥ (1933) στα νεοελληνικά γράμματα.
Ο Κ.Ε. που έχει γίνει γνωστός από τα 1924 που έχει αρχίσει να συνεργάζεται με τα λογοτεχνικά περιοδικά ( αλλά και τη συλλογή του ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ στα 1929, που είχε καλές κριτικές), παρουσίασε τον Νίκο Καββαδία – στα 1933 με εισαγωγικό σημείωμα στην πρώτη του εμφάνιση (ΜΑΡΑΜΠΟΥ), που ένα σημαντικο ποίημα ήταν αφιερωμένο στον Καίσαρα.
Bρήκαμε μετά από πολύ ψάξιμο, το κείμενο του Κ.Ε. στην έκδοση του Καββαδία στα 1933, του νεαρού ναύτη – που έπεσε σαν αστέρι στα στάσιμα (τότε) νερά της νεοελληνικής ποίησης.
το πουλί του Πόε
Ο Καίσαρ είναι νέος κι αυτός, μόλις έχει εκδόσει την πρώτη συλλογή του (και πολύ σημαντική : ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, 1929) αλλά έχει ήδη κάποιο όνομα και είναι πολύ ευαίσθητος και καλλιεργημένος διανοούμενος, πολύγλωσσος και ευρυμαθής.
Βλέπει τον μικρόσωμο σπινθηροβόλο ναύτη με συμπάθεια και αγάπη, διακρίνει στους στίχους του το φως της αληθινής τέχνης – δεν έχει μικροπρέπειες συνηθισμένες στον καλλιτεχνικό χώρο από τη μυθική εποχή του Δαιδάλου – προλογίζει το ΜΑΡΑΜΠΟΥ, με εξαιρετική κριτική ικανότητα, του ανοίγει το δρόμο , στην δύσκολη περιοχή – ουσιαστικά τον βαφτίζει, είναι ο ανάδοχός του. Ο Νίκος Καββαδίας θα ονομάζεται «Μαραμπού», από το όνομα της πρώτης συλλογής του.
Αρχείο Γ.Ζεβ.
Είναι ο «νονός» του, αλλά αυτό θα χαθεί με το πέρασμα του καιρού, που η μεγάλη στροφή στην ποίηση, με την καθιέρωση του μοντερνισμού και της «ελεύθερης γραφής» και την κυριαρχία της γενιάς του 30, όλοι οι σύγχρονοι παραδοσιακοί θα χαθούν, η λήθη θα καλύψει και το έργο του Καίσαρα Εμμανουήλ.
Ο Νίκος Καββαδίας θα διασωθεί, συμπτωματικά και ίσως γιατί επιβιώνει στο λαϊκό στοιχείο των ναυτικών, στα εμπορικά καράβια , τα μεγάλα πετρελαιοφόρα (τάγκερ) και τα ποστάλια, που διασχίζουν όλες τις θάλασσες. Η ποίησή του πολύ κοντά στα καλύτερα δημοτικά τραγούδια, εύληπτη κατανοητή και ελκυστική , εκφράζει και τον κόσμο της θάλασσας, ιχνογραφεί την σκληρή ζωή των ναυτικών μας, οι ιστορίες μοιάζουν παραμύθια, από άλλους καιρούς, που παρουσιάζουν ωστόσο δικούςμας ανθρώπους. Ας είναι πολυεθνικό το περιβάλλον των ελληνικών πλοίων, οι ήρωες ειναι γνωστοί μας, από τον Αλλαδίνο ως τον νέγρο από το Τζιμπουτί, ο Δον Μπαζίλιο θα ταν από το Τολέδο του Γκρέκο, κι ο Νάγκελ τι να διαφέρει από τον Καπετάν Μπία, που από πλοίαρχος κατάντησε πιλότος(2) στο Ηράκλειο(1955).
Αρθούρος Ρεμπώ (1854-1891)
Ο Καίσαρ Εμμανουήλ είναι βαθύς μελετητής της Γαλλικής ποίησης, αγαπά τους σημαντικούς λογοτέχνες , έχει επηρεαστεί από τις τάσεις που στα τελη του 18ου αιώνα κυριαρχούν (συμβολισμός κλπ) – δεν είναι και συμπτωματικό που στην εισαγωγή του στο ΜΑΡΑΜΠΟΥ διαλέγει στίχους από τον A.Rimbaud, «το τρομερό βρέφος» της γαλλικής ποίησης (Απόσπασμα από τις «Εκλάμψεις» – illuminations. πρόχειρη μετάφραση από την Μόνικα Κ. : αχ! Ο απέραντος εγωϊσμός (η απέραντη φιλαυτία) της εφηβείας, η φιλόσπουδη αισιοδοξία : πως ο κόσμος ήταν γεμάτος λουλούδια εκείνο το καλοκαίρι ! ).
