Si me quieres escribir – 80 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου – μέρος 2: οι εξηγήσεις

Δεκεμβρίου 24, 2016
Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΚΡΙΝΑΝ ΤΗΝ ΕΚΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ποιοι ήταν, όμως, οι παράγοντες που καθόρισαν, κατά το μάλλον ή ήττον, την έκβαση του Ισπανικού Εμφυλίου; Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τέσσερις: την εγγενή στρατιωτική υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο (Α), τη σημασία της ξένης στρατιωτικής βοήθειας (Β), τον βαθμό ομοιογένειας που χαρακτήριζε τους δύο αντιπάλους (Γ) και τη στάση που τήρησαν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες (Δ).

Α.   Η ΕΓΓΕΝΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ

Όταν ξεσπά ο εμφύλιος, ο ισπανικός στρατός αριθμεί περί τους 250 χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι μοιράζονται σχεδόν εξίσου στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Σε τι συνίσταται η υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο:

α.   Ο Εθνικός Στρατός: Επαγγελματισμός και πολεμική πείρα

Η στρατιωτική υπεροχή της οποίας χαίρει ευθύς εξαρχής ο Φράνκο οφείλεται σε δύο στοιχεία:

– Την επαγγελματική στελέχωση των δυνάμεών του: τα 4/5 των ανώτερων και κατώτερων αξιωματικών (καθώς και των υπαξιωματικών) συντάσσονται με τους στασιαστές. Οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν σχεδόν καθόλου στελέχη που θα μπορούσαν να οργανώσουν και να καθοδηγήσουν τον στρατό τους. Η κατάσταση που επικρατεί στο ναυτικό είναι εξίσου ενδεικτική: τα πληρώματα παραμένουν, σε συντριπτικό ποσοστό, πιστά στη Δημοκρατία, αλλά το 90 % των αξιωματικών προσχωρεί στο στρατόπεδο των πραξικοπηματιών. Η συνέπεια είναι η εξής: ενώ η Δημοκρατία ελέγχει τα δύο τρίτα του πολεμικού στόλου, μόλις που μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μισά από τα διαθέσιμα πλοία, μια και της λείπουν οι αξιωματικοί.

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

– Τον έλεγχο των πιο αξιόμαχων μονάδων του ισπανικού στρατού: οι εθνικιστές ελέγχουν από την έναρξη του εμφυλίου τα δύο πιο αξιόμαχα σώματα του ισπανικού στρατού, αυτά δηλαδή που αποτελούν τη Στρατιά της Αφρικής: την Ισπανική Λεγεώνα των Ξένων (Legión Española/ Tercio de Extranjeros) και τις μονάδες τακτικού στρατού που επανδρώνουν Μαροκινοί ιθαγενείς (Ταμπόρες δε Ρεγουλάρες). Πρόκειται για δύο σώματα απολύτως πειθαρχημένα, εμπειροπόλεμα, ποτισμένα από τις ωμές μεθόδους του αποικιακού πολέμου (τις οποίες και θα μεταφέρουν στη μητροπολιτική Ισπανία) και με νοοτροπία θρησκευτικής σχεδόν λατρείας της βίας (η κραυγή της Λεγεώνας είναι «Ζήτω ο Θάνατος»).

Οι πολιτοφυλακές των φιλομοναρχικών Καρλιστών (Ρεκετέ) και της φασιστικής Ισπανικής Φάλαγγας προσδίδουν στον Εθνικό Στρατό τη δύναμη των αριθμών και διακρίνονται για τον φανατισμό τους (που εκδηλώνεται κυρίως μέσω ενός αμείλικτου αντικομμουνισμού).

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Τέλος, μολονότι η εθελοντική στρατιωτική συμμετοχή έχει συνδεθεί κυρίως με το στρατόπεδο των Δημοκρατικών, δεν πρέπει να παραβλέπεται το ότι και οι εθνικιστές είχαν τους δικούς τους αλλοδαπούς εθελοντές μαχητές: περίπου 4 χιλιάδες Πορτογάλοι υποστηρικτές του καθεστώτος Σαλαζάρ, 800 Ιρλανδοί υπό τις οδηγίες του ακροδεξιού εθνικιστή στρατηγού Γιούιν Ο’Ντάφυ, 300 έως 400 Γάλλοι ακροδεξιοί κι αντίστοιχος αριθμός Βρετανών (συνολικά, περίπου 15 χιλιάδες άνδρες).

β.   Το στρατόπεδο των Δημοκρατικών: αυτοσχεδιασμοί πάνω στο ίδιο θέμα

i) Στο ξεκίνημα του εμφυλίου οι μόνες πραγματικά αξιόμαχες δυνάμεις των Δημοκρατικών είναι, παραδόξως, τα σώματα ασφαλείας.

– Το Σώμα Ασφάλειας και Εφόδου ή Αστυνομία Εφόδου (Cuerpo de Seguridad y Asalto/ Guardia de Asalto) συγκροτείται το 1932 από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις. Οι άνδρες του στρατολογούνται κυρίως μεταξύ των υποστηρικτών των δημοκρατικών κομμάτων. Τα τρία τέταρτα του σώματος παραμένουν πιστά στη νόμιμη κυβέρνηση.

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

– Η Χωροφυλακή (Guardia Civil) είναι οργανωμένη με αμιγώς στρατιωτικά πρότυπα και φημίζεται για τις βίαιες μεθόδους καταστολής τις οποίες μετέρχεται. Περίπου το 60 % των ανδρών της υπηρετούν τη Δημοκρατία. Κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου είναι ίσως η μόνη πραγματικά στρατιωτική δύναμη των Δημοκρατικών, κάτι που αποδεικνύει και η συμβολή της στην κατάπνιξη των υποστηρικτών του πραξικοπήματος στη Βαρκελώνη.

Ισπανική Χωροφυλακή

Ισπανική Χωροφυλακή

– Το ίδιο ισχύει και για τους Καραμπινιέρους, οι οποίοι ως τότε ήταν επιφορτισμένοι κυρίως με καθήκοντα φύλαξης τελωνείων και συνόρων.

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

ii) Πολιτοφυλακές. Από ποσοτική άποψη, η κύρια δύναμη των Δημοκρατικών συνίσταται στις πολιτοφυλακές που οργανώνουν κόμματα και συνδικάτα (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί). Οι πολιτοφυλακές διακρίνονται, ίσως, στον αφοπλισμό αμυνόμενων υποστηρικτών των στασιαστών και στις βιαιοπραγίες κατά των κατά τεκμήριο αντιπάλων της Δημοκρατίας, αλλά η στρατιωτική χρησιμότητά τους είναι περιορισμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φάλαγγα αναρχικών του Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Διακρίνεται από σεκταρισμό, αδυναμία συνεννόησης με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και πνεύμα ανυπακοής. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι στόχοι τους αποτελούν αντικείμενο συζήτησης σε επιτροπές και συνελεύσεις. Στο πεδίο της μάχης οι επιδόσεις είναι πενιχρές. Το γεγονός δεν είναι τυχαίο αν λάβουμε υπόψη τα ελαστικά κριτήρια στρατολόγησης στις ομάδες των αναρχικών και ελευθεριακών κομμουνιστών. Το αποτέλεσμα είναι να διεισδύουν στις τάξεις τους άτομα μη ικανά για στρατιωτικές επιχειρήσεις, τυχωδιώκτες που θα επιχειρήσουν να αποκομίσουν οικονομικά κέρδη από τη συμμετοχή τους στις επαναστατικές επιτροπές και πράκτορες των εθνικιστών. Τα ποσοστά λιποταξίας και προσχώρησης στον εχθρό είναι υψηλά μεταξύ των πολιτοφυλακών.

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Η μόνη πολιτοφυλακή με στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία είναι, αναμενόμενα, το 5ο  Σύνταγμα, η πολιτοφυλακή των κομμουνιστών. Από αυτό και θα αναδειχθούν μερικοί από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς διοικητές του πολέμου, όπως, πρωτίστως, ο Ενρίκε Λίστερ, ο Χουάν Γκιγιότο Λεόν ή Μοδέστο και ο, πλέον αμφιλεγόμενος, Βαλεντίν Γονθάλεθ ή Καμπεσίνο.

iii) Διεθνείς Ταξιαρχίες: Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες συγκροτούνται το φθινόπωρο του 1936 με πρωτοβουλία της Κομμιντέρν (Κομμουνιστικής Διεθνούς). Πρωταρχικό ρόλο στη στρατολόγηση και εκπαίδευση των εθελοντών έχει το γαλλικό ΚΚ. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι εθελοντές ήταν κομμουνιστές: υπήρχαν σοσιαλιστές, αναρχικοί, Ρώσοι που είχαν πολεμήσει στον Ρωσικό Εμφύλιο με την πλευρά των ηττηθέντων κι επιθυμούσαν να εξιλεωθούν, Εβραίοι οργανωμένοι στην Μπουντ, ελευθεροτέκτονες κ.ο.κ. Στις ΔΤ υπηρέτησαν συνολικά 35 χιλιάδες άνδρες από 50 τουλάχιστον χώρες, ευρωπαϊκές και μη. Οι Γάλλοι αποτελούσαν σχεδόν το 30 % των εθελοντών, ενώ σημαντικοί ήταν οι αριθμοί των Ιταλών, των Πολωνών, των Γερμανών (Τάγμα Τέλμανν), των Αμερικανών και των Βρετανών. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των εθελοντών εβραϊκής καταγωγής (π.χ. περίπου οι μισοί Πολωνοί ήταν ισραηλίτες στο θρήσκευμα). Στις τάξεις των ΔΤ πολέμησαν και περίπου 300 με 400 μαχητές ελληνικής καταγωγής (160 με ελληνική ιθαγένεια, στην πλειονότητά τους κομμουνιστές και ναυτεργάτες, 65 Ελληνοκύπριοι, οι υπόλοιποι ομογενείς από την Αμερική ή τις χώρες της Ευρώπης). Οι γνωστότεροι στρατιωτικοί διοικητές των ΔΤ ήταν ο Πολωνός Κάρολ Βάτσουαφ Σφιερτσέφσκι ή «Βάλτερ», αξιωματικός του σοβιετικού στρατού, και ο Αυστριακός Μάνφρεντ Στερν ή «Κλέμπερ», αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών του Κόκκινου Στρατού. Οι ΔΤ διαλύθηκαν τον Οκτώβριο του 1938 με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Νεγρίν ως δείγμα καλής θέλησης προς τις δυτικές δημοκρατίες (Γάλλοι και Βρετανοί το είχαν ζητήσει ήδη από το 1937).

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour/ πρακτορείο Magnum

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour/ πρακτορείο Magnum

Η στρατιωτική συμβολή των ΔΤ ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, ειδικά κατά το πρώτο διάστημα του πολέμου, όταν δεν είχε ακόμη οργανωθεί τακτικός στρατός των Δημοκρατικών. Αποτέλεσαν τη δύναμη κρούσης ειδικά στις μάχες για την υπεράσπιση της Μαδρίτης, αλλά κι αργότερα. Περίπου 10 χιλιάδες μαχητές των ΔΤ έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η συμβολική αξία των ΔΤ ίσως και να ξεπερνά τη στρατιωτική. Ενσάρκωναν την ιδέα ενός οικουμενικού λαϊκού μετώπου. Το ιδανικό τους απαθανατίστηκε στα μεγάλα λογοτεχνικά έργα με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο, εκείνα του Μαλρώ και του Χέμινγουέυ.

iv) Λαϊκός Στρατός: Στα μέσα Οκτωβρίου 1936, η κυβέρνηση Λάργο Καμπαγέρο αποφασίζει το λογικό και αυτονόητο, δηλαδή τη συγκρότηση ενός τακτικού «Λαϊκού Στρατού», ο οποίος ενσωματώνει πολιτοφυλακές και ΔΤ υπάγοντάς τες στον Στρατιωτικό Ποινικό και Πειθαρχικό Κώδικα. Το κύριο πρόβλημα του Λαϊκού Στρατού είναι η εκπαίδευση και κατάρτιση στελεχών. Ο χρόνος δουλεύσει σε βάρος των Δημοκρατικών, οπότε το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με ημίμετρα και αυτοσχέδιες λύσεις: ταχύρρυθμη εκπαίδευση (8 εβδομάδες για τους κατώτερους αξιωματικούς), προγράμματα κατάρτισης στην ΕΣΣΔ κ.λπ. Παρά τις δυσκολίες και την εξαρχής μειονεκτική θέση της, η Δημοκρατία κατορθώνει να συγκροτήσει αξιόμαχο στράτευμα, ιδίως κατά την περίοδο διακυβέρνησης Νεγρίν. Ποτέ δεν θα κατορθώσει, όμως, να υπερβεί τα προβλήματα εξοπλισμού και ανεφοδιασμού της. Ως προς το ζήτημα αυτό, ο ρόλος του ξένου παράγοντα αποδεικνύεται καθοριστικός.

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

Β.   Η ΞΕΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

Η ξένη στρατιωτική βοήθεια υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του Ισπανικού Εμφυλίου. Χωρίς την ενίσχυση της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, οι πραξικοπηματίες θα αναγκάζονταν γρήγορα να διαπραγματευθούν με τη νόμιμη κυβέρνηση. Χωρίς την ενίσχυση της ΕΣΣΔ, η Μαδρίτη θα έπεφτε και μαζί της η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία. Η ξένη ενίσχυση ήταν, εν πολλοίς, ο παράγοντας που μετέτρεψε τη σύγκρουση σε πραγματικό πόλεμο.

α.   Δυνάμεις του Άξονα εναντίον ΕΣΣΔ: Στις 25 Ιουλίου 1936, ο Χίτλερ ικανοποιεί σχεδόν αμέσως το αίτημα του Φράνκο για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας. Γνωρίζει ότι η εγκαθίδρυση ενός φασιστικού καθεστώτος στα δυτικά των Πυρηναίων απομονώνει τη Γαλλία κι εξυπηρετεί ιδανικά τα σχέδιά του. Δευτερευόντως, υπάρχει μια σειρά από πρόσθετα οφέλη: προνομιακή εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ισπανίας και δη των πρώτων υλών της, ευκαιρία να δοκιμαστούν όπλα και στρατεύματα σε συνθήκες πραγματικού πολέμου. Άρματα μάχης, αεροπλάνα και βαρέα όπλα τελειοποιούνται χάρη στα διδάγματα του Ισπανικού Εμφυλίου. Νέες τακτικές δοκιμάζονται: μαζικοί βομβαρδισμοί, σχηματισμοί καταδιωκτικών, χρήση αντιαεροπορικών όπλων κατά των αρμάτων μάχης, βελτιστοποίηση της συνεργασίας μεταξύ αεροπορίας και χερσαίων δυνάμεων. Η Γερμανία θα βοηθήσει, αλλά θα αποκομίσει και πολλά οφέλη από τη συμμετοχή της στον πόλεμο.

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Ο Μουσσολίνι έχει συμφωνήσει να βοηθήσει τους στασιαστές πριν από την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Είναι, πάντως, επιφυλακτικός. Αναμένει τη γαλλική στάση. Όταν πεισθεί ότι οι Γάλλοι δεν θα βοηθήσουν τους Δημοκρατικούς στέλνει το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα.

Ο Στάλιν είναι πολύ πιο διστακτικός. Η ΕΣΣΔ αρχικά υπογράφει το Σύμφωνο Μη Επιθέσεως. Αποφασίζει να βοηθήσει όταν πλέον έχουν ήδη επέμβει Γερμανοί και Ιταλοί. Οι λόγοι του είναι ιδεολογικοί και πολιτικοί: δεν μπορεί να αφήσει εντελώς αβοήθητο το ισπανικό προλεταριάτο και δεν μπορεί να επιτρέψει στον Χίτλερ να καταγάγει μια νίκη στη Μεσόγειο.

β.   Η ποιότητα του οπλισμού: Αν πιστέψουμε τα στερεότυπα, τα γερμανικά όπλα ήταν από ποιοτική άποψη τα καλύτερα, τα αντίστοιχα σοβιετικά μέτρια, η ιταλική βοήθεια ελάχιστα σημαντική. Η αλήθεια είναι διαφορετική.

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

i) Τεθωρακισμένα: Σε ό,τι αφορά τα άρματα μάχης, τα μικροσκοπικά ιταλικά Φίατ-Ανσάλντο L3/35 προκαλούν στην εποχή μας το γέλιο. Πραγματικά σαρδελοκούτια, χωρίς πυργίσκο, με ελάχιστη θωράκιση και με οπλισμό δύο πολυβόλα των 8 χιλιοστών, δεν μπορούν να συναγωνιστούν στο ελάχιστο τους αντιπάλους τους. Τα γερμανικά Πάντσερ Ι, λίγο μεγαλύτερα από τα ιταλικά άρματα τσέπης, έχουν πυργίσκο, αλλά η θωράκισή τους είναι επίσης πλημμελής. Το μοναδικό ουσιαστικό πλεονέκτημά τους έγκειται στο ότι είναι τα μόνα που διαθέτουν ασύρματο.

Πάντσερ Ι

Πάντσερ Ι

Τα σοβετικά Τ-26, σχεδιασμένα με βάση βρετανικά πρότυπα, αποτελούν εξαιρετικά ελαφρά τεθωρακισμένα που διαθέτουν όχι απλώς πολυβόλο, αλλά και κανόνι των 45 χιλιοστών. Τα πιο εξελιγμένα ΒΤ-5, που τα διαδέχθηκαν, έχουν καλύτερη θωράκιση, μπορούν να αναπτύξουν υψηλή ταχύτητα και παρουσιάζουν μεγάλη αυτονομία στα καύσιμα. Το μειονέκτημά τους είναι ότι έχουν σχεδιασθεί για επιχειρήσεις σε βάθος επί πεδινού εδάφους. Δεν είναι, επομένως, τα καταλληλότερα για το ημιορεινό, ανώμαλο έδαφος των ισπανικών πεδίων μάχης.