Το παράξενο: ο A.Rimbaud και ο μέντοράς του λίγο πιο μεγάλος στην ηλικία Πωλ Βερλαίν διαφέρουν 8 χρόνια όσο ακριβώς και ο Καίσαρ με τον Καββαδια / δεν φαίνεται να υπάρχουν άλλες αναλογίες.
Ζωγραφικός πίνακας, αριστερά Βερλαίν, δίπλα του Ρεμπώ (φωτο διαδικτύου)
Δεν πέρασε απαρατήρητος, ο άγνωστος βιοπαλαιστής της θάλασσας, που δεν δίστασε να κολυμπήσει στα βαθιά νερά – με την αφροντισιά και το θάρρος των είκοσι χρόνων του.
Καλές κριτικές, εντυπωσιακή είσοδος: ο άγνωστος νεαρός είχε βρει έναν δικό του τρόπο να μιλήσει, να πει τις ιστορίες του : πέτυχε ότι δεν καταφέρνουν λογοτέχνες γερασμένοι στα μελάνια και τα χαρτιά (και όχι σπάνια και στις αμαρτίες ).
Κι έμεινε χρόνια σιωπηλός ο λογοτέχνης ασυρματιστής, μέχρι το 1947 που θα συμπληρώσει με μια νέα μικρότερη (σε έκταση) συλλογή το έργο του ΤΟ ΠΟΥΣΙ.
Καββαδίας φωτο διαδικτύου
Όταν μετά από πολλά χρόνια έπεσε στα χέρια μου ένα μικρό παλιό βιβλιαράκι, ωραία σταχωμένο του 1929, με τίτλο ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, ο μεγάλος φίλος του Μαραμπού (2) ήρθε πολύ κοντά μας, μια ποίηση ελκυστική πρωτότυπη, ακραίου λυρισμού , συνόδευσε πολλές ώρες μας. Ο Καίσαρ Εμμανουήλ, ελάσσων και τελείως ξεχασμένος ταίριαζε και πολύ με του γούστο και τις αισθητικές μας προτιμήσεις.
Ακόμα συγγένευε με τον αγαπημένο μας Νίκο Καββαδία, παρά τις εκτιμήσεις των κριτικών της λογοτεχνίας, που κατατάσσουν, χρονικά και «τεχνοτροπικά»αλλά και αναλύοντας τα τεχνικά – μετρικά και ιδεολογικά – στοιχεία των ποιητών.
Σ αυτόν αφιέρωσε σχετικό ποίημα ο Καίσαρ Ε. :Ν.Χ.αγιερ Μπουφίδης (1899-1950)ποιηση-θέατρο
Ο Καίσαρ Εμμανουήλ γράφει ο άλλος ελάσσων Τάσος Κόρφης: «Μετέφρασε ένα μεγάλο φάσμα ποιητών, αρχίζοντας από τον Πόε, περνώντας από το Ρεμπώ, το ντε Ρεγκνιέ και άλλους και καταλήγοντας στο Βαλερύ και, προπάντων, στο Μαλλαρμέ, τους πιο κοντινούς στην ιδιοσυγκρασία του, αλλά και στις αισθητικές του πεποιθήσεις, ποιητές. Οι μεταφραστικές αυτές προσπάθειες του Εμμανουήλ στα δύσκολα ποιήματα της γαλλικής, προπάντων, ποίησης που μετέφερε στη γλώσσα μας, έχουν, όπως είναι φυσικό, και τις ιδιοτυπίες που διακρίνουν την ποίησή του: η διανοητική, δηλαδή, έντονη επεξεργασία για να βρεθούν οι πιο κατάλληλες (με κριτήρια πάντα την οξεία του ευαισθησία και την πλατιά του καλλιέργεια) λέξεις και μιαν «αριστοκρατικότητα» που τον περιόριζε (κάποτε ερμητικά) πέρα από τα κοινά, σε όσα ο ίδιος νόμιζε για «ποιητικά».