Τ-26

Τ-26

ii) Πολεμική αεροπορία: Τα σοβιετικά καταδιωκτικά Πολικάρποφ Ι-15 και Ι-16 (που οι Δημοκρατικοί ονόμαζαν χαϊδευτικά «μύγες», ενώ οι εθνικιστές με περιφρόνηση «αρουραίους») ήταν προϊόντα πρωτοποριακού σχεδιασμού και πραγματικοί κυρίαρχοι των αιθέρων, κατά πολύ ανώτερα των Χάινκελ 51 και των Φίατ Κίρρι. Τα βομβαρδιστικά Τουπόλεφ SB δεν υστερούσαν σε τίποτε έναντι των Γιούνκερς 52 και των Σαβόια Μαρκέτι. Εντούτοις, οι εθνικιστές επικράτησαν τελικά και στη μάχη για τον έλεγχο του εναέριου χώρου. Ακούγεται κοινότοπο, αλλά οι μηχανές δεν πολεμούν μόνες τους.

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour

γ.   Η χρήση του έμψυχου και άψυχου δυναμικού: Το «εθνικό» στρατόπεδο χρησιμοποιεί τα όπλα του με τρόπο πολύ αποτελεσματικότερο. Αντιθέτως προς τους Σοβιετικούς, οι δυνάμεις του Άξονα στέλνουν στην Ισπανία δύο ομοιογενή σώματα ενόπλων δυνάμεων. Η γερμανική Λεγεών Κόνδωρ επανδρώνεται κυριολεκτικά από την αφρόκρεμα της Λουφτβάφφε. Πειθαρχία, συνοχή, τακτική και στρατηγική τόλμη, σε συνδυασμό με την καλύτερη συνεργασία μεταξύ εδάφους και αέρος δίνουν στους εθνικιστές σαφές πλεονέκτημα στη μάχη των αιθέρων, την ώρα που οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν ούτε επαρκή αριθμό καλά εκπαιδευμένων πιλότων ούτε αντιαεροπορική άμυνα. Το ιταλικό Εθελοντικό Εκστρατευτικό Σώμα αποτελεί ένα πλήρες στράτευμα με απόλυτη συνοχή (4 επίλεκτες ιταλικές μεραρχίες, δύο μεικτές ιταλοϊσπανικές, συν ένα σώμα ΤΘ) και μεγάλη αριθμητική δύναμη (συνολικά 50 έως 75 χιλιάδες Ιταλοί πολέμησαν στην Ισπανία). Η συμβολή του στη νίκη των εθνικιστών είναι αναμφίβολα καθοριστική. Τέλος, Ιταλοί και, κυρίως, Γερμανοί βοηθούν με αποτελεσματικό τρόπο στην εκπαίδευση και κατάρτιση του στρατού του Φράνκο.

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Οι Σοβιετικοί δεν στέλνουν κάποιο ομοιογενές στρατιωτικό σώμα, αλλά συμβούλους, πιλότους και αρματιστές. Τα εξαιρετικά τεθωρακισμένα τους δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ με ικανοποιητικό τρόπο από τους Ισπανούς. Το ίδιο ισχύει και για την αεροπορία, όπου παρατηρούνται και σοβαρά προβλήματα συνεργασίας με τις δυνάμεις εδάφους. Εν γένει, τα προβλήματα συνεννόησης μεταξύ Ισπανών και Σοβιετικών είναι αρκετά, συχνά δε οφείλονται σε λόγους που εκπλήσσουν (την εποχή εκείνη δεν υπάρχει καν ρωσοϊσπανικό λεξικό). Η αποτελεσματικότητα των σοβιετικών δυνάμεων πλήτετται και από την πολιτική του Στάλιν, ο οποίος εναλλάσσει διαρκώς το έμψυχο δυναμικό. Τρεις χιλιάδες Σοβιετικοί πολέμησαν στην Ισπανία, αλλά ποτέ ο συνολικός αριθμός όσων υπηρετούσαν δεν ξεπέρασε τους 800 [1]. Κανείς δεν υπηρετούσε περισσότερο από μερικούς μήνες. Ο Στάλιν είχε τις φοβίες του [2]. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στην εποχή που ξεκινούν οι μαζικές εκκαθαρίσεις στον Κόκκινο Στρατό. Πάντως, ας μην ξεχνούμε τις αντικειμενικές δυσκολίες για τις οποίες η ΕΣΣΔ δεν είχε ευθύνη: οι γραμμές ανεφοδιασμού ήταν ατελείωτες, κάθε αποστολή, χερσαία ή θαλάσσια, αντιμετώπιζε αμέτρητους κινδύνους λόγω του ναυτικού αποκλεισμού και των κλειστών συνόρων. Την ίδια ώρα, Γερμανοί κι Ιταλοί ανεφοδιάζονταν ανενόχλητοι και τα αεροπλάνα και τα τεθωρακισμένα τους συντηρούνταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Τέλος, η αριθμητική υπεροχή ανήκει σαφώς στο στρατόπεδο του Άξονα: 55 ως 90 χιλιάδες άνδρες έναντι 3 χιλιάδων, 1350 αεροσκάφη έναντι 650, πάνω από χίλια ΤΘ προς 320 κ.ο.κ.


[1] Μεταξύ των Σοβιετικών στρατιωτικών που υπηρέτησαν στην Ισπανία συναντούμε αρκετούς από τους πρωταγωνιστές του Ανατολικού Μετώπου: τους μετέπειτα στρατάρχες Κιρίλλ Αφανάσιεβιτς Μερετσκόφ (έναν από τους σωτήρες του Λενινγκράντ), Νικολάι Νικολάγεβιτς Βόρονοφ (ΠΒ) και Ροντιόν Μιχάιλοβιτς Μαλινόφσκι ή τον ήρωα του Σταλινγκράντ Αλεξάντρ Ιλίτς Ροντίμτσεφ, χωρίς να ξεχνούμε τον Ντμίτρι Γκριγκόριεβιτς Πάβλοφ που εκτελέστηκε το 1941 μετά την ταπεινωτική συντριβή στη Λευκορωσία.

[2] Ενδεικτικό των αστοχιών των Σοβιετικών είναι και το ότι από τις εμπειρίες τους στον Ισπανικό Εμφύλιο συνήγαγαν εσφαλμένα συμπεράσματα. Π.χ., έκριναν ότι τα άρματα μάχης δεν είχαν ιδιαίτερη αξία ως αυτοτελές όπλο επίθεσης και για αυτό και διέλυσαν τις μονάδες ΤΘ του Κόκκινου Στρατού, κάτι το οποίο πλήρωσαν ακριβά κατά το πρώτο διάστημα της γερμανικής εισβολής. Το μόνο ωφέλιμο συμπέρασμα για τους Σοβιετικούς ήταν τελικά η χρησιμότητα των πολεμικών αεροσκαφών για να πλήττουν στόχους στο έδαφος. Για τον λόγο αυτό σχεδίασαν και ανέπτυξαν το περίφημο Ιλιούσιν 2 Στουρμόβικ το οποίο αποδείχθηκε υπερπολύτιμο κατά τον Β΄ ΠΠ.


Γ.   Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΑΘΜΟ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ

α.   Ένα συμπαγές εθνικιστικό στρατόπεδο

Ο Φράνκο δεν προοριζόταν από την αρχή για ηγέτης των πραξικοπηματιών. Ο αρχαιότερος κι ανώτερος σε βαθμό ήταν ο στρατηγός Σανχούρχο, σκοτώθηκε όμως σε αεροπορικό δυστύχημα επιχειρώντας να επιστρέψει στην Ισπανία από τον τόπο εξορίας του, το Εστορίλ της Πορτογαλίας [3]. Εγκέφαλος του πραξικοπήματος ήταν ο Εμίλιο Μόλα. Και ο Μόλα σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα κατά την εκστρατεία κατάληψης της Χώρας των Βάσκων, στις αρχές του θέρους του 1937. Πιο εσωστρεφής από τον Φράνκο, είχε χάσει ήδη πολύτιμο έδαφος στον αγώνα για την αρχηγία. Ο Φράνκο έχαιρε, ούτως ή άλλως, εκτίμησης μεταξύ των συναδέλφων του για τις στρατιωτικές ικανότητές του, έχοντας διοικήσει τη Στρατιά της Αφρικής. Ήταν επίσης ο άνθρωπος με τις καλύτερες διασυνδέσεις με το περιβάλλον του Αδόλφου Χίτλερ [4], άρα ο καταλληλότερος για να εξασφαλίσει την απαραίτητη στρατιωτική βοήθεια. Υπήρξε, τέλος, τυχερός και ικανός ώστε να εκμεταλλευθεί όλες τις συγκυρίες και να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες για να εδραιώσει την εξουσία του.

Το εθνικιστικό στρατόπεδο δεν ήταν από την αρχή ομοιογενές. Περιελάμβανε καθολικούς δεξιούς, φιλομοναρχικούς διαφόρων τάσεων, καθαρόαιμους φασίστες όπως τα μέλη της Φάλαγγας κ.ά. Δεν είχαν όλοι τον ίδιο στόχο για το μέλλον. Παλινόστηση της μοναρχίας, εγκαθίδρυση απολυταρχικού καθεστώτος στα πρότυπα της δικτατορίας του Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα και επιβολή φασιστικού κράτους στα ιταλικά πρότυπα ήταν μερικές μόνον από τις επιλογές. Καθοριστική για τη συνοχή του εθνικιστικού στρατοπέδου υπήρξε η συμβολή της Εκκλησίας που γρήγορα συντάχθηκε με τους στασιαστές. Έδωσε στη στρατιωτική εκστρατεία χαρακτήρα σταυροφορίας κατά των άθεων κομμουνιστών, για την προάσπιση της «αιώνιας Ισπανίας», δίχως άλλο καθολικής. Και διασφάλισε την απαραίτητη λαϊκή υποστήριξη για το εγχείρημα των στασιαστών.

Αντιθέτως προς ό,τι διατείνονται οι Δημοκρατικοί, οι εθνικιστές δεν στερούνταν λαϊκής βάσης. Δεν αμφισβητείται ότι η εκκλησιαστική ιεραρχία και ο κλήρος, οι γαιοκτήμονες και οι βιομήχανοι υποστήριζαν ένθερμα το πραξικόπημα. Δεν ήταν, όμως, μόνον αυτοί. Μεταξύ κυρίως των αγροτικών και πιο συντηρητικών στρωμάτων υπήρχαν αρκετοί που αντιμετώπιζαν με τρόμο την προοπτική ανάληψης της εξουσίας από την Αριστερά.

Ο Φράνκο ομογενοποίησε με επιδεξιότητα το σύνολο αυτό. Όσους θεωρούσε επικίνδυνους πολιτικούς αντιπάλους τους εξόντωσε, πολιτικά, ηθικά, ακόμη και φυσικά. Μετά την εκτέλεση του υιού Πρίμο δε Ριβέρα από τους Δημοκρατικούς τον Νοέμβριο του 1936 μπορούσε ανενόχλητος να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του: την ενοποίηση όλων των συστατικών στοιχείων του «εθνικού στρατοπέδου» σε ένα ενιαίο κόμμα, το οποίο ονόμασε «Falange Española Tradicionalista y de las Juntas de Ofensiva Nacional Sindicalista (Ισπανική Φάλαγγα των Παραδοσιακών Αξιών και Επιτροπές Συνδικαλιστικής Εθνικής Επίθεσης)» (19 Απριλίου 1937). Η εξουσία του δεν επρόκειτο να αμφισβητηθεί ποτέ ξανά. Οι έριδες και οι αντιπαλότητες αφορούσαν πλέον τη νομή των θέσεων εξουσίας υπό τον Χενεραλίσιμο.

β.   Έριδες κι ανομοιογένεια

Τα συστατικά του δημοκρατικού στρατοπέδου είναι εξαιρετικά ανομοιογενή. Κεντρώα και κεντροαριστερά κόμματα, σοσιαλιστές διαφόρων τάσεων, «ορθόδοξοι» κομμουνιστές, αντιφρονούντες ως προς τη γραμμή της Μόσχας κομμουνιστές, αναρχικοί. Οι μεταξύ τους διαφωνίες θα αποκρυσταλλωθούν μέσω της δημιουργίας δύο τάσεων: διαφύλαξη της αστικής δημοκρατίας ή επανάσταση. Η αντιπαλότητα αυτή θα εξελιχθεί μεταξύ 3ης και 7ης Μαΐου 1937 σε έναν πραγματικό εμφύλιο εντός του μεγαλύτερου, ιδίως στη Βαρκελώνη. Οι δυνάμεις της «τάξης» (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, σώματα ασφαλείας) συγκρούονται με εκείνες της «επανάστασης» (αναρχικοί, POUM). Οι ένοπλες συγκρούσεις έχουν ως αποτέλεσμα 400 έως 500 νεκρούς και χίλιους τραυματίες. Στο στόχαστρο των επικρίσεων βρίσκεται το ΚΚΙ. Σταλινικό, ενεργούμενο της Μόσχας, δήμιος της επανάστασης, ολετήρας της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, κι άλλα πολλά. Πόσο δικαιολογημένες είναι, τελικά, οι επικρίσεις αυτές;

– Η διάλυση του POUM

«Η γενικότερη μεταστροφή προς τα δεξιά ανάγεται περίπου στο διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1936, όταν η ΕΣΣΔ άρχισε να προμηθεύει με όπλα την κυβέρνηση και όταν η εξουσία άρχισε να περνά από τους αναρχικούς στους κομμουνιστές… Οι Ρώσοι ήταν σε θέση να επιβάλουν τους όρους τους. Δίχως αμφιβολία, οι όροι αυτοί ήταν οι εξής: “εμποδίστε την επανάσταση, διαφορετικά δεν θα σας δώσουμε όπλα!” Δίχως αμφιβολία, το πρώτο χτύπημα κατά των στοιχείων της επανάστασης, η εκδίωξη του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας, δόθηκε κατόπιν διαταγών της ΕΣΣΔ». [Τζωρτζ Όργουελλ «Φόρος Τιμής στην Καταλωνία»]

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες "Λένιν" της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες «Λένιν» της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Το 1935, ο Αντρέου Νιν και ο Τζοακίν Μωρίν ιδρύουν στη Βαρκελώνη το Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης (Partido Obrero de Unificación Marxista/ Partit Obrer d’Unificació Marxista, POUM). Από την αρχή, υφίσται αντιπαλότητα μεταξύ ΚΚΙ και POUM. Οι «ορθόδοξοι» κομμουνιστές κατηγορούσαν το POUM ως τροτσκιστικό. Είναι αλήθεια ότι τα μέλη του είχαν εκδώσει ψήφισμα με το οποίο ζητούσαν να χορηγηθεί στον Τρότσκι πολιτικό άσυλο στην Καταλωνία. Όμως, η ηγεσία του κόμματος είχε ήδη συγκρουσθεί με τον Τρότσκι, του οποίου τη γραμμή, άλλωστε, δεν είχε ακολουθήσει. Εντούτοις, το ΚΚΙ ζήτησε και πέτυχε την απομάκρυνση του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας τον Δεκέμβριο του 1936. Μερικούς μήνες αργότερα, ενώ εξελίσσονται οι συγκρούσεις του Μαΐου του 1937, πράκτορες του σοβιετικού Εν Κα Βε Ντε (Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων), υπό τις διαταγές του επικεφαλής τους Αλεξάντρ Ορλόφ, απάγουν τον Νιν, τον βασανίζουν και τον δολοφονούν. Τα υπόλοιπα ηγετικά στελέχη του POUM προσάγονται σε δίκη με τις κατηγορίες της πρόκλησης επανάστασης και της προετοιμασίας πραξικοπήματος για λογαριασμό των φρανκικών. Πολλοί κάνουν λόγο για μεταφορά των Δικών της Μόσχας στην Ισπανία. Εντούτοις, αν και τα μέλη του POUM καταδικάζονται για την πρώτη κατηγορία (σε ποινές φυλάκισης και κάθειρξης έως 15 ετών), αθωώνονται για τη δεύτερη.

Α. Νιν

Α. Νιν

– Η «απολύμανση» της CNT: Το καλοκαίρι του 1937, ο Παλμίρο Τολιάττι, απεσταλμένος της Κονιντέρν στην Ισπανία, προτείνει την εκκαθάριση της CNT, ώστε αυτή να απαλλαγεί από τα φιλοεπαναστατικά στοιχεία της. Χιλιάδες μέλη της συνελήφθησαν κι εκατοντάδες δικάστηκαν. Η μεγαλη αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, όμως, δεν διαλύθηκε. Μετά την «απολύμανσή» της επανεντάχθηκε κανονικότατα στο δημοκρατικό στρατόπεδο και την κυβέρνηση.

Μικρή, αλλά αναγκαία απολογία του ΚΚΙ: Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 το ΚΚΙ είναι ένα μικρό κόμμα με 100 περίπου μέλη. Τον Ιούνιο του 1936, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, τα μέλη του έχουν εκτοξευθεί στις 90 χιλιάδες. Ένα χρόνο αργότερα φθάνουν στον εντυπωσιακό αριθμό των 350 χιλιάδων. Το κόμμα ελέγχει τη συνδικαλιστική συνομοσπονδία της UGT και την κοινή με το Σοσιαλιστικό Κόμμα νεολαία. Η σοβιετική ενίσχυση και ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα δεν είναι βέβαια αμέτοχη, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει το γεγονός ότι, στην πράξη, το ΚΚΙ υπήρξε το πολιτικό κόμμα με τη μεγαλύτερη λαϊκή συμμετοχή. Ας αναφερθεί, ως μέτρο σύγκρισης, το ότι το ισχυρότερο, από άποψη εκλογικής δύναμης, ισπανικό κόμμα, το Σοσιαλιστικό, δεν ξεπερνά τα 75 χιλιάδες μέλη. Το ΚΚΙ ασκεί ιδιαίτερη επιρροή όχι μόνο στο προλεταριάτο, αλλά και στους υπόλοιπους μισθωτούς, τους αγρότες (και μάλιστα όχι τόσο στους ακτήμονες, αλλά τους μικροϊδιοκτήτες γης) και στους διανοούμενους.

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Χωρίς να αμφισβητείται η επιρροή της Μόσχας, το ισπανικό κομμουνιστικό κόμμα δεν αποτελεί πάντα πειθήνιο όργανο εκτέλεσης των εντολών της σταλινικής ηγεσίας. Το ΚΚΙ εισέρχεται στην κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1936, παρά την αντίθεση του Στάλιν. Συμβάλλει στην απομάκρυνση του Λάργο Καμπαγέρο από την πρωθυπουργία, μολονότι η Μόσχα συνέχιζε να τον υποστηρίζει. Απορρίπτει κατηγορηματικά την πρόταση του Στάλιν για διενέργεια εκλογών ώστε να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης με νωπή λαϊκή εντολή.

Σε ό,τι αφορά τον ρόλο του ΚΚΙ στο θέμα της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι το κομμουνιστικό κόμμα δεν έδρασε μόνο του στην προσπάθεια καταστολής των επαναστατικών στοιχείων. Έδρασε από κοινού με όλα τα κόμματα του κέντρου και της κεντροαριστεράς [Δημοκρατική Αριστερά (Izquierda Republicana) του ΠτΔ Αθάνια, Δημοκρατική Αριστερά της Καταλωνίας (Esquerra Republicana de Catalunya) του Λ. Κομπάνς, Δημοκρατική Ένωση (Unión Republicana) του Ντιέγο Μαρτίνεθ Μπάρριο], τους σοσιαλιστές και το μεγαλύτερο μέρος των ηγετικών στελεχών των αναρχικών οργανώσεων (CNT, FAI, οι οποίοι βρίσκουν την ευκαιρία να ξεφορτωθούν τους πιο ενοχλητικούς πολιτικούς αντιπάλους τους).

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Το ΚΚΙ πόρρω απέχει από τους χαρακτηρισμούς του άσπιλου και του άμωμου. Η δαιμονοποίησή του, όμως, και η στοχοποίησή του ως υπεύθυνου του συνόλου των δεινών αμφοτέρων των αντιπάλων απέχει ακόμη περισσότερο από την ιστορική αλήθεια.

——————————————————————————————————–

Παρά τις εμφύλιες έριδες από τις οποίες σπαράσσεται, το δημοκρατικό στρατόπεδο θα κατορθώσει, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του πολέμου να διατηρήσει την ενότητά του σε κυβερνητικό και στρατιωτικό επίπεδο (στον τομέα αυτό η σοβιετική βοήθεια κι επιρροή ήταν καθοριστική). Θεωρητικά, θα μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο. Εάν και εφόσον, βέβαια, δεχόταν έξωθεν βοήθεια.


[3] Κατά κάποιο τρόπο, ο Σανχούρχο προκάλεσε ο ίδιος τη μοίρα του. Μπορούσε να ταξιδέψει με το ίδιο οκταθέσιο αεροπλάνο που είχε μεταφέρει τον Φράνκο από την Τενερίφη στο Μαρόκο. Προτίμησε να ταξιδέψει με το μικρό διθέσιο που πιλόταρε ο επίλεκτος (και φιλομοναρχικός) αεροπόρος Χουάν Αντόνιο Ανσάλδο. Ο, εύσωμος, Σανχούρχο επέμενε να πάρει μαζί του πολλές αποσκευές. Ο Ανσάλδο τον προειδοποίησε ότι το αεροσκάφος δεν θα άντεχε τέτοιο βάρος. Ο στρατηγός απάντησε ότι «πρέπει να φοράω τα κατάλληλα ρούχα, τώρα που θα είμαι ο νέος καουντίγιο (ηγέτης) της Ισπανίας»! Το αεροπλάνο συνετρίβη κατά τη διαδικασία απογείωσης από το Εστορίλ. Ο πιλότος επέζησε.

[4] Βασικός σύνδεσμος πρέπει να ήταν ο ναύαρχος Βίλχελμ Κανάρις, επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών του γερμανικού στρατού. Ορισμένοι υποστηρίζουν επίσης ότι μεταξύ Φράνκο και Χίτλερ μεσολάβησαν Γερμανοί εγκατεστημένοι στο Ισπανικό Μαρόκο οι οποίοι ήταν μέλη της Οργάνωσης Εξωτερικού του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.


Δ.   Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ

Η Ισπανική Δημοκρατία θα μπορούσε να επιβιώσει και τελικά να επικρατήσει αν είχε την υποστήριξη των δυτικών δημοκρατιών. Καμία δεν το βοήθησε εκτός από το φιλότιμο Μεξικό (την μόνη χώρα που ενίσχυσε αφιλοκερδώς τη νόμιμη κυβέρνηση), το οποίο έστειλε όσα όπλα μπορούσε, αγόραζε όπλα από τη διεθνή αγορά για λογαριασμό των Δημοκρατικών, παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια κι υποσχέθηκε άσυλο σε όποιον κατέφευγε στην επικράτειά του σε περίπτωση ήττας. Ουσιαστική βοήθεια, όμως, μπορούσαν να παράσχουν μόνο η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία. Για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους, αμφότερες επέλεξαν να κρατήσουν στάση ουδετερότητας που ευνοούσε στην πράξη αποκλειστικά τον Φράνκο.

α.   Γαλλία: Τη νύχτα της 19ης προς την 20ή Ιουλίου 1936, ο Ισπανός πρωθυπουργός Χοσέ Χιράλ ζητεί από τον Γάλλο ομόλογό του Λεόν Μπλουμ στρατιωτική βοήθεια για να καταστείλει το πραξικόπημα: αεροπλάνα, όπλα και πυρομαχικά. Το αίτημα του Χιράλ στηρίζεται σε διμερή συμφωνία που είχαν συνάψει οι δύο χώρες το 1935. Τι πιο λογικό για το ισπανικό Λαϊκό Μέτωπο από το να στραφεί για βοήθεια στους συντρόφους του γαλλικού; Ο Μπλουμ διαβουλεύεται με τους βασικούς υπουργούς του και, παρά τις έντονες μεταξύ τους διαφωνίες, δίνει καταρχήν θετική απάντηση. Πέντε ημέρες αργότερα κι αφού έχει μεσολαβήσει μια επίσημη επίσκεψη στο Λονδίνο αλλάζει την απόφασή του! Τι μεσολάβησε;

Λεόν Μπλουμ

Λεόν Μπλουμ

Οι λόγοι της μεταστροφής του Μπλουμ άπτονται τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής. Στο εσωτερικό ο Μπλουμ έχει να αντιμετωπίσει την κατηγορηματική αντίθεση του ελάσσονος, πλην όμως απαραίτητου, κυβερνητικού εταίρου, του Ριζοσπαστικού Κόμματος, αλλά και τις οργισμένες αντιδράσεις της Δεξιάς, η οποία διατείνεται ότι τυχόν στρατιωτική ενίσχυση στην Ισπανική Κυβέρνηση θα μεταφέρει τον εμφύλιο στη Γαλλία. Επιπλέον, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για τη στάση που θα τηρήσει ο στρατός: οι περισσότεροι ανώτατοι αξιωματικοί εμφορούνται από αισθήματα συμπάθειας προς τους Ισπανούς ομολόγους τους και τον Φράνκο.

Ακόμη πιο καθοριστικοί, όμως, είναι οι λόγοι εξωτερικής πολιτικής και, πιο συγκεκριμένα, η βρετανική στάση. Η βρετανική κυβέρνηση απειλεί τον Μπλουμ ότι αν βοηθήσει τους Δημοκρατικούς προκαλώντας γενικευμένη σύρραξη, τότε η Μεγάλη Βρετανία δεν πρόκειται να βοηθήσει τη Γαλλία σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης.

Είναι σαφές ότι ο Μπλουμ δεν ένιωθε ιδιαίτερα περήφανος ή ευτυχής για τις αποφάσεις του. Για αυτό, άλλωστε και επέτρεψε τελικά τη μυστική βοήθεια προς τους Δημοκρατικούς, μέσω ιδιωτικών συμφωνιών συνεργασίας [5].

β.   Μεγάλη Βρετανία: Οι επίσημες βρετανικές δικαιολογίες για την απόφαση περί ουδετερότητας αφορούσαν τη διασφάλιση της ειρήνης και την αποφυγή νέας πανευρωπαϊκής σύρραξης. Αυτό υποστήριζαν οι δύο Βρετανοί πολιτικοί αρχιτέκτονες της πολιτικής της μη επεμβάσεως, ο Υπουργός Εξωτερικών, επί πρωθυπουργίας σερ Στάνλευ Μπώλντουιν, Άντονυ Ήντεν και ο, μετέπειτα, πρωθυπουργός Άρθουρ Νέβιλλ Τσάμπερλαιν. Ο δεύτερος πίστευε επιπλέον ότι απέχοντας από την ισπανική σύγκρουση θα μπορούσε να κρατήσει τον Μουσσολίνι μακριά από τον Χίτλερ. Τα ίδια τα γεγονότα είχαν καταδείξει, πριν καν ο Τσάμπερλαιν γίνει πρωθυπουργός, ότι αυτό ήταν παραλογισμός.

Άντονυ Ήντεν

Άντονυ Ήντεν

Στην πραγματικότητα, η Βρετανική Κυβέρνηση επιλέγει στάση τυπικής ουδετερότητας, η οποία στην ουσία ευνοεί τους εθνικιστές, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ο αντικομμουνισμός. Οι Βρετανοί πιστεύουν ότι οι κομμουνιστές και η Μόσχα ελέγχουν την ισπανική κυβέρνηση και ότι ενδεχόμενη ενίσχυση των Δημοκρατικών θα οδηγήσει στην επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος. Ο λόγος είναι φοβικός και έχει μεγαλύτερη σχέση με τις ιδεοληψίες παρά με την πραγματικότητα. Ο δεύτερος λόγος, όμως, είναι απολύτως ρεαλιστικός: η Βρετανία θέλει να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντά της στην Ισπανία και κρίνει ότι η καλύτερη λύση για τον σκοπό αυτό είναι η επικράτηση του Φράνκο. Επισημαίνεται ότι η Βρετανία είναι ο κύριος εμπορικός εταίρος της Ισπανίας και ότι το ήμισυ σχεδόν των ξένων επενδύσεων στην Ισπανία ανήκουν σε βρετανικά συμφέροντα.

Στη Βρετανία, ιδιώτες έμποροι μπορούν να διαθέσουν προς πώληση το σύνολο του οπλισμού που θα χρειαζόταν η Ισπανική Δημοκρατία. Η νόμιμη κυβέρνηση, ελέγχοντας τα αποθέματα της Τράπεζας της Ισπανίας, έχει τα μέσα για να προβεί στην αγορά αυτή. Η Βρετανική Κυβέρνηση, όμως, απαγορεύει στους ιδιώτες να προμηθεύσουν το παραμικρό όπλο στους Δημοκρατικούς. Την ίδια ώρα, στο Γιβραλτάρ, οι βρετανικές αρχές αρνούνται τον ανεφοδιασμό των πλοίων των Δημοκρατικών με καύσιμα.

γ.   Το όνειδος του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως και ο ξεπεσμός της Κοινωνίας των Εθνών: Την 1η Αυγούστου 1936, η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει τη σύναψη ενός διεθνούς συμφώνου μη επεμβάσεως. Στις 8 του ιδίου μηνός δίνει το παράδειγμα κλείνοντας τα σύνορα με την Ισπανία. Τελικά, όλα σχεδόν τα κράτη υπογράφουν το σύμφωνο (ανάμεσά τους η Γαλλία, η Βρετανία, η Ιταλία, η Γερμανία, η ΕΣΣΔ και… η Ελλάδα).

Η Ισπανική Κυβέρνηση είχε το διεθνές δίκαιο με το μέρος. Ακόμη κι αν ο πόλεμος ήταν τυπικά εμφύλιος, η έμπρακτη συμμετοχή Γερμανίας και Ιταλίας της έδινε το δικαίωμα να ζητήσει την αρωγή της Κοινωνίας των Εθνών. Η ΚτΕ αγνόησε εντελώς τα ισπανικά αιτήματα και παρέπεμψε το θέμα σε ad hoc επιτροπή η οποία θα είχε ως αρμοδιότητα την εφαρμογή του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως!

Η ειδική επιτροπή συγκαλείται για πρώτη φορά στο Λονδίνο (πού αλλού;) στις 9 Σεπτεμβρίου κι αναθέτει στους στόλους της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας να περιπολούν στα ισπανικά χωρικά ύδατα προκειμένου να εμποδίζουν κάθε πλοίο που θα μεταφέρει όπλα. Όλα αυτά, την ίδια ώρα που Γερμανία και Ιταλία μετέχουν κανονικότατα στη σύρραξη! Μόνον η ΕΣΣΔ αρθρώνει το αυτονότητο: είτε το σύμφωνο πρέπει να εφαρμοσθεί αυστηρά είτε απλούστατα να ακυρωθεί.

Με τη στάση της, η ΚτΕ έβλαψε πολλαπλά ένα μέλος της που, εν προκειμένω, είχε το δίκιο με το μέρος του:

  • Αρνήθηκε την παροχή βοήθειας μολονότι ήταν υποχρεωμένη προς τούτο.
  • Αναγνώρισε αργότερα (και υπό βρετανική πίεση) στους εθνικιστές την ιδιότητα του εμπολέμου μέρους, επιτρέποντάς τους να προμηθεύονται όπλα νόμιμα στην ελεύθερη αγορά.
  • Τελικά, απαγόρευσε την αγορά όπλων στη νόμιμη κυβέρνηση [6], καταδικάζοντάς την σε ήττα.

Η τελευταία περίοδος του πολέμου συνιστά ολοκληρωτική απογοήτευση σε ό,τι αφορά τη στάση των δημοκρατιών. Η κυβέρνηση Νταλαντιέ κλείνει τα γαλλοϊσπανικά σύνορα τον Ιούλιο του 1938, ενώ το γαλλικό ναυτικό αποκλείει τις ακτές της Καταλωνίας.


[5] Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρωτοβουλία του Αντρέ Μαλρώ να συγκροτήσει ένα μισθοφορικό σμήνος (España) που θα βοηθούσε την αεροπορία των Δημοκρατικών.

[6] Ιδιώτες επιχειρηματίες ορισμένων χωρών (Πολωνία, Ελλάδα) πούλησαν τελικά όπλα στην Ισπανική Κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Έλληνα επιχειρηματία Μποδοσάκη (ΠΥΡΚΑΛ), ο οποίος προμήθευε με όπλα και πυρομαχικά και τους δύο εμπολέμους: διέθετε στον Φράνκο όπλα τελευταίας τεχνολογίας σε συνήθεις τιμές αγοράς, ενώ στους Δημοκρατικούς όπλα παρωχημένης τεχνολογίας σε τιμές μαύρης αγοράς.


ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Α.   ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΑΙΜΑΤΗΡΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ

α.   Η ειρήνη ως συνέχεια του πολέμου

Η κατάσταση που διαδέχθηκε τον εμφύλιο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως κατάσταση ειρήνης. Ο στρατιωτικός νόμος επρόκειτο να συνεχίσει να ισχύει για αρκετά χρόνια ακόμη. Το καθεστώς Φράνκο συνέχισε να εφαρμόζει τις ίδιες μεθόδους καταπίεσης και καταστολής. Οι πολιτικοί αντίπαλοι που δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν εκτός Ισπανίας φυλακίζονταν, κρατούνταν σε στρατόπεδα (όπου αρκετοί από αυτούς έχασαν τη ζωή τους από τα βασανιστήρια, την πείνα, τα καταναγκαστικά έργα και τις κακουχίες), εκτελούνταν. Κάποιοι, ίσως πιο τυχεροί, περίπου 7 χιλιάδες αντάρτες, συνέχισαν τον ένοπλο αγώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950, μπορεί κι αργότερα, σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές.

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Οι περισσότεροι εξόριστοι βρίσκονταν στη Γαλλία. Κρατούνταν υπό άθλιες συνθήκες σε στρατόπεδα, από τα οποία δεν μπορούσαν να φύγουν αν δεν έβρισκαν απασχόληση ή κατατάσσονταν στον γαλλικό στρατό και συγκεκριμένα στη Λεγεώνα των Ξένων. Όταν η Γαλλία ηττήθηκε συντριπτικά από τη Γερμανία, πολλοί από αυτούς παραδόθηκαν από την κυβέρνηση του Βισύ και τους Γερμανούς στις ισπανικές αρχές, με τις αναμενόμενες συνέπειες. Περίπου 40 χιλιάδες κατέληξαν στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου (οι περισσότεροι στο Μάουτχάουζεν). Αρκετοί βγήκαν στην παρανομία και συμμετείχαν στη γαλλική αντίσταση. Άλλοι υπηρέτησαν στις ελεύθερες γαλλικές δυνάμεις. Μεταξύ των πρώτων που μπήκαν στο Παρίσι μετά την απελευθέρωση ήταν και μονάδες αποτελούμενες από Ισπανούς μαχητές (ο 9ος Λόχος της ΙΙ Τεθωρακισμένης Μεραρχίας των ελεύθερων γαλλικών δυνάμεων).