Καίσαρ Εμμανουήλ, ποιητής, 1902-1970προέλευση του αποσπάσματος
Από το διαδίκτυο αντιγράφουμε : «Η λογοτεχνία, όχι ως ομοιοπαθητική στρατηγική σημείων, αλλά κυρίως ως μουσική μετάβαση στον απολεσθέντα παράδεισο, βρήκε στο πρόσωπό του έναν ικανό και αναγκαίο πομποδέκτη. Η ευφωνία, η πλαστική έκφανση δεν διστάζει ούτε στιγμή να θυσιάσει στο βωμό της τη θλιβερή ύλη της πραγματικότητας. Ο αυτοεγκλεισμός μέσα στο βασίλειο των ευήχων λεκτικών συμπλεγμάτων είναι προφανώς η ιδανική λύση σωτηρίας.(…)Μήπως κατά βάση τα σημαινόμενα δεν είναι τίποτε άλλο παρά σημαίνοντα; O ποιητής θα δοκιμάσει ν’ απαντήσει: «Η ποίησις αυτή, καθαρώς σπουδαστηριακή αντίθετη με κάθε απειθάρχητη προβολή, με κάθε σύσπαση του
Ο Ν.Χαγιερ Μπουφίδης, φωτ, από Σ.Λιλιμπάκη
ενστίκτου, με ό, τι ο Rimbaud ονόμαζε dereglement des sens, ορμάται από τη νόηση, σε όλη την έκταση των καθολικών της ιδιοτήτων – παράγοντα τον οποίον θεωρώ, παράλληλα με την ύπαρξη ενός άλλου συντελεστού, μιας ειδικής μουσικής τάσεως, ως τα πρωταρχικά κίνητρα στην ακτίνα της ποιητικής συνθέσεως». Η ομολογία περί «ειδικής μουσικής τάσεως» αρκεί για να μας πείσει: γραφή παραμένει πιστή στις αρχές μιας αρμονικής εκ νέου συναρμολόγησης του θρυμματισμένου περιβάλλοντος.»
Η τελευταίο ποίημα του Καίσαρα Ε. : ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ απο τη συλλογή STILLAE SANGUINIS (σταγόνα αιματος )
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(*) Μετάφραση Γ.Ζ.: Κουρασμένος από τη ζωή
(1) Αναφορά πιθανόν στο ΚΟΡΑΚΙ του Αμερικανού λογοτέχνη Ε.Α.Πόε,που μετέφρασε ο Κάισαρ Εμμανουήλ
(2)δεν είναι οδηγός …αεροπλάνου, αλλά αυτός που οδηγεί τα ξένα πλοία στο λιμάνι
Τα ποιήματα (τμήματα)είναι μεταφορά από το διαδίκτυο :andreaskandreou.blogspot.com/2015/03/blog-post_11.html
Ο Καίσαρ Εμμανουήλ, γνωστός ποιητής του Μεσοπολέμου, έφτασε ως τις μέρες μας με το ΜΑΡΑΜΠΟΥ, την γνωστή ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία.
Ωστόσο είναι αυτός που σύστησε στο κοινό τον ποιητή της θάλασσας και του νόστου, αφού προλόγησε την έκδοση του 1933, του νεαρού ναύτη – δεν ήταν ακόμα ασυρματιστής ο ταλαντούχος Καββαδίας.
Το ποίημα που παρουσιάζουμε έδωσε ασφαλώς την ιδέα στον ναυτικό λογοτέχνη, για το δικό του αντίστοιχο :» Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ» – που λόγω των μελλοποιήσεων είναι πασίγνωστο .
Νίκος Καββαδίας
(*)Πρόκειται γαι τον Γαλλο ποιητή :
Henri de Régnier (1864 – 1936), επηρεασμένο από το ρεύμα των «Συμβολιστών», και ιδιαίτερα από τον Μαλλαρμέ, διάσημος όταν ζούσε, και σήμερα μάλλον ξεχασμένος
και το έργο του La lune jaune (η κίτρινη Σελήνη) που άρεσε κάποτε.
Απόσπασμα:
«Αυτή η μακριά μέρα τελείωσε με ένα κίτρινο φεγγάρι
Που ανεβαίνει νωχελικά ανάμεσα στις λεύκες,
Ενώ στον αέρα που ευωδιάζει, διεισδύει το άρωμα του νερού
Που κοιμάται ανάμεσα στις βρεγμένες καλαμιές.»