Όλοι αυτοί ήλπιζαν ότι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο θρίαμβος των συμμάχων θα είχε ως συνέπεια και την πτώση του καθεστώτος Φράνκο. Πλανήθηκαν πλάνη οικτρά. Ο ψυχρός πόλεμος έδωσε στο καθεστώς της Μαδρίτης δεύτερη πνοή, παρέχοντας στον Φράνκο την ευκαιρία να εμφανισθεί ως υπέρμαχος των δυτικών αξιών στον αγώνα κατά του κομμουνισμού.

β.   Απολογισμός θυμάτων

Ο ακριβής υπολογισμός του αριθμού των θυμάτων είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου έχασαν τη ζωή τους περίπου 600 χιλιάδες άνθρωποι, από τους οποίους οι 330 χιλιάδες ήταν στρατιώτες και οι υπόλοιποι άμαχοι. Μισό εκατομμύριο είναι εξόριστοι, ενώ άλλοι τόσοι κρατούμενοι σε φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Φράνκο (είχε και η Ισπανία το γκουλάγκ της). 50 χιλιάδες από τους δεύτερους θα εκτελεστούν στο διάστημα 1939-1945.

γ.   Θηριωδίες

Ανθολογία μίσους και βίας

– Ο Ρικάρδο δε λα Πουέντε Μπααμόνδε ήταν πρώτος εξάδελφος του Φράνκο. Όταν έγινε το πραξικόπημα υπηρετούσε ως διοικητής του στρατιωτικού αεροδρομίου του Τετουάν στο Ισπανικό Μαρόκο. Τόλμησε να ψελλίσει κάτι περί νόμιμης κυβέρνησης και συνελήφθη. Μόλις έφθασε ο εξάδελφός του στο Μαρόκο, οι συνεργάτες του τον ενημέρωσαν: «Όσους δεν συντάσσονται μαζί μας τους περνούμε από στρατοδικείο με συνοπτικές διαδικασίες και τους εκτελούμε. Ξέρετε, όμως, έχουμε τον εξάδελφό σας. Τι να κάνουμε στρατηγέ;» Η απάντηση του Φράνκο ήταν άμεση: «Να τον περάσετε στρατοδικείο και να τον εκτελέσετε»! Ο άτυχος εξάδελφος εκτελέσθηκε στις 4 Αυγούστου [7].

Ρ. δε λα Πουέντε

Ρ. δε λα Πουέντε

– «Αν για να επιτύχω τον σκοπό μου χρειαζόταν να εκτελέσω τον μισό πληθυσμό της Ισπανίας, θα το έκανα δίχως κανένα δισταγμό!» (Φρανθίσκο Φράνκο).

– Τις τελευταίες ημέρες του Ιουλίου του 1936 διοργανώθηκε στη Βαρκελώνη μια μακάβρια έκθεση. Τα εκθέματα δεν ήταν κάτι άλλο παρά τα μουμιοποιημένα πτώματα των καλογριών της παρακείμενης μονής των Σαλεσιανών. Η βεβήλωση αυτή (η οποία υποτίθεται ότι απεδείκνυε στον λαό τα βασανιστήρια που υπέμεναν εν ζωή όσες υπηρετούσαν τη θρησκεία) ζημίωσε ιδιαιτέρως το δημοκρατικό στρατόπεδο σε επικοινωνιακό επίπεδο.

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

– «Κάποτε, δύο αναρχικοί μου διηγήθηκαν τον τρόπο με τον οποίο, μαζί με συντρόφους τους, είχαν αιχμαλωτίσει δύο ιερείς. Τον πρώτο τον εκτέλεσαν επί τόπου με μια πιστολιά, παρουσία του άλλου. Έπειτα είπαν στον δεύτερο ότι ήταν ελεύθερος κι ότι μπορούσε να φύγει. Δεν θα είχε κάνει ούτε είκοσι βήματα όταν τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν κι εκείνον. Ο άνθρωπος που μου διηγούταν την ιστορία έμεινε έκπληκτος όταν διαπίστωσε ότι δεν είχα σκάσει στα γέλια» [8].

–  Το τριήμερο 15-17 Αυγούστου 1936 οι στρατιώτες του Γιαγουέ οδηγούν 2 έως 3 χιλιάδες άτομα, άνδρες και γυναίκες, στην αρένα ταυρομαχιών του Μπαδαχόθ στην Εστρεμαδούρα όπου και τους εκτελούν με πολυβόλα [9].

Μπαδαχόθ

Μπαδαχόθ

Η καταστολή εκ μέρους του εθνικιστικού στρατοπέδου είναι μακροχρόνια (διότι συνεχίζεται και μετά τη λήξη του πολέμου) και συστηματική. Εκτελούνται όλοι όσοι θεωρούνται φύσει και θέσει ύποπτοι για συμπάθεια προς τη Δημοκρατία ή μη συμβατοί με το ιδεώδες της «πατριωτικής και καθολικής Ισπανίας»: μέλη αριστερών κομμάτων, συνδικαλιστές, δήμαρχοι και μέλη δημοτικών συμβουλίων, εκπαιδευτικοί, ελευθεροτέκτονες, ομοφυλόφιλοι. Συνολικά τα θύματα ανέρχονται στις 130 έως 150 χιλιάδες.

Οι θηριωδίες τις οποίες διαπράττει το δημοκρατικό στρατόπεδο είναι πιο «αυθόρμητες» και περιορισμένες χρονικά. Στη συντριπτική πλειονότητά τους ανάγονται στο «σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» του 1936. Τα θύματα ανήκουν στις κατηγορίες τις οποίες τα επαναστατικά στοιχεία θεωρούν εκπρόσωπους της παλαιάς ολιγαρχίας: ιερείς και μοναχοί, γαιοκτήμονες, βιομήχανοι, δικαστικοί και μέλη ακροδεξιών οργανώσεων (φιλομοναρχικοί και φαλαγγίτες). Μετά το φθινόπωρο του 1936 και τη συγκρότηση ισχυρής κυβερνησης οι εκτελέσεις περιορίζονται στις περιπτώσεις εκείνων που καταδικάζονται από στρατοδικεία. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων της βίας του δημοκρατικού στρατοπέδου ανέρχεται σε 50 χιλιάδες νεκρούς [10].

Β.   Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΙΚΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

Το γεγονός ότι ο Ισπανικός Εμφύλιος έχει χαραχτεί στη μνήμη των Ευρωπαίων και το ότι αποτελεί ακόμη και σήμερα ζήτημα μεγάλου ενδιαφέροντος και έντονης διαμάχης δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Από την αρχή του, άλλωστε, ο Ισπανικός Εμφύλιος υπήρξε τόσο πόλεμος όπλων όσο και λέξεων. Η προπαγάνδα, ο ήχος και η εικόνα, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά κι από τα δύο στρατόπεδα.

Αυτό που εκ πρώτης όψεως εκπλήσσει είναι ότι οι αφηγήσεις για τον Ισπανικό Εμφύλιο είναι περισσότερες από δύο. Εκείνη των νικητών είναι ενιαία, πλην όμως δυναμική, καθώς εξελίσσεται μέσα στον χρόνο προσαρμοζόμενη στις εκάστοτε συγκυρίες. Αντιθέτως, στο στρατόπεδο των ηττημένων οι αφηγήσεις είναι πολλές: κεντροαριστερή, κομμουνιστική, αναρχική, ενδεχομένως κι άλλες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ότι η πλευρά των νικητών ή των συμπαθούντων τους νικητές χρησιμοποιεί συχνά επιχειρήματα αντλούμενα από κάποιες από τις αφηγήσεις των ηττημένων. Αυτό συνέβαινε συχνά στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής περιόδου, προκειμένου να πληγεί το κύρος των κομμουνιστών. Συνεχίζει να συμβαίνει ακόμη και σήμερα.

α. Η εθνικιστική αφήγηση

Αρχικά, η επίσημη εθνικιστική αφήγηση για τον Ισπανικό Εμφύλιο έχει χαρακτήρα σαφώς πολεμικό (η στάση είναι εύλογη προκειμένου περί καθεστώτος που εδραίωσε τη νομιμοποίησή του ακριβώς στην εμφύλια σύγκρουση). Εντάσσεται στο πλαίσιο μιας συνολικής «πατριωτικής» αναθεώρησης της ισπανικής Ιστορίας, κατά την οποία ο πόλεμος του 1936-1939 αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο μιας ένδοξης πορείας. Ο Φράνκο παρουσιάζεται ως σύγχρονος σταυροφόρος που ηγείται μιας νέας Ρεκονκίστα. Η 1η Απριλίου γιορτάζεται ως Ημέρα της Νίκης. Η αντίσταση της πολιορκημένης φρουράς του Αλκάθαρ του Τολέδου προβάλλεται ως πράξη ύψιστου ηρωϊσμού. Όταν το 1946 εγκαινιάζεται στη Μαδρίτη μουσείο αφιερωμένο στον «πατριωτικό» πόλεμο, η μακέτα του βομβαρδισμένου από τους Δημοκρατικούς Αλκάθαρ κατέχει περίοπτη θέση. Η κωμόπολη του Μπελτσίτε στην Αραγωνία δεν ανοικοδομείται ποτέ: τα ερείπιά της παραμένουν ως αδιάψευστη μαρτυρία της βαρβαρότητας των «κόκκινων και των αυτονομιστών». Ο φόρος τιμής στους «Πεσόντες» (Caídos) αποκτά χαρακτήρα σχεδόν θρησκευτικής λατρείας. Την 1η Απριλίου του 1959 εγκαινιάζεται το πιο μεγαλεπήβολο έργο που οραματίσθηκε ο Φράνκο, η Κοιλάδα των Πεσόντων (Valle de los Caídos), έργο για το οποίο εργάσθηκαν ως δούλοι χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι. Ένας γιγαντιαίος σταυρός ύψους 140 μέτρων ορθώνεται πάνω από τον βραχώδη λόφο στον οποίο είναι λαξεμένη η βασιλική όπου αναπαύονται οι νεκροί και οι ήρωες του εθνικού στρατοπέδου και όπου τάφηκε κι ο ίδιος ο Φράνκο.

Valle de los Caídos

Valle de los Caídos

Από τη δεκαετία του 1960 και μετέπειτα το καθεστώς Φράνκο αρχίζει να απαλύνει τους τόνους. Επισημαίνεται ο ρόλος του εθνικού στρατοπέδου ως αυτού που χάρισε στην Ισπανία ειρήνη κι ευημερία. Το ύφος γίνεται σχεδόν συμφιλιωτικό, ειδικά αφότου ο Φράνκο αποφασίζει να ορίζει ως διάδοχο στην εξουσία τον μετέπειτα βασιλιά Χουάν Κάρλος των Βουρβώνων (1969).

β.   Η εποχή της συμφιλίωσης;

Μετά τον θάνατο του Φράνκο, η μεταβατική κυβέρνηση επιτυγχάνει το 1977, με ευρεία συναίνεση, την ψήφιση του νόμου περί αμνηστείας όσον αφορά πολιτικά αδικήματα. Ο άμεσος στόχος είναι η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και η δυνατότητα επιστροφής στη χώρα όσων είναι εξόριστοι και διώκονται στην  Ισπανία για πράξεις που σχετίζονται με τον εμφύλιο. Ο ίδιος νόμος, όμως, απαλλάσσει από κάθε ποινική ευθύνη και όσους από το στρατόπεδο των εθνικιστών ενέχονται σε ανάλογες πράξεις βίας.

Στον δημόσιο λόγο, επικρατεί μάλλον σιωπή για την εποχή του εμφυλίου. Ο πόλεμος αντιμετωπίζεται ως ένα οδυνηρό γεγονός που έπληξε το σύνολο της ισπανικής κοινωνίας και του ισπανικού έθνους, χωρίς να αναζητούνται και να αποδίδονται ευθύνες. Μνημεία και επέτειοι του φρανκικού καθεστώτος αναβαπτίζονται πρόχειρα (η 1η Απριλίου γίνεται «Ημέρα των Ενόπλων Δυνάμεων») ώστε να δοθεί έμφαση στο πνεύμα συμφιλίωσης και στην παραδοχή ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να συμβεί ποτέ ξανά. Θα χρειαστεί, πάντως, να φτάσουμε στο 2002 για να καταδικάσει επιτέλους επίσημα το Ισπανικό Κοινοβούλιο, με ψήφισμά του, το πραξικόπημα του 1936. Είχαν προηγηθεί ιδιαιτέρως έντονες πιέσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ [11].

γ.   Εποχή επανεκτίμησης ή εποχή αναζωπύρωσης των παθών

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο εμφύλιος έχει επιστρέψει στο προσκήνιο. Οι αποκαλύψεις για τον αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα του φρανκικού καθεστώτος είναι πολλές. Το 2007, η κυβέρνηση Θαπατέρο θέτει σε ισχύ τον νόμο περί ανακτήσεως της ιστορικής μνήμης. Τα σύμβολα του φρανκισμού αποσύρονται διακριτικά από τον δημόσιο χώρο (αγάλματα, οδωνύμια κ.λπ.). Πολλά, όμως, ζητήματα παραμένουν ανοιχτά.

– Η εκταφή των οστών των θυμάτων εκτελέσεων που βρίσκονται σε μαζικούς τάφους. Η εκταφή είναι νόμιμη βάσει του νόμου του 2007, αλλά καταλείπεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

– Μέρος της Αριστεράς επιζητεί την απόδοση ποινικών ευθυνών για τα εγκλήματα του φρανκικού καθεστώτος, παρά τον νόμο περί αμνηστείας (π.χ. προσπάθειες του δικαστή Μπαλτάσαρ Γαρθόν να ασκήσει ποινικές διώξεις επικαλούμενος μη υποκείμενα σε παραγραφή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας).

– Ορισμένα αριστερά κόμματα (Ποδέμος) εστιάζουν την κριτική τους στις ιστορικές ευθύνες για την πολιτική αμνήστευσης, σιωπής και λήθης, κατηγορώντας τη συναίνεση τμήματος της αριστεράς και της κεντροαριστεράς στον νόμο του 1977.

– Μέρος της συντηρητικής παράταξης επιχειρεί με τη σειρά του να αναδείξει τις θηριωδίες του στρατοπέδου των Δημοκρατικών (προσπάθειες της Εκκλησίας για την αγιοποίηση «μαρτύρων», δηλαδή ορισμένων εκ των θυμάτων της κατά των Εμφύλιο). Παράλληλα πληθαίνουν οι εκδόσεις βιβλίων των οποίων οι συγγραφείς [12] δεν είναι συνήθως πανεπιστημιακοί (ή δεν είναι καν ιστορικοί) και στα οποία υποστηρίζεται μια «αναθεωρητική» ερμηνεία των γεγονότων του εμφυλίου: ως αφετηρία δεν λογίζεται πια το 1936 (η θεωρία ότι το πραξικόπημα απέτρεψε επανάσταση έχει πλέον εγκαταλειφθεί), αλλά το 1934 και τα γεγονότα της Αστουρίας, έτσι ώστε το βάρος της ευθύνης να πέσει στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών.

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

– Στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων προωθείται μια νέα «εθνικιστικού» χαρακτήρα ερμηνεία του εμφυλίου. Αποσιωπώντας τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές πτυχές της σύγκρουσης, ορισμένοι παρουσιάζουν τη σύγκρουση ως εθνικού χαρακτήρα: ο Φράνκο είναι ο εξωτερικός εισβολέας που επιτίθεται σε δημοκρατικές κοινωνίες διαφορετικής εθνοτικής σύνθεσης.


80 χρόνια μετά το ξεκίνημά του και 77 μετά το τέλος του, ο Ισπανικός Εμφύλιος δεν παύει να παθιάζει και να διχάζει. Εμπνέει όνειρα και ιδανικά, στοιχειώνει εφιάλτες. Αποτελεί φορέα μύθων και διηγήσεων. Αν οι πληγές του έχουν σε κάποιο βαθμό ξεπεραστεί, με το πέρασμα του χρόνου, η ιστορική ερμηνεία του δεν έχει πάψει να αποτελεί το αντικείμενο έντονων διαφωνιών.


[7] Υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η εκτέλεση έγινε εν αγνοία του Φράνκο.

[8] Επιστολή της Σιμόν Βέιγ στον Ζωρζ Μπερνανός, Ζ. Μπερνανός «Ανέκδοτη αλληλογραφία, 1934-1948», εκδ. Plon, Παρίσι 1971, σελ. 200.

[9] Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει και τη μεταστροφή του Γάλλου συγγραφέα Φρανσουά Μωριάκ (η οποία θα ολοκληρωθεί με τον βομβαρδισμό της Γκερνίκα). Ο Μωριάκ είχε αρχικά ταχθεί (και αρθρογραφήσει) με θέρμη υπέρ της αρχής της μη επεμβάσεως.

[10] Οι αριθμοί αυτοί των θυμάτων προέρχονται από τους υπολογισμούς του Paul Preston («El holocausto español… », 2011) οι οποίοι είναι και οι πλέον πρόσφατοι. Το 1999 ο Santos Juliá («Victimas de la guerra civil…») υπολόγιζε τα θύματα της βίας των εθνικιστών στις 130 χιλιάδες και των δημοκρατικών στις 55 έως 60 χιλιάδες.

[11] Η καθυστερημένη αυτή καταδίκη είναι κατά μείζονα λόγο επικριτέα αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το ίδιο κοινοβούλιο δεν είχε καμία απολύτως αναστολή να τιμήσει επίσημα τη δράση της ισπανικής Κυανής Μεραρχίας (División Azul), η οποία είχε πολεμήσει στο Ανατολικό Μέτωπο στο πλευρό των ναζί.

[12] Ο Πίο Μόα είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης. Τα βιβλία του γνωρίζουν μεγάλη εμπορική επιτυχία στην Ισπανία.


 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Michael ALPERTA New International History of the Spanish Civil War”, Palgrave Macmillan, Λονδίνο, 1994 (δεύτερη έκδοση, 2004).

Michael ALPERT «El ejército popular de la República, 1936-1939», Crítica, Βαρκελώνη, 2007/ αγγλική έκδοση: “The Republican Army in the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 2007.

Julio ARÓSTEGUI και François GODICHEAU (επιμ.)  « Guerra Civil. Mito y Memoria », Marcial Pons, Μαδρίτη, 2006.

Antony BEEVORThe Battle for Spain – The Spanish Civil War, 1936-1939”, Penguin, Λονδίνο 2006/ ελληνική έκδοση: «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1936-1939», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2006.

Bartolomé BENNASSAR « Franco », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2002 (πρώτη έκδοση: 1995).

Bartolomé BENNASSAR « La guerre d’Espagne et ses lendemains », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2006.

Jean-François BERDAH « La démocratie assassinée. La République espagnole et les grandes puissances, 1931-1939 », Berg international, Παρίσι, 2000.

Jean-François BERDAH « L’internationalisation de la guerre », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 76-87.

Jean-François BERDAH « Solidarités internationales et engagements individuels », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 117-132.

Burnett BOLLOTENThe Spanish Civil War: Revolution and Counterrevolution”, The University of North Carolina Press, Chapel Hill, 1991, τελευταία έκδοση: 2015/γαλλική έκδοση: « La Guerre d’Espagne. Révolution et contre-révolution, 1934-1939 », Agone, Μασσαλία, 2014.

Tom BUCHANAN “Britain and the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 1997.

Jordi CANAL και Vincent DUCLERT (επιμ.) « La Guerre d’Espagne – Un conflit qui a façonné l’Europe », Armand Colin, Παρίσι, 2016.

Ricardo de la CIERVA y de HOCES « Historia de la guerra civil española », τ. Ι, « Perspectivas y antecedentes  1898-1936 », San Martín, Μαδρίτη, 1969.

Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMIME « Les camps sur la plage. Un exil espagnol », Autrement, Παρίσι, 1995.

Vincent DUCLERT « L’engagement des intellectuels ou l’examen de conscience de la démocratie européenne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 174-188.

Diego GASPAR CELAYA « En résistance : la guerre continue », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 150-162.

François GODICHEAU « La Guerre d’Espagne : République et révolution en Catalogne », Odile Jacob, Παρίσι, 2004.

François GODICHEAU « La fin des légendes », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 34-47.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Seconde République », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 10-31.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Guerre Civile dans la mémoire collective des Espagnols », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 263-276.

Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ « Les communistes, marionnettes de Moscou ? », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 48-51.

Santos JULIÁ (επιμ.)  « Victimas de la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 1999.

Santos JULIÁ « Vida y tiempo de Manuel Azaña », Taurus, Μαδρίτη, 2008.

Ian KERSHAWTo Hell and Back – Europe 1914-1949”, Allen Lane, Λονδίνο 2015/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2016, σελ. 126-127, 227-228, 238-241, 303-315.

Célia KEREN « Sur les routes – Exilés et réfugiés de la guerre d’Espagne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 132-149.

Jean LOPEZ « 988 jours de guerre civile », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 34-39.

Jean LOPEZ « L’aide étrangère emporte la décision », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 42-45.

Jean LOPEZ « Un peuple, deux armées très différentes », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 46-49.

Stéphane MICHONNEAU « Les fantômes ont la vie dure », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 56-61.

Stéphane MICHONNEAU « Ruines et monuments de la Guerre Civile espagnole », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 245-262.

Frédéric MONIER « Le désengagement des démocraties : l’invention française de la non-intervention », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 106-116.

Xavier MORENO JULIÁ « L’Espagne de Franco et l’Axe », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 163-173.

Stanley G. PAYNEThe Spanish Civil War, the Soviet Union, and Communism”, Yale University Press, New Haven, 2004.

Xavier PLA « Le mythe de la Guerre Civile espagnole, la mémoire historique et le roman », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 190-203.

Paul PRESTON (επιμ.) “The Coming of the Spanish Civil War. Reform, reaction and revolution in the Second Republic”, Routledge, Λονδίνο, 1994.

Paul PRESTON « El holocausto español : odio y exterminio en la Guerra Civil y después », Debate, Βαρκελώνη, 2011/ έκδοση στα αγγλικά: “The Spanish Holocaust”, W. W. Norton & Co Inc., Νέα Υόρκη, 2012.

Élodie RICHARD και Charlotte WORMS « Transition historiographique ? Retour sur quatre-vingt ans d’histoire de l’Espagne, de la Seconde République à la transition », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 277-313.

Rémi SKOUTELSKI « L’espoir guidait leur pas : les volontaires français dans les Brigades internationales, 1936-1939 », Grasset, Παρίσι, 1988.

Rémi SKOUTELSKI « Novedad en el frente: las brigadas internacionales en la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 2006.

Ángel VIÑAS « El escudo de la República. El oro de España, la apuesta soviética y los hechos de mayo de 1937 », Crítica, Βαρκελώνη, 2010.

Ángel VIÑAS « La República en guerra: contra Franco, Hitler, Mussolini y la hostilidad británica », Crítica, Βαρκελώνη, 2012.

Mercedes YUSTA « Une guerre européenne », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 52-55.

Mercedes YUSTA « La Guerre Civile espagnole (1936-1939) », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 32-49.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, « Guerre d’Espagne : les républicains pouvaient-ils gagner ? », σελ. 3, 32-51 (άρθρα του Jean LOPEZ/ συνεντεύξεις των Ángel VIÑAS, Michael ALPERT και James CORUM).

L’Histoire, n° 427, septembre 2016, « Guerre d’Espagne : La fin des légendes – pourquoi la république a perdu », σελ. 3, 30-61 (άρθρα των François GODICHEAU, Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ, Mercedes YUSTA και Stéphane MICHONNEAU/ συνέντευξη του Javier CERCAS)

Les Collections de L’Histoire – Hors.série, n° 73, octobre-décembre 2016, « L’Odyssée des Réfugiés »,  Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMINE « Adieu à l’Espagne », σελ. 68-72.

Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 62, juillet-août 2016, Yann MAHÉ « La Guerre d’Espagne, 1936-1939 », σελ. 10-21.

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Georges BERNANOS « Les grands cimetières sous la lune », Sept, Παρίσι, 1937.

Javier CERCAS « Soldados de Salamina », Tusquets Editores, Βαρκελώνη, 2001/ γαλλική έκδοση: « Les soldats de Salamine », μετάφραση Élisabeth Beyer και Aleksandar Grujicic, Actes Sud, Αρλ, 2002.

Hans Magnus ENZENSBERGER «Der kurze Sommer der Anarchie. Buenaventura Durrutis Leben und Tod» Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη επί του Μάιν, 1972/ γαλλική έκδοση: « Le Bref Été de l’anarchie (La vie et la mort de Buenaventura Durruti) », μετάφραση Lily Jumel, Collection Du monde entier, Gallimard, Παρίσι, 1975.

Ernest HEMINGWAYFor Whom the Bell Tolls”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1940/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2004.

Ernest HEMINGWAYThe Fifth Column and Four Stories of the Spanish Civil War”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1969/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2013.

Arthur KOESTLERSpanish testament – Dialogue with death”, Victor Gollancz Ltd., Λονδίνο, 1937.

André MALRAUX « L’espoir », Gallimard, Παρίσι, 1937/ επανέκδοση: σειρά Folio n° 20, 1972, 2015.

George ORWELL Homage to Catalonia”, Secker and Warburg, Λονδίνο, 1938.

Joan SALES i VALLÈS « Incerta glòria », Βαρκελώνη, 1956/ γαλλική έκδοση: « Gloire incertaine » suivi de  « Le Vent de la nuit », μετάφραση Bernard Lesfargues και Marie Bohigas, Tinta Blava, Παρίσι, 2007.

Si me quieres escribir – 80 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου – μέρος 1: τα γεγονότα

Δεκεμβρίου 20, 2016
Πολιτοφύλακες και αστυνομικοί μάχονται κατά των στασιαστών, οδόφραγμα στη διασταύρωση των οδών Βουλής της Περιφέρειας και Ρογήρου της Λαουρία, Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936 (φωτογραφία: Agustí Centelles i Ossó/ Centro Documental de la Memoria Histórica

Πολιτοφύλακες και αστυνομικοί μάχονται κατά των στασιαστών, οδόφραγμα στη διασταύρωση των οδών Βουλής της Περιφέρειας και Ρογήρου της Λαουρία, Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936 (φωτογραφία: Agustí Centelles i Ossó/ Centro Documental de la Memoria Histórica)

«Vivo estabas, Dios mío, dentro del ostensorio.

Punzado por tu Padre con aguja de lumbre.

Latiendo como el pobre corazón de la rana

que los médicos ponen en el frasco de vidrio

 

Ζωντανός ήσουν, Θεέ μου, μέσα στο αρτοφόριο,

τρυπημένος απ’ τον Πατέρα σου με βελόνες φωτός,

σπαρταρούσες, σαν του βατράχου τη φτωχή καρδιά

που οι γιατροί τοποθετούν σε γυάλινη φιάλη»

Federico García Lorca «Oda al Santísimo Sacramento del altar (Ωδή στο Άχραντο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας)» (1928-29)]

Όπως έγραψε πρόσφατα ο Γάλλος ιστορικός και δημοσιογράφος Ζαν Λοπέζ [1], τέσσερις εμφύλιοι σημάδεψαν την Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 20ό αιώνα. Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος του 1944 (ή 1943, σύμφωνα με ορισμένους)-1949, ως θερμή εισαγωγή στον υπό διαμόρφωση ψυχροπολεμικό κόσμο. Ο πλέον πρόσφατος, ο Γιουγκοσλαβικός του 1991-1995, για τον οποίο αρκετοί θα αμφισβητήσουν τον χαρακτηρισμό του ως εμφυλίου. Ο σημαντικότερος όσον αφορά τις συνέπειες για την παγκόσμια Ιστορία, ο Ρωσικός του 1918-1921. Κι αυτός που χαράχτηκε βαθύτερα στη συλλογική μνήμη και το φαντασιακό της Ευρώπης, ο Ισπανικός Εμφύλιος του 1936-1939.

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ξεχωρίζει λόγω της έντασής του, της χρήσης όλων των διαθέσιμων την εποχή εκείνη όπλων, της αγριότητάς του, του φανατισμού που διέκρινε τις αντίπαλες παρατάξεις, της εμπλοκής πολλών ευρωπαϊκών, κι όχι μόνο, χωρών, είτε με τη μορφή της επίσημης κρατικής παρέμβασης προς στήριξη ενός εκ των εμπολέμων (φασιστική Ιταλία και ναζιστική Γερμανία για τους εθνικιστές, κομμουνιστική ΕΣΣΔ για τους δημοκρατικούς) είτε της εθελοντικής συμμετοχής ιδιωτών και πολιτικών οργανώσεων. Από πολλές απόψεις, ήταν η γενική πρόβα για τη φριχτή παγκόσμια σύρραξη που θα ακολουθούσε.

Έ. Χέμινγουέυ, Για Ποιόν Χτυπά η Καμπάνα, εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Έ. Χέμινγουέυ, Για Ποιόν Χτυπά η Καμπάνα, εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ξεχωρίζει, τέλος, επειδή αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για πολλά σημαντικά λογοτεχνικά έργα και εν γένει έργα τέχνης: από το «Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα» του Χέμινγουέυ και την «Ελπίδα» του Μαλρώ ως τα «Μεγάλα Νεκροταφεία κάτω απ’ το Φεγγάρι» του Μπερνανός και τον «Φόρο Τιμής στην Καταλωνία» του Όργουελλ, χωρίς να ξεχνούμε την «Γκερνίκα» του Πικάσσο ή τις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Κάπα και της Γκέρντα Τάρο.

Αντρέ Μαλρώ, Η Ελπίδα

Αντρέ Μαλρώ, Η Ελπίδα

——————————————————————————————————–

Στις 17 Ιουλίου 1936, εκδηλώνεται στο Ισπανικό Μαρόκο το πραξικόπημα των στρατηγών Σανχούρχο, Φράνκο, Μόλα, Κέιπο δε Γιάνο κι άλλων κατά της νεοπαγούς Ισπανικής Δημοκρατίας. Την επομένη εξαπλώνεται στο έδαφος της μητροπολιτικής Ισπανίας.

Οι αρχιπραξικοπηματίες Φράνκο και Μόλα

Οι αρχιπραξικοπηματίες Φράνκο και Μόλα

Κατά κανόνα, η επιτυχία ή η αποτυχία ενός πραξικοπήματος είναι υπόθεση ωρών ή έστω λίγων ημερών. Στην περίπτωση της Ισπανίας το πραξικόπημα θα εξελιχθεί σε έναν εμφύλιο που επρόκειτο να κρατήσει σχεδόν τρία χρόνια. Η αδυναμία των δύο πλευρών να καταγάγουν μια γρήγορη νίκη, η συμβολή του εξωτερικού παράγοντα, η σχεδόν απίστευτη ικανότητα της Δημοκρατίας να αντισταθεί μέχρι το τέλος ενάντια σε έναν υπέρτερο στρατιωτικά αντίπαλο και η τακτική του ίδιου του Φράνκο (που από την ταχεία επικράτηση προτιμούσε τη συστηματική εκκαθάριση των εδαφών από τα εχθρικά για αυτόν «αντεθνικά» στοιχεία) ήταν μερικοί από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην εξέλιξη αυτή.

Στρατιωτικά αδύναμη, υποχρεωμένη να συγκροτήσει στράτευμα σχεδόν από το μηδέν, αποτελούμενη από εντελώς ανομοιογενή πολιτικά υλικά, σπαρασσόμενη από εσωτερικές έριδες, η Δημοκρατία είχε μία μόνον ουσιαστική ελπίδα για την τελική επικράτηση: την προσθήκη στη σοβιετική βοήθεια κι εκείνης των μεγάλων δημοκρατιών της Δύσης. Η Γαλλία, όμως, στην οποία κυβερνούσε το 1936 το Λαϊκό Μέτωπο του Λεόν Μπλουμ, υπήρξε τραγικά διστακτική. Έπειτα, παρασύρθηκε με ευκολία από τη Βρετανία. Μια Βρετανία της οποίας η στάση τυπικής ουδετερότητας ήταν, στην ουσία, εξαιρετικά ευνοϊκή για τον «σταυροφόρο που ήρθε από το Μαρόκο», τον Φρανθίσκο Φράνκο.

80 χρόνια μετά το ξεκίνημά του, ο Ισπανικός Εμφύλιος παραμένει παραδόξως για το ευρύ κοινό ένας μεγάλος άγνωστος όσον αφορά τους όρους διεξαγωγής του και τους παράγοντες που έκριναν την τελική έκβασή του. Είναι πάντα δύσκολο να διακρίνεις την αλήθεια όταν πρέπει να διαλύσεις τους μύθους με τους οποίους έχει περιβάλει καθεμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές τη μοιραία εκείνη σύγκρουση.

——————————————————————————————————–

Στο εισαγωγικό μέρος θα παρουσιάσουμε τους λόγους που οδήγησαν την Ισπανία στην εμφύλια σύγκρουση του 1936-1939. Εν συνεχεία, θα παρατεθούν συνοπτικά τα γεγονότα του πολέμου (Μέρος Ι), πριν εξεταστούν οι παράγοντες που έκριναν πιθανώς την έκβασή του (Μέρος ΙΙ). Στο καταληκτικό μέρος της παρουσίασης αυτής θα μας απασχολήσουν οι συνέπειες του Ισπανικού Εμφυλίου και, κυρίως, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης του εκ μέρους των αντιπάλων παρατάξεων, των επιγόνων τους και της ισπανικής κοινωνίας εν γένει.

«Κι έφτασαν επιτέλους στο νοσοκομείο.

Ένα νοσοκομείο άδειο από ανθρώπους, γεμάτο ακόμη με μηχανήματα, επιδέσμους, κι όλα τα σημάδια του περάσματος του πόνου. Στα άστρωτα και, συχνά, ματωμένα κρεβάτια, το κενό των οποίων αναμειγνύονταν τόσο ωμά με ολόφρεσκα ίχνη παρουσιών, έμοιαζε σαν να μην είχαν ξαπλώσει άνθρωποι, ζωντανοί ή ετοιμοθάνατοι, με τα ιδιαίτερα πρόσωπά τους, αλλά οι ίδιες οι πληγές – το αίμα αντί για το μπράτσο, το κεφάλι, το πόδι. Η ακίνητη βαρύτητα του ηλεκτρικού ρεύματος προσέδιδε σ’ ολόκληρη την αίθουσα όψη εξωπραγματική, η μεγάλη λευκή ενότητα της οποίας θα ήταν εκείνη ενός ονείρου αν οι κηλίδες αίματος και μερικά σώματα δεν επέβαλλαν άγρια την παρουσία της ζωής: τρεις τραυματίες που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν περίμεναν τους φασίστες, με τα περίστροφα στο πλάι τους».

[Αντρέ Μαλρώ «Η Ελπίδα», μέρος ΙΙΙ, κεφάλαιο δεύτερο]

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΠΩΣ ΟΔΗΓΗΘΗΚΕ Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΣΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

Α.   ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ, ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ: Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Η Ισπανία των αρχών του 20ού αιώνα είναι μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορία που έχει χάσει σχεδόν όλες τις κτήσεις της, μια χώρα που βρίσκεται σχεδόν στο περιθώριο της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, ένα κράτος με απαρχαιωμένους θεσμούς και τεράστιες διαφορές και αντιθέσεις, όχι μόνο μεταξύ κοινωνικών τάξεων, αλλά και μεταξύ περιοχών.