( πληροφορίες και πρόχειρη μετάφραση στίχων Μ. Καμαρη )
(1) Λουλούδι της Αναγέννησης, της ελπίδας, της Ποίησης
(2) Πένθιμο λουλούδι: του Άδη πίστευαν οι Αρχαίοι Έλληνες
Η προσκόλλησή μας σ έναν ποιητή ξεχασμένο, οφείλεται κυρίως στον Νίκο Καββαδία, που τον ανέσυρε από την αφάνεια – όταν ο ίδιος έγινε της «μόδας». Τι να ταν ο Καίσαρ , που θαύμαζε ο νεαρός Μαραμπού, τι να έγραψε στο σημείωμα στο πρώτο βιβλίο του 1933, πως ο κατά 8 έτη πρεσβύτερος Εμμανουήλ παρουσίασε τον νέο ναύτη που είχε το θάρρος να μπεί στον χώρο της Τέχνης, με μόνο εφόδιο της καθαρή, ευαίσθητη ματιά του;
Διαβάζοντας και ξανακοιτώντας τους στίχους του βιβλίου ΠΑΡΑΦΩΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, αντιγράφουμε, για να κρίνουν οι φίλοι του ΑΛΚΜΑΝΑ, το ταλέντο και την αξία του Καίσαρα Εμμανουήλ.
Πρώτο πλάνο , ο Όσβαλντ, στους Βρυκόλακες, ελληνι
κό θέατρο, νέες παραστάσεις
ΙΨΕΝΙΚΗ. ΕΛΕΓΕΙΑ
Σαν κάποια τρομαγμένα ελάφια μοιάζουμε
Που αναρριγούν στου δάσους τους ψυθίρους
Σαν κρύα ερεβικά πουλιά είναι οι σκέψεις μας
Που η Θύελλα στο κρανίο μας κάνει γύρους
Τον θάνατο αγαπούμε, μα ακατάλυτα
σιμά της της μας τραβά η Ζωή, οδαλίσκη.
Έτσι χλωμοί,βραχνά τον ςς.ψςήλιο κράξουμε
Σαν άλλοι ιψενικοί τρισάθλιοι ίσκιοι.
Ναυαγοί εμείς χωρίς να ταξιδέψουμε
Χωρίς να πολεμήσουμε ηττημένοι
Ζούμε στη φρικτή μαγεία που δίνουνε
Το αλκοόλ, τοχασίς ενώ η κόκα μας προσμένει
Πρωτη έκδοση του έργου(γραφτηκε 1881)
Οι φίλοι οι συγγενείς δεν μας γνωρίζουνε
«Πως χάλασε! Τι ωραίο παιδί ήταν!»λένε
Μα Ποιος φταίει;- Ίσως ο χλωμός πατέρας μας
Κι ίσως πολλά βιβλία μας να φταίνε…
Γελούμε κλαίμε αναίτια πάντα κι άξαφνα
Σωπαίνουμε σαν τάφοι σε μιαν άκρη
´Ετσι παρανοημένοι στην αρρώστια μας
Περνούμε εμείς στης τρέλας μας τα μάκρη.
Τις νύχτες των δακρύων που ο απράυντος τρόμος μας
Στης πιο σκοτεινής αβύσσου μας τα μέρη
η αυτοκτονία τα κίτρινα τα χείλη της
Με μια αμπούλα μορφίνης Μας προσφέρει
Τότε τα φέρετρα μας μόνοι ανέκκλητα Καρφώνουμε
και πάνω στα σανίδια απλώνουμε τις σάρκες και τα νεύρα μας
Σαν συντριμένα κι ανώφελα παιχνίδια
Έτσι στους κρύους τάφους τάφους κατεβαίνουμε
Φανταστικά μια νύχτα εκεί περνούμε
και την αυγή προσμένουμε ανυπόμονα
Να πάρουμε το δρομο και να βγούμε
Μετα μια ανάξια φίλη που τα μάτια της
Τα υγρά τα ποιητικά που ακόμα αγαπούμε
Να καρτερούμε πραοι να συγχωρήσουμε
για ότι κακό «άφες αυτήν» να πούμε
(Στο κρύο το φιλί του «Γκολτς» ερρίγησε
Τη νύχτα ο μεθυσμένος κρόταφός μας
Ω λίγο ακόμα ο δείκτης μας αν ήθελε
θά μαστε πια στο μνήμα το δικό μας)
Μα ως την χρυσήν η Αυγή σηκώνει αυλαία της
Για να φανεί η λαμπρή μέρα ανάντι
Τυφλοί απ´το τόσο φως, τον Ήλιο κράζουμε
Σαν άλλοι ιψενικοί τρισάθλιοι Οσβά(λ)ντι
Σκηνή από το διεθνές θέατρο του έργου(Οσβαλντ και η μάνα του)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
Πικρή σάτιρα, ο Ίψεν προσφέρει τον γνωστό ήρωα των «Βρυκολάκων» που είναι πρωταγωνιστής στο ποίημα αυτό : ο Όσβαλντ, η θλιβερή ιστορία του, προσαρμόζεται
για την περίσταση, ο ίδιος ο ποιητής παίζει το ρόλο του, στη σκηνή που τροποίησε και μας είναι οικεία.