Ισπανοί, αιχμάλωτοι πολέμου των Αμερικανών στη Μανίλα, Φιλιππίνες 1898

Ισπανοί, αιχμάλωτοι πολέμου των Αμερικανών στη Μανίλα, Φιλιππίνες 1898

Με τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο του 1898, η Ισπανία χάνει τις πιο σημαντικές από τις αποικίες της: Κούβα, Πουέρτο Ρίκο, Φιλιππίνες και Γκουάμ. Από την κάποτε μεγαλύτερη αυτοκρατορία της οικουμένης απομένουν μόνο τμήματα του Μαρόκου και της αφρικανικής Γουινέας, καθώς και η Ισπανική Σαχάρα. Κι αυτές οι λιγοστές αποικίες, όμως, αποτελούν εστία προβλημάτων, όπως καταδεικνύει ο αιματηρός Πόλεμος του Ριφ (1921-1926), τον οποίο προκαλεί η εξέγερση του Μαροκινού πολέμαρχου Αμπντελκρίμ Ελ Χατταμπί. Οι ισπανικές στρατιωτικές δυνάμεις θα βρεθούν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Την τελική τους επικράτηση θα τη χρωστούν, σε σημαντικό βαθμό, στη βοήθεια της συμμάχου Γαλλίας η οποία θα αποστείλει στρατεύματα ενισχύσεων, αρχικά υπό τον στρατάρχη Λυωτέ και, εν συνεχεία, υπό τον στρατηγό, τότε, Πεταίν.

Πόλεμος του Ριφ, η απόβαση των Ισπανών στην Αλ Χοσέιμα

Πόλεμος του Ριφ, η απόβαση των Ισπανών στην Αλ Χοσέιμα

Η χώρα βρίσκεται ουσιαστικά στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Δεν συμμετέχει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανάπτυξη της οικονομίας της εμφανίζει σημαντική καθυστέρηση σε σχέση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία). Το ήμισυ του πληθυσμού απασχολείται στην αγροτική παραγωγή. Η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο δραματική αν λάβουμε υπόψη την κατανομή όσον αφορά την ιδιοκτησία γης: μερικές εκατοντάδες γαιοκτήμονες, μισό εκατομμύριο μικροϊδιοκτήτες κι άλλοι τόσοι μισθωτές γης και, κυρίως, 2 εκατομμύρια αγροτικοί εργάτες! Με αυτά τα δεδομένα το υψηλότατο ποσοστό αναλφαβητισμού (35 %) δεν προκαλεί έκπληξη.

Αγροτική Ισπανία, 1925, συγκομιδή φακών

Αγροτική Ισπανία, 1925, συγκομιδή φακής

Η Ισπανία αποτελεί μοναρχία στην οποία βασιλεύει (τυπικά από τη γέννησή του, το 1884, ουσιαστικά από την ενηλικίωσή του, το 1902) ο ελάχιστα χαρισματικός και όχι ιδιαίτερα ικανός Αλφόνσος ΙΓ΄. Η μοναρχία είναι κοινοβουλευτική, αλλά οι αρμοδιότητες κοινοβουλίου και κυβέρνησης αρκετά περιορισμένες. Πρόκειται για ένα καθεστώς που υπηρετεί τα συμφέροντα μιας ολιγαρχίας την οποία απαρτίζουν ευγενείς, λοιποί γαιοκτήμονες και βιομήχανοι. Η Καθολική Εκκλησία και ο στρατός (ο οποίος από τις αρχές του 19ου αιώνα ως το 1932 έχει επιχειρήσει περίπου 200 πραξικοπήματα) αποτελούν τους βασικούς θεσμικούς πυλώνες του συστήματος, λειτουργώντας ως θεματοφύλακες των πλέον συντηρητικών πολιτικών, κοινωνικών και ηθικών αξιών.

Αλφόνσος ΙΓ΄

Αλφόνσος ΙΓ΄

Χωρίς κάποιος να υποκύπτει στο στερεότυπο της αντιπαράθεσης συντήρησης και προόδου, οφείλει να ομολογήσει ότι το δομικό πρόβλημα ενός υπερσυντηρητικού συστήματος έγκειται ακριβώς στη νομοτελειακή αδυναμία του να σταματήσει την εξέλιξη. Στην Ισπανία των αρχών του 20ού αιώνα υπάρχει ανάπτυξη, εμπορική και βιομηχανική, η οποία προκαλεί τη δημιουργία μεσοαστικής τάξης και προλεταριάτου. Καμία από τις δύο αυτές τάξεις δεν μπορεί να εκφραστεί μέσω του κατεστημένου συστήματος. Οι αστοί επιζητούν ένα πιο φιλελεύθερο καθεστώς που θα εμπνέεται από το δημοκρατικό κεκτημένο των πιο ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Το προλεταριάτο επιδιώκει να προασπίσει τα δικαιώματά του, που ούτε καν αναγνωρίζονται από την ολιγαρχική άρχουσα τάξη. Οργανώνεται σε συνδικάτα μεταξύ των οποίων κυριαρχούν δύο τάσεις: η αναρχοσυνδικαλιστική (μια και οι ιδέες πολιτικής οργάνωσης του Μπακούνιν και των άλλων θεωρητικών του αναρχισμού γνώρισαν από νωρίς ευρεία εξάπλωση και διάδοση στην Ισπανία), η οποία εκφράζεται από την Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών (Confederación Nacional del Trabajo, CNT) και την πολιτική ομόλογό της Ιβηρική Ομοσπονδία Αναρχικών (Federación Anarquista Ibérica, FAI). Και η σοσιαλιστική, με τη Γενική Ένωση Εργατών (Unión General de Trabajadores, UGT), η οποία ελέγχεται από το Ισπανικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Partido Socialista Obrero Español, PSOE). Στους κόλπους αυτής της τάσης αρχίζουν να αναπτύσσονται δειλά και στοιχεία που εμφορούνται από ιδεολογία την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «ορθόδοξα» κομμουνιστική.

Αφίσα της CNT

Αφίσα της CNT

Το ισπανικό πρόβλημα, όμως, οξύνεται εξαιτίας της ύπαρξης γεωγραφικών διαφορών κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα που κυριολεκτικά κατακερματίζουν τον χώρο. Αντιθέσεις μεταξύ αστικών κέντρων και υπαίθρου, μεταξύ ανεπτυγμένων εμπορικά και βιομηχανικά περιοχών (Μαδρίτη, Καταλωνία, Λεβάντε, Μάλαγα, Αστουρία) και αγροτικών, αντιθέσεις όσον αφορά τις αγροτικές περιοχές μεταξύ αυτών που κυριαρχούν μικροϊδιοκτήτες γης (Γαλικία κι Εστρεμαδούρα) κι εκείνων που ελέγχονται από γαιοκτήμονες (ανδαλουσιανή ενδοχώρα), διαφορές λόγω βαθμού επιρροής που ασκεί η Καθολική Εκκλησία ή λόγω πολιτικών παραδόσεων (φιλομοναρχική Ναβάρρα). Επιπρόσθετο, αλλά διόλου αμελητέο, πρόβλημα όσον αφορά τις γεωγραφικές αντιθέσεις, οι εθνοτικού χαρακτήρα διαφορές που εκφράζονται μέσω των τάσεων αυτονόμησης στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων (και σε μικρότερο βαθμό στη Γαλικία).

Όλα αυτά τα συστατικά καθιστούν την Ισπανία χώρα πολλαπλά και βαθύτατα διαιρεμένη.

Β.   ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΔΕ ΡΙΒΕΡΑ ΣΤΗ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 συνθήκες οξείας πολιτικής έντασης κλονίζουν την αδύναμη ηγεσία της Ισπανίας. Ασταθή κυβερνητικά σχήματα και επιθέσεις τρομοκρατικού χαρακτήρα εκ μέρους των αναρχικών δημιουργούν σε βασιλιά και στρατό την πεποίθηση ότι απαιτείται η επιβολή δικτατορικού καθεστώτος.

α.   Μια ισπανική απολυταρχία

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1923, o στρατηγός Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα προβαίνει στη Βαρκελώνη σε ένα κλασσικό προνουνθιαμέντο (δημόσια δήλωση στήριξης ορισμένου καθεστώτος), συνοδευόμενο από το απαραίτητο στρατιωτικό πραξικόπημα. Ύστερα από ένα διήμερο σύγχυσης, η κυβέρνηση παραιτείται και, χάρη στη στήριξη του Αλφόνσου ΙΓ΄, ο Ριβέρα αναλαμβάνει την εξουσία.

Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09414 CC-BY-SA 3.0

Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09414 CC-BY-SA 3.0

Μολονότι από ορισμένες απόψεις εμπνέεται από το φασιστικό καθεστώς του Μουσσολίνι, η δικτατορία του Πρίμο δε Ριβέρα είναι περισσότερο μια παραδοσιακή υπερσυντηρητική απολυταρχία. Ορισμένοι χαρακτηρίζουν το καθεστώς δε Ριβέρα ως «ήπιο». Αν το μέτρο σύγκρισης είναι το ναζιστικό ή τα φασιστικά καθεστώτα που επικράτησαν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης στη συνέχεια, τότε έχουν σε κάποιο βαθμό δίκιο. Σε κάθε περίπτωση, η τύχη του κρίθηκε από τη διεθνή συγκυρία και δη την οικονομική. Κατά το σύντομο διάστημα οικονομικής ανάπτυξης που χαρακτήρισε το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1920, ο Πρίμο δε Ριβέρα κυβέρνησε σχεδόν ανενόχλητος. Όταν, όμως, οι συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης που προκάλεσε το Κραχ του 1929 άγγιξαν την Ισπανία, ο δικτάτορας έχασε γρήγορα όλα τα στηρίγματά του. Απογοητευμένος και καταβεβλημένος από την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε (ο Ριβέρα ήταν διαβητικός) έδωσε στον βασιλιά την παραίτησή του στις 28 Ιανουαρίου του 1930, αναχωρώντας για τη (σύντομη, λόγω πρόωρου θανάτου) παρισινή εξορία του.

Αλφόνσος ΙΓ΄ και Μ. Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09411 Unknown CC-BY-SA 3.0

Αλφόνσος ΙΓ΄ και Μ. Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09411 Unknown CC-BY-SA 3.0

Ο βασιλιάς είχε ως σκοπό την εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας, αλλά η συντριπτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις δημοτικές εκλογές του 1931 τον εξανάγκασε σε άτακτη φυγή. Ανέτειλλε τώρα η σύντομη και ταραχώδης εποχή της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας.

β.   Ελπίδες και περιπέτειες: η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία

Η πρώτη διετία της Ισπανικής Δημοκρατίας καθιστούσε βάσιμες τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον: κυβερνήσεις συνασπισμού με κεντρώο πρόσημο, στις οποίες συμμετείχε το Ισπανικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, προώθησαν μια σειρά μεταρρυθμίσεων ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Η εντύπωση αποδείχθηκε απατηλή. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, ώστε η ευρεία αποδοχή να μη μετατραπεί σε καθολική. Και οι εχθροί της Δημοκρατίας ήταν πολλοί και ισχυροί.

i)   Η περίοδος των μεταρρυθμίσεων (1931-1933)

Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 12783 CC-BY-SA 3.0

Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 12783 CC-BY-SA 3.0

Μετά τη φυγή και την εξορία του βασιλιά, συγκροτήθηκε προσωρινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον κεντροδεξιό πολιτικό Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα, ο οποίος επρόκειτο σύντομα να εκλεγεί πρώτος πρόεδρος της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας, και κύρια αποστολή τη διοργάνωση βουλευτικών εκλογών. Στις εκλογές του Ιουνίου του 1931 τα δημοκρατικά κόμματα θριάμβευσαν, αποσπώντας συνολικά το 70 % των ψήφων. Κατά το διάστημα που ακολούθησε σχηματίσθηκαν αρκετές κυβερνήσεις συνασπισμού. Πρωθυπουργός των περισσότερων υπήρξε ο κεντροαριστερός Μανουέλ Αθάνια.

Αλκαλά Θαμόρα και Αθάνια

Αλκαλά Θαμόρα και Αθάνια

Η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία επιχείρησε να υλοποιήσει ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, εμπνεόμενο σε μεγάλο βαθμό από τη γαλλική Τρίτη Δημοκρατία και τη γερμανική Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας, με κατάργηση των φορολογικών προνομίων της δεύτερης και αποκλεισμό της από την εκπαίδευση, αγροτική μεταρρύθμιση (με αναδιανομή γης και μέτρα ενίσχυσης των φτωχότερων αγροτών), δημιουργία συστήματος δημόσιας εκπαίδευσης, υγείας και πρόνοιας, κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων (δημιουργία μεικτών επιτροπών εργοδοσίας κι εργαζομένων για την επίλυση διαφορών, νόμος περί εργατικών ατυχημάτων), αναγνώριση καθεστώτος αυτονομίας για την Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων και ένταξή τους σε ομοσπονδιακή κρατική δομή.

Η αντίδραση των θιγομένων, της παλιάς ολιγαρχίας, της Εκκλησίας και του στρατού υπήρξε, όπως αναμενόταν, λυσσαλέα. Εκδηλώθηκε, μεταξύ άλλων, και με το αποτυχημένο πραξικόπημα της Σεβίλλης (10 Αυγούστου 1932), το οποίο επιχείρησε ο στρατηγός Χοσέ Σανχούρχο. Στο άλλο πολιτικό άκρο, οι αναρχοσυνδικαλιστές αντιδρούσαν στο κυβερνητικό πρόγραμμα θεωρώντας το άτολμο!

Χοσέ Σανχούρχο

Χοσέ Σανχούρχο

Αλ. Λερρού

Αλ. Λερρού

Έπειτα, μεταξύ της δημοκρατικής πλειοψηφίας υπήρχε κι ο απαραίτητος αδύναμος κρίκος. Το κεντρώο Ριζοσπαστικό Κόμμα του Αλεχάνδρο Λερρού. Με εκλογική πελατεία αποτελούμενη από μικροϊδιοκτήτες γης και μικροαστούς, ο Λερρού ήταν αμετάπειστος: δεν είχε καμία πρόθεση να δεχτεί τις μεταρρυθμίσεις που έθιγαν την Εκκλησία.

Ο τακτικισμός του Λερρού, η ανασυγκρότηση της αντιδημοκρατικής δεξιάς, υπό τις ευλογίες της Εκκλησίας, και η εκτόπιση του PSOE από την κυβέρνηση οδήγησε σε πολιτική αστάθεια και, τελικά, στην προκήρυξη εκλογών για τα τέλη του 1933. Λίγο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1933, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα, γιος του δικτάτορα, ίδρυε την Ισπανική Φάλαγγα, με πρότυπο το φασιστικό κόμμα του Μουσσολίνι.

Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα

Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα

ii)   Η περίοδος της οπισθοδρόμησης (1933-1935)

Στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1933, τις πρώτες στις οποίες ψήφισαν και οι Ισπανίδες, το δημοκρατκό στρατόπεδο πλήρωσε τη διάσπασή του. Η Ισπανική Συνομοσπονδία Αυτόνομων Κομμάτων της Δεξιάς (Confederación Española de Derechas Autónomas, CEDA) του Χοσέ Μαρία Χιλ Ρόμπλες αναδεικνυόταν πρώτη δύναμη, χωρίς πάντως κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Όλα τα κόμματα από το κέντρο κι αριστερότερα ήταν κατηγορηματικά αντίθετα στο ενδεχόμενο συμμετοχής της CEDA σε κυβέρνηση. Η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δόθηκε στον γνωστό και μη εξαιρετέο Αλεχάνδρο Λερρού του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Η νέα κυβέρνηση επιχείρησε αμέσως να ακυρώσει μέρος των μεταρρυθμίσεων, ξεκινώντας από αυτές που έθιγαν την Εκκλησία.

Στην αριστερή πτέρυγα της δημοκρατικής κυβέρνησης άρχισε να επικρατεί κλίμα έντονης ανησυχίας και φόβου. Για να κατανοήσουμε την αντίδραση αυτή θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη διεθνή συγκυρία: επικράτηση του ναζισμού στη Γερμανία, διώξεις κατά του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και βίαιη καταστολή των εργατικών κινητοποιήσεων στην Αυστρία από τον αυταρχικό καγκελάριο Ντόλφους. Ποια, όμως, θα έπρεπε να είναι η στάση των Ισπανών αριστερών; Ως προς αυτό, υπήρχε διάσταση απόψεων ανάμεσα στους δύο ισχυρούς άνδρες του Σοσιαλιστικού Κόμματος, τον Ινταλέθιο Πριέτο (που ήλεγχε τα κομματικά όργανα) και τον συνδικαλιστή Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο (που ήλεγχε το συνδικάτο της UGT). Εάν συμφωνούσαν σε κάτι, αυτό ήταν ότι ενδεχόμενη είσοδος της CEDA στην κυβέρνηση θα αποτελούσε τον προάγγελο αντιδραστικού πραξικοπήματος.

Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο

Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο

Τον Οκτώβριο του 1934, τρεις υπουργοί προερχόμενοι από τη CEDA εισέρχονταν στην κυβέρνηση, προκαλώντας τη σφοδρή σύγκρουση Δεξιάς κι Αριστεράς σε πολιτικό επίπεδο. Στις περισσότερες περιοχές η αντίδραση περιορίσθηκε στην προκήρυξη γενικής απεργίας. Αλλού, όμως, τα πράγματα πήραν πιο επικίνδυνη τροπή. Στη Βαρκελώνη, ο πρόεδρος της περιφερειακής κυβέρνησης (Ζενεραλιτάτ) Λλιουίς Κομπάνς ανακήρυσσε το «Καταλανικό Κράτος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Ισπανίας». Σε περιοχές όπου τα συνδικάτα ήταν ιδαίτερα ισχυρά (Λεόν, Χώρα των Βάσκων και, κυρίως, Αστουρία) η αντίδραση εξελίχθηκε σε πραγματική εξέγερση υπό την καθοδήγηση εργατικών συμβουλίων. Η κυβέρνηση κάλεσε αμέσως τον στρατό να επέμβει. Οι αποικιακές στρατιωτικές δυνάμεις (Ισπανική Λεγεώνα των Ξένων και τακτικά σώματα στρατού αποτελούμενα από Μαροκινούς στρατιώτες), υπό την καθοδήγηση των στρατηγών Φράνκο και Γοδέδ κατέπνιξαν την εξέγερση με πρωτοφανή βιαιότητα. Εκατοντάδες νεκροί, 30 χιλιάδες φυλακισμένοι που υποβάλλονται σε βασανιστήρια, διάλυση κάθε θεσμού κι οργάνωσης που μπορούσε να θεωρηθεί «δημοκρατική». Τώρα πια τις δύο παρατάξεις τις χωρίζει το αίμα.

1934: Δυνάμεις της χωροφυλακής οδηγούν κρατουμένους μετά την εξέγερση στην Αστουρία

1934: Δυνάμεις της χωροφυλακής οδηγούν κρατουμένους μετά την εξέγερση στην Αστουρία

Παρά τη χρήση βίαιων μεθόδων καταστολής και την ενίσχυση της θέσης της αντιδημοκρατικής Δεξιάς, η κυβέρνηση δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει. Μια σειρά από σκάνδαλα (οικονομικά και δωροδοκιών) έπληξαν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της κι οδήγησαν τον συνασπισμό δεξιών και ριζοσπαστικών σε κατάρρευση.

iii)   Η επάνοδος: το Λαϊκό Μέτωπο

Τον Οκτώβριο του 1935 όλα τα κόμματα της κεντροαριστεράς και της Αριστεράς συγκροτούν το Λαϊκό Μέτωπο με σκοπό την από κοινού κάθοδο στις εκλογές και εξαγγέλλοντας την επαναφορά του προγράμματος μεταρρυθμίσεων του 1931 σε πιο τολμηρή μορφή και τη χορήγηση αμνηστείας στους πολιτικούς κρατουμένους (για τη συμμετοχή στα γεγονότα του 1934). Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου/ 4ης Μαρτίου 1936, το Λαϊκό Μέτωπο πρωτεύει, με σχετικά μικρή διαφορά ως προς τον αριθμό ψήφων (47 έως 49 % έναντι 45,6 % που απέσπασαν συνολικά τα δεξιά και κεντροδεξιά κόμματα), αποκτώντας, όμως, ευρεία πλειοψηφία ως προς τις βουλευτικές έδρες.

Αφίσα του ΚΚΙ για τις εκλογές του 1936

Αφίσα του ΚΚΙ για τις εκλογές του 1936

Η νίκη των Δημοκρατικών είχε επιτευχθεί μετά από μια εξαιρετικά αμφίρροπη εκλογική αναμέτρηση, σε συνθήκες πρωτοφανούς έντασης, απίστευτης καχυποψίας και ακραίας πόλωσης. Η στρατηγική αυτή αποτελεί κυρίως έργο του δεξιού στρατοπέδου. Μόλις την επομένη του πρώτου γύρου των εκλογών, ο στρατηγός Φράνκο, αρχηγός τότε του Γενικού Επιτελείου Στρατού επιχειρεί πραξικόπημα. Θα προσκρούσει στην άρνηση του κεντρώου υπηρεσιακού πρωθυπουργού Μανουέλ Πορτέλα να υπογράψει το διάταγμα επιβολής στρατιωτικού νόμου.

Επιχειρώντας να μην προκαλέσουν υπέρμετρες αντιδράσεις, οι Δημοκρατικοί σχηματίζουν κυβέρνηση στην οποία δεν μετέχουν στελέχη των αριστερών κομμάτων. Πρόεδρος εκλέγεται ο Αθάνια και πρωθυπουργός αναλαμβάνει τελικά ο, πρώην υπουργός του των εσωτερικών, Σαντιάγο Κασάρες Κιρόγα. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα τίθεται και πάλι σε εφαρμογή. Όσο για τους εχθρικούς προς τη Δημοκρατία στρατιωτικούς, η κυβέρνηση αρκείται να τους μεταθέσει μακριά από τη Μαδρίτη: ο Φράνκο τοποθετείται διοικητής στις Κανάριες Νήσους, ο Εμίλιο Μόλα διορίζεται στρατιωτικός διοικητής στην Παμπλόνα της Ναβάρρας. Επιθυμία επίδειξης πνεύματος συμφιλίωσης ή υποτίμηση του κινδύνου; Την ώρα που οι Δημοκρατικοί προσπαθούν να προωθήσουν τις μεταρρυθμίσεις, οι στρατιωτικοί αντίπαλοί τους έχουν την άνεση να εξυφάνουν τη συνωμοσία τους.

ΜΕΡΟΣ Ι

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΑΠΌ ΤΟ ΙΟΥΛΙΑΝΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΕΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Α.   ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ

Υποστηρίζεται συχνά, προς υπεράσπιση των πραξικοπηματιών, ότι η συνωμοσία τους ήταν απλώς αντίδραση για τη σωτηρία της χώρας στην οποία, εξαιτίας των Δημοκρατικών, επικρατούσαν συνθήκες έντασης και αναρχίας. Λέγεται, επίσης, ότι οι συνωμότες είχαν συμφωνήσει να προχωρήσουν το σχέδιό τους σε δύο περιπτώσεις μόνο: αν αναλάμβανε πρωθυπουργός ο σοσιαλιστής συνδικαλιστής Λάργο Καμπαγέρο, τον οποίο κάποιοι, μάλλον άστοχα, είχαν ονομάσει «Λένιν της Ισπανίας», ή αν εκδηλωνόταν επανάσταση εκ μέρους των αναρχικών. Τελικά, όμως, αποφάσισαν να κινηθούν μετά τη δολοφονία του φιλομοναρχικού πολιτικού Χοσέ Κάλβο Σοτέλο στις 13 Ιουλίου 1936 από αστυνομικούς και σοσιαλιστές πολιτοφύλακες.

Χοσέ Κάλβο Σοτέλο

Χοσέ Κάλβο Σοτέλο

Τα διαθέσιμα στοιχεία διαψεύδουν την εκδοχή αυτή.

Καταρχάς, στην Ισπανία δεν παρατηρείται υπέρμετρη έξαρση της έντασης ούτε κλίμα βίας και αναρχίας, τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο. Ναι μεν υπήρξαν σποραδικά συμβάντα (επιθέσεις σε εκκλησίες και κληρικούς, εκδηλώσεις «ενθουσιασμού» για τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου κ.λπ.), αλλά, αντιθέτως, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου είναι η αύξηση της καταστολής με στόχο περισσότερο τον χώρο της Αριστεράς, ακριβώς επειδή η κυβέρνηση επιδιώκει να ελέγξει τα φαινόμενα αυτά.

Όσον αφορά την εκτέλεση του Κάλβο Σοτέλο, αυτή είναι πράξη αντιποίνων για τη δολοφονία του αξιωματικού της Αστυνομίας Εφόδου Χοσέ Καστίγιο από φαλαγγίτες, την προηγουμένη, 12 Ιουλίου.

Επιπλέον, γνωρίζουμε πλέον ότι το επιχειρησιακό πρόγραμμα για το πραξικόπημα είχε καταρτισθεί από τον Μόλα ήδη από τον Ιούνιο (με σχεδιασμό ακριβώς για τις ημερομηνίες 17-19 Ιουλίου), ενώ την 1η Ιουλίου οι συνωμότες είχαν συνάψει μυστικές συμφωνίες με τη φασιστική Ιταλία για την ενίσχυση σε όπλα και πυρομαχικά.

Εμίλιο Μόλα

Εμίλιο Μόλα

Επομένως, η κατάλυση της δημοκρατίας ήταν ειλημμένη απόφαση κι εκπεφρασμένος στόχος από την πρώτη στιγμή. Η εκδήλωση του πραξικοπήματος ήταν απλώς ζήτημα χρόνου κι εξεύρεσης των αναγκαίων και ικανών στηριγμάτων εντός και εκτός Ισπανίας (οι στασιαστές είχαν αρχικά ορίσει την 8η Απριλίου, αλλά ανέβαλαν την υλοποίηση του σχεδίου ακριβώς επειδή δεν ήταν βέβαιοι για την επιτυχία του). Ο Μόλα, ως διοικητής της Παμπλόνας, έχει την ευκαιρία να διαπραγματευθεί με τους φιλομοναρχικούς της Ναβάρρας και να εξασφαλίσει τη συμμετοχή στον αντικομμουνιστικό αγώνα της περιβόητης πολιτοφυλακής τους, των Ρεκετέ. Λίγο αργότερα, ο φυλακισμένος από την κυβέρνηση ιδρυτής και ηγέτης της Φάλαγγας, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα θα δηλώσει με επιστολή την υποστήριξή του στο εγχείρημα. Ο Μόλα θα αρχίσει τις επαφές για να εξασφαλίσει την ιταλική βοήθεια, ο Φράνκο θα καλλιεργήσει τις σχέσεις του με το περιβάλλον του Χίτλερ. Τελικά, ο αριθμός των συνωμοτών ανώτατων αξιωματικών είναι εντυπωσιακός: Σανχούρχο, Μόλα, Φράνκο, Φανχούλ, Γοδέδ, Κέιπο δε Γιάνο, Βαρέλα, Οργάθ, Γαλάρθα Μοράντε.

Ο Φρανθίσκο Φράνκο σε φωτογραφία του 1930

Ο Φρανθίσκο Φράνκο σε φωτογραφία του 1930

Στις 17 Ιουλίου 1936 το πραξικόπημα εκδηλώνεται στις Κανάριες Νήσους και το Ισπανικό Μαρόκο (Μελίγια, Θέουτα, Τετουάν). Ο Φράνκο μεταβαίνει αεροπορικώς στο Μαρόκο, με αεροπλάνο που είχε ειδικά ναυλώσει ο τραπεζίτης Τζουάν Μαρτς από τη Μαγιόρκα, για να αναλάβει τη διοίκηση της Στρατιάς της Αφρικής. Τις επόμενες δύο ημέρες στασιάζουν οι στρατιωτικές φρουρές στη μητροπολιτική Ισπανία. Στόχος είναι η κατάληψη της Μαδρίτης και η συγκρότηση στρατιωτικής χούντας. Το πραξικόπημα, όμως, δεν θα επιτύχει ολοκληρωτικά. Η Ισπανία θα εισέλθει σε μια φάση που καμία από τις δυο αντίπαλες πλευρές δεν είχε προβλέψει.

Β.   ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ

α.   Λάβετε θέσεις! Μία χώρα, δύο στρατόπεδα, τέσσερα κομμάτια: Μετά το χάος των πρώτων ημερών που ακολούθησαν την εκδήλωση του πραξικοπήματος, η Ισπανία βρίσκεται χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα και τέσσερα μέρη! Οι στασιαστές επικρατούν στις αγροτικές και/ή πιο συντηρητικές περιοχές: Γαλικία, Παλαιά Καστίλλη, Λεόν, Ναβάρρα, μεγαλύτερο τμήμα της Αραγωνίας, Βαλεαρίδες (εκτός από τη Μινόρκα) και τμήμα της Εστρεμαδούρας, συν ένα προγεφύρωμα στην Ανδαλουσία, που περιλαμβάνει τη Σεβίλλη και την Κορδούη και είναι σημαντικό γιατί καθιστά δυνατή την έστω και περιορισμένη μεταφορά των αποικιακών στρατευμάτων από το Μαρόκο, και (παραδόξως) το Οβιέδο της Αστουρίας. Οι Δημοκρατικοί διατηρούν τον έλεγχο στη Μαδρίτη και σε ολόκληρη τη Μάντσα, στην Καταλωνία, το ισπανικό Λεβάντε, στο μεγαλύτερο μέρος της Ανδαλουσίας και τις βομηχανικές περιοχές του Βορρά (Χώρα των Βάσκων και Αστουρία).

Η κατάσταση στις αρχές του πολέμου/ πηγή: Wikimedia, χρήστης Grandiose

Η κατάσταση στις αρχές του πολέμου/ πηγή: Wikimedia, χρήστης Grandiose

Τι είχε συμβεί;

β.   Η επανάσταση αρχίζει: Τις ημέρες που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος, η κυβέρνηση Κασάρες Κιρόγα δεν είχε εισακούσει τις εκκλήσεις των συνδικάτων «να δώσει όπλα στον λαό». Όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα αρκέσθηκε στην έκδοση ενός διατάγματος περί διάλυσης του στρατεύματος, απόφαση που επέτεινε τη σύγχυση, ειδικά μεταξύ των στρατιωτικών που παρέμειναν πιστοί στη δημοκρατία. Όσον αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Μανουέλ Αθάνια, αυτός έδειχνε πανικόβλητος. Οι μόνες λύσεις κατά τη γνώμη του ήταν η διαπραγμάτευση με τους στασιαστές και η διεξαγωγή δημοψηφίσματος! Για τον λόγο αυτό και διόρισε πρωθυπουργό των μετριοπαθέστατο Μαρτίνεθ Μπάρριο ο οποίος πέρασε μια νύχτα διαπραγματευόμενος τηλεφωνικά χωρίς αποτέλεσμα με τους πραξικοπηματίες και, έπειτα, παραιτήθηκε χωρίς να αναλάβει ποτέ ουσιαστικά τα καθήκοντά του. Ο, επίσης μετριοπαθής, διάδοχός του Χοσέ Χιράλ, ως τότε Υπουργός Ναυτικού, αποφάσισε τελικά τη διανομή όπλων στις λαϊκές πολιτοφυλακές. Οι πολιτοφυλακές και οι δυνάμεις ασφαλείας (οι οποίες σε σημαντικό ποσοστό παρέμειναν πιστές στη νόμιμη κυβέρνηση) ήταν αυτές που εξουδετέρωσαν τα στρατεύματα που συντάχθηκαν με τους στασιαστές στις μεγάλες πόλεις. Η πραγματική εξουσία, όμως, είχε ξεφύγει από την κυβέρνηση.

Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936/ πολιτοφύλακες των Δημοκρατικών σε οδόφραγμα

Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936/ πολιτοφύλακες των Δημοκρατικών σε οδόφραγμα

Σε ένα χρονικό σημείο που η κατάσταση δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε πραγματική πολεμική σύρραξη, τα συνδικάτα, πρωτίστως οι αναρχικοί και σε μικρότερο βαθμό οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές, ανέλαβαν την εξουσία συγκροτώντας κατά τόπους επαναστατικές επιτροπές (στη Βαρκελώνη, μάλιστα, συγκροτήθηκε και μια Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών). Οι επιτροπές αυτές ανέλαβαν τη συγκρότηση νέων μονάδων πολιτοφυλακής και προχώρησαν σε κολλεκτιβοποίηση των αγροκτημάτων και των μονάδων βιομηχανικής παραγωγής, ενέργειες που συνοδεύονταν από τις «αναμενόμενες» βιαιοπραγίες κατά των εκπροσώπων της παλαιάς ολιγαρχίας που δεν είχαν προλάβει να διαφύγουν στη ζώνη των στασιαστών. Με άλλα λόγια, τώρα που δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο (ολιγαρχία ή κυβέρνηση), η επανάσταση μπορούσε να αρχίσει! Το πλέον παράδοξο είναι ότι ένα πραξικόπημα του οποίου ο δημοσίως εκπεφρασμένος στόχος ήταν η αποτροπή της επανάστασης, κατέληξε να την προκαλέσει!

Ο επαναστατικός ζήλος δεν αρκεί για τη συγκρότηση αξιόμαχου στρατεύματος και την επιτυχή διεξαγωγή πολέμου. Οι φάλαγγες πολιτοφυλακών που ξεκίνησαν από τη Βαρκελώνη και τη Βαλένθια για να καταλάβουν, αντίστοιχα, τη Θαραγόθα και την Κορδούη απέτυχαν παταγωδώς.

γ.   Οι εθνικιστές εδραιώνουν τις θέσεις τους: Οι στασιαστές είναι στρατιωτικοί και γνωρίζουν πολύ καλά τι ακριβώς θέλουν, χωρίς να ασχολούνται με ουτοπίες. Η σχετική αποτυχία του πραξικοπήματος τους αναγκάζει να αναζητήσουν την ξένη βοήθεια. Στις 25 Ιουλίου ο Χίτλερ συμφωνεί να ενισχύσει στρατιωτικά τους εθνικιστές. Λίγες ημέρες αργότερα το ίδιο πράττει και ο Μουσσολίνι. Η σημασία της ξένης στρατιωτικής βοήθειας αποδεικνύεται από πολύ νωρίς: χάρη στα γερμανικά μεταγωγικά στήνεται η πρώτη αερογέφυρα της Ιστορίας, καθιστώντας δυνατή τη μεταφορά των στρατευμάτων της Αφρικής στη μητροπολιτική Ισπανία. Οι Δημοκρατικοί δεν θα τύχουν αντίστοιχης βοήθειας, παρά τις προσπάθειες του Χιράλ να εξασφαλίσει γαλλική, τουλάχιστον βοήθεια. Παρά την αρχική προθυμία του, ο Λεόν Μπλουμ θα υποκύψει στους φόβους για εσωτερική αναταραχή, τις αντιδράσεις των Γάλλων Ριζοσπαστών και, κυρίως, τις βρετανικές πιέσεις, καταλήγοντας στο τραγικό δόγμα της μη επεμβάσεως.

Οι στρατηγικοί στόχοι των εθνικιστών είναι δύο.

Πρώτον, η διεύρυνση της επικράτειάς τους σε Ανδαλουσία και Εστρεμαδούρα έτσι ώστε, αφενός, να ενοποιήσουν τις δύο ζώνες ελέγχου τους και, αφετέρου, να καταλάβουν το σύνολο της μεθοριακής γραμμής με την Πορτογαλία στην οποία κυβερνά από το 1933 η φιλική προς τους στασιαστές δικτατορία του Αντόνιο Σαλαζάρ. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται χάρη κυρίως στις προσπάθειες του Κέιπο δε Γιάνο.

Η κατάληψη των περιοχών συνοδεύεται από τις συστηματικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Κάθε στοιχείο ύποπτο για φιλικά προς τη Δημοκρατία αισθήματα εκτελείται [2]. Η σταδιακή και μεθοδική κατάληψη εδαφών αποτελεί επιλογή του Φράνκο, όπως ο ίδιος είχε εξομολογηθεί στον Ιταλό στρατηγό Φαλντέλλα:

«Σε έναν εμφύλιο πόλεμο είναι προτιμότερη η συστηματική κατάληψη του εδάφους, η οποία συνοδεύεται από τις αναγκαίες εκκαθαρίσεις, παρά μια γρήγορη συντριβή των εχθρικών στρατευμάτων, ενδεχόμενο το οποίο θα άφηνε τη χώρα μολυσμένη από αντεθνικά στοιχεία

Δεύτερον, ο πλήρης αποκλεισμός της βόρειας ζώνης που ελέγχουν οι Δημοκρατικοί, μέσω της κατάληψης της μεθορίου με τη Γαλλία, έτσι ώστε να καταστεί αδύνατη η ενίσχυση και ο ανεφοδιασμός της Χώρας των Βάσκων και της Αστουρίας. Και ο δεύτερος στόχος επιτυγχάνεται, στις αρχές Σεπτεμβρίου, με την καταληψη του Ιρούν.

Γ.   Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΔΡΙΤΗΣ

Φ. Λάργο Καμπαγέρο

Φ. Λάργο Καμπαγέρο

Τον Σεπτέμβριο του 1936 σχηματίζεται νέα κυβέρνηση στη Μαδρίτη, υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή συνδικαλιστή ηγέτη Λάργο Καμπαγέρο. Στην κυβέρνηση αυτή θα συμμετάσχουν, δύο μήνες αργότερα, και οι αναρχικοί. Την ίδια, όμως, ώρα οι δυνάμεις των στασιαστών βρίσκονται 100 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα. Ο στρατός των Δημοκρατικών δεν είναι ακόμη παρά ένα συνονθύλευμα πολιτοφυλακών, πλημμελώς εξοπλισμένων και με χαμηλό ηθικό. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι αν ο Φράνκο αποφάσιζε να επιτεθεί θα καταλάμβανε εύκολα τη Μαδρίτη και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε δύο μήνες.

α. Τολέδο αντί Μαδρίτης

Οι Δημοκρατικοί πολιορκούν το Αλκάθαρ του Τολέδου Σεπτέμβριος 1936/ φωτό του Μιχαήλ Κολτσόφ

Οι Δημοκρατικοί πολιορκούν το Αλκάθαρ του Τολέδου, Σεπτέμβριος 1936/ φωτό του Μιχαήλ Κολτσόφ

Αντί της Μαδρίτης, ο Φράνκο θα επιλέξει ένα συμβολικό στόχο, το Τολέδο. Στο φρούριο της ιστορικής πόλης, το Αλκάθαρ, το οποίο στεγάζει και την τοπική στρατιωτική ακαδημία, έχουν οχυρωθεί οι στρατιωτικοί που συντάχθηκαν με το πραξικόπημα, μαζί με τις οικογένειές τους. Διοικητής είναι ο συνταγματάρχης Χοσέ Μοσκαρδό, αξιωματικός που δεν ήταν ενήμερος για τη συνωμοσία, αλλά προσχώρησε στο στρατόπεδο των στασιαστών αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Ο Μοσκαρδό ήταν, δίχως, αμφιβολία, ιδιόμορφη περίπτωση αξιωματικού. Κάθε πρωί, παρά την πολιορκία, τις επιθέσεις και τους βομβαρδισμούς, έστελνε στο γενικό επιτελείο των εθνικιστών το ίδιο λακωνικό ανακοινωθέν: «Ουδέν νεώτερον από το Αλκάθαρ» («Sin novedad en el Alcázar»). Στις 23 Ιουλίου, οι Δημοκρατικοί αιχμαλώτισαν τον δεκαεξάχρονο γιο του Μοσκαρδό, τον Λουίς. Τηλεφώνησαν αμέσως στη φρουρά. Το ακουστικό το σήκωσε ο ίδιος ο Μοσκαρδό. Του είπαν να παραδοθεί, αλλιώς ο μικρός θα εκτελούνταν. Ο συνταγματάρχης ζήτησε να μιλήσει με το γιο του. Λέγεται ότι ακολούθησε ο εξής διάλογος:

  • Είσαι καλά παιδί μου;
  • Ναι, πατέρα!
  • Μου είπαν ότι θα σε εκτελέσουν αν δεν παραδοθώ. Το ξέρεις πολύ καλά ότι η τιμή και τα καθήκοντά μου δεν μου επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.
  • Ναι, πατέρα!
  • Άκου, γιε μου. Θα παραδώσεις την ψυχή σου στον Θεό και θα πεθάνεις ως Ισπανός πατριώτης, φωνάζοντας «Ζήτω ο Βασιλεύς Χριστός» και «Ζήτω η Ισπανία».
  • Μάλιστα, πατέρα! Μπορώ να το κάνω αυτό.
  • Μπράβο, παιδί μου! [ο νεαρός Λουίς εκτελέστηκε ένα μήνα αργότερα σε αντίποινα για κάποια αεροπορική επιδρομή των φρανκικών]
Μοσκαρδό και Φράνκο (πιο πίσω ο στρατηγός Βαρέλα)/ πηγή: Ίδρυμα Φρ. Φράνκο

Μοσκαρδό και Φράνκο (πιο πίσω ο στρατηγός Βαρέλα)/ πηγή: Ίδρυμα Φρ. Φράνκο

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1936, οι δυνάμεις του Φράνκο, έχοντας συντρίψει τους Δημοκρατικούς, εισέρχονται στο Τολέδο και λυτρώνουν την πολιορκημένη φρουρά. Σχεδόν αμέσως, ο Φράνκο δρέπει τις δάφνες του θριάμβου του: ανακηρύσσεται αρχιστράτηγος (Generalísimo) και αρχηγός κράτους, αναλαμβάνοντας τα ηνία της «εθνικής κυβέρνησης» που έχει σχηματισθεί στο Μπούργκος.

β.   Μαδρίτη, πολιορκημένη πόλη

Προέλαση και Πέμπτη Φάλαγγα: Μέχρι να ανασυγκροτηθούν και να ανεφοδιασθούν τα στρατεύματα των εθνικιστών φθάνουμε στις 20 Οκτωβρίου. Τέσσερις φάλαγγες, υπό τους Μόλα, Γιαγουέ, Μπαρρόν και Μοναστέριο, επανδρωμένες κυρίως με λεγεωνάριους και Μαροκινούς, ξεκινούν από διαφορετικά σημεία με στόχο την κατάληψη της ισπανικής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής ρώτησαν τον Μόλα ποια από τις φάλαγγες αυτές θα καταλάμβανε τελικά τη Μαδρίτη. Κι εκείνος απάντησε:

«Την πρωτεύουσα δεν θα την καταλάβει καμία από τις φάλαγγες αυτές. Η Μαδρίτη θα καταληφθεί από την Πέμπτη Φάλαγγα, αυτήν των υποστηρικτών μας που ήδη βρίσκονται μέσα στην πόλη

Ο όρος επρόκειτο να αποκτήσει απροσδόκητες διαστάσεις, να μεταμορφωθεί σε ψύχωση και έμμονη ιδέα που θα στοίχειωνε τη σκέψη αμέτρητων πολιτικών και στρατιωτικών σε πάμπολλες χώρες.

Στις αρχές Νοεμβρίου οι φάλαγγες πλησιάζουν στην πρωτεύουσα, την οποία βομβαρδίζει ανηλεώς η γερμανική αεροπορία. Η κυβέρνηση Λάργο Καμπαγέρο εγκαταλείπει τη Μαδρίτη και καταφεύγει στη Βαλένθια. Την άμυνα της πόλης αναλαμβάνει ο στρατηγός Μιάχα κι ο επιτελάρχης του, αντισυνταγματάρχης Βιθέντε Ρόχο. Στις 6 Νοεμβρίου ήδη διεξάγονται μάχες στην Κάσα δε Κάμπο, το πρώην κυνηγετικό πάρκο των Ισπανών βασιλιάδων, και στην Πανεπιστημιούπολη. Εθελοντές έχουν στήσει οδοφράγματα σε κάθε γωνιά της πόλης.

« ¡No pasarán! » – Η Μαδρίτη αντιστέκεται

«Ας ορθώσουμε όλοι το ανάστημά μας ενάντια στο φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα! Ας προασπίσουμε τις λαϊκές ελευθερίες και τις δημοκρατικές κατακτήσεις του λαού!… Η χώρα ολόκληρη έχει αγανακτήσει με τούτους τους άθλιους που θέλουν να βυθίσουν τη δημοκρατική και λαϊκή Ισπανία σε κόλαση τρόμου και θανάτου. Μα δεν θα περάσουν! Η Ισπανία ολόκληρη ετοιμάζεται να πολεμήσει.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα σας καλεί στη μάχη. Καλεί ειδικά τους εργάτες, τους αγρότες, τους διανοούμενους να πάρουν θέσεις μάχης για να συντρίψουν οριστικά τους εχθρούς της Δημοκρατίας και των λαϊκών ελευθεριών. Ζήτω το Λαϊκό Μέτωπο! Ζήτω η ενότητα όλων των αντιφασιστών! Ζήτω η δημοκρατία του λαού! Οι φασίστες δεν θα περάσουν! Δεν θα περάσουν

[Ντολόρες Ιμπάρρουρι, η επονομαζόμενη και Πασιονάρια, λόγος που εκφωνήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών στη Μαδρίτη, στις 19 Ιουλίου 1936]

Πολιορκία της Μαδρίτης ¡No_pasarán!

Πολιορκία της Μαδρίτης ¡No_pasarán!

Ενώ οι εθνικιστές αρχίζουν να πιστεύουν ότι η κατάληψη της Μαδρίτης θα αποδειχθεί σχετικά εύκολη υπόθεση, η κατάσταση αντιστρέφεται. Φθάνουν οι πρώτες Διεθνείς Ταξιαρχίες (11η και 12η) και τα πρώτα σοβιετικά άρματα μάχης και πολεμικά αεροσκάφη. Οι σοβιετικοί πιλότοι παίρνουν τον έλεγχο του εναέριου χώρου από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, βομβαρδίζουν τις βάσεις των εθνικιστών σε Ανδαλουσία κι Εστρεμαδούρα. Εξαντλημένοι από τις οδομαχίες, οι στρατιώτες του Φράνκο υποχωρούν.

Οι αποτυχημένες «περιφερειακές επιθέσεις»: Ο Φράνκο εγκαταλείπει την ιδέα της κατάκτησης της Μαδρίτης με κατά μέτωπο έφοδο κι επιχειρεί να την καταλάβει επιτιθέμενος από τα βορειοδυτικά (Μάχη της Οδού της Λα Κορούνια, Νοέμβριος-Ιανουάριος) και, στη συνέχεια, από τα νότια (Μάχη της κοιλάδας του ποταμού Χαράμα, Φεβρουάριος 1937). Και οι δύο μάχες αποδεικνύονται ιδιαίτερα αιματηρές (σχεδόν 30 χιλιάδες νεκροί συνολικά για τα δύο στρατόπεδα), πλην όμως οι Μαροκινοί ρεγουλάρες αδυνατούν να διασπάσουν τις γραμμές των Διεθνών Ταξιαρχιών.

Μάχη της Γουαδαλαχάρα, ιταλικά τεθωρακισμένα Φίατ Ανσάλντο/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 P0214-516 CC-BY-SA 3.0

Μάχη της Γουαδαλαχάρα, ιταλικά τεθωρακισμένα Φίατ Ανσάλντο/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 P0214-516 CC-BY-SA 3.0

Η Μάχη της Γουαδαλαχάρα: Η τελευταία προσπάθεια κατάληψης της Μαδρίτης είναι έργο του ιταλικού Εθελοντικού Εκστρατευτικού Σώματος (Corpo Truppe Volontarie, CTV), το οποίο έχει στείλει ο Μουσσολίνι. Οι δυνάμεις του στρατηγού Ροάττα επιχειρούν να φθάσουν στη Μαδρίτη από βορρά. Οι καιρικές συνθήκες (κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις, τις οποίες διαδέχονται χιονοθύελλες) δυσχεραίνουν το έργο τους, τα σοβιετικά τεθωρακισμένα συντρίβουν τα λιλιπούτεια ιταλικά άρματα μάχης, οι άνδρες των ΔΤ (ανάμεσά τους πολλοί Ιταλοί Γαριβαλδινοί) αποδεικνύονται πιο αξιόμαχοι από τους μελανοχίτωνες. Τελευταίος, αλλά όχι αμελητέος, παράγοντας της ιταλικής αποτυχίας, η στάση του ίδιου του Φράνκο. Προκειμένου να μην οφείλει τίποτε στον Ιταλό δικτάτορα, προτιμά να αφήσει το CTV εντελώς αβοήθητο! Στις 23 Μαρτίου η Μάχη της Μαδρίτης έχει τελειώσει. Η Δημοκρατία έχει προς το παρόν σωθεί, χάρη κυρίως στη σοβιετική βοήθεια.

Δεν είναι, όμως, όλα ρόδινα για αυτήν. Το ιταλικό Εκστρατευτικό Σώμα, το ίδιο που απέτυχε παταγωδώς στη Γουαδαλαχάρα, έχει κατορθώσει να πάρει τη Μάλαγα (8 Φεβρουαρίου), καταλαμβάνοντας μαζί με τη μεγαλούπολη και το υπόλοιπο τμήμα της Ανδαλουσίας που ήλεγχαν οι Δημοκρατικοί.

Δ.   ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΘΟΡΑΣ ΚΙ ΑΠΩΛΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Έχοντας συναίσθηση της στρατιωτικής υπεροχής των εθνικιστών, το επιτελείο των Δημοκρατικών επιλέγει έναν πόλεμο φθοράς του αντιπάλου κι αντίστασης στις δυνάμεις του, μέχρι να μεταβληθεί η διεθνής συγκυρία. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των δημοκρατικών στρατευμάτων αποτελούν κατ’ ουσίαν αντιπερισπασμούς που θα δυσχεράνουν τις προσπάθειες του Φράνκο να διευρύνει την επικράτεια που ελέγχουν οι εθνικιστές. Κανείς από τους αντιπερισπασμούς αυτούς δεν θα επιτύχει.

α.   Ο Φράνκο καταλαμβάνει τη Χώρα των Βάσκων

Μετά την κατ’ επανάληψη αποτυχία κατάληψης της Μαδρίτης, ο Φράνκο επιλέγει να στραφεί κατά του βόρειου θυλάκου των Δημοκρατικών, δηλαδή τις αποκομένες από την κύρια ζώνη περιοχές της Αστουρίας και της Χώρας των Βάσκων. Ο Φράνκο δίνει στη γερμανική και τη ιταλική αεροπορία το ελεύθερο να βομβαρδίσουν ανηλεώς τις βασκικές πόλεις. Οι βομβαρδισμοί στοχεύουν να πλήξουν κυρίως τους αμάχους, ώστε να κάμψουν το ηθικό των αντιπάλων.

Π. Πικάσσο, Γκερνίκα/ αντίγραφο από πλακίδια στην ομώνυμη πόλη/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Papamanila

Π. Πικάσσο, Γκερνίκα/ αντίγραφο από πλακίδια στην ομώνυμη πόλη/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Papamanila

Ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα έχει μείνει στην Ιστορία για πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι κι ο διάσημος πίνακας του Πικάσσο. Η Γκερνίκα είχε μεγάλη συμβολική σημασία για τους Βάσκους: ήταν η ιστορική πρωτεύουσά τους, η πόλη γύρω από το Ιερό Δέντρο της οποίας συγκεντρώνονταν οι εθνοσυνελεύσεις τους. Στις 26 Απριλίου 1937, πέντε σμήνη βομβαρδιστικών της γερμανικής Λεγεώνας Κόνδωρ, συνοδευόμενα από ιταλικά βομβαρδιστικά, επιτίθενται κατά της πόλης. Τα τέσσερα πέμπτα των κτηρίων της θα καταστραφούν! Οι νεκροί, όλοι άμαχοι, υπολογίζονται μεταξύ 125 και 300 (κατά τις νεότερες μελέτες βάσει αρχειακών δεδομένων) και 1650 (επίσημος υπολογισμός της βασκικής κυβέρνησης).

Βομβαρδισμένη Γκερνίκα/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-H25224

Βομβαρδισμένη Γκερνίκα/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-H25224

Δύο κακοσχεδιασμένες επιχειρήσεις αντιπερισπασμού των Δημοκρατικών με στόχους τη Σεγόβια και τη Χουέσκα δεν έχουν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Ως το τέλος Ιουνίου ο Φράνκο έχει καταλάβει το Μπιλμπάο και ολόκληρη τη χώρα των Βάσκων.

Στο μεταξύ, το στρατόπεδο των Δημοκρατικών κλονίζεται από τη διαμάχη υποστηρικτών της τάξης και οπαδών της επανάστασης. Οι ταραχές οδηγούν τον Λάργο Καμπαγέρο σε παραίτηση. Ο πρόεδρος Αθάνια αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης στον σοσιαλιστή Χουάν Νεγρίν, τον μόνο που θεωρεί ικανό να ηγηθεί ενός συνεκτικού κυβερνητικού σχήματος και, ταυτόχρονα, να διαπραγματευθεί με τους Γάλλους και τους Βρετανούς.

Χουάν Νεγρίν

Χουάν Νεγρίν

β.   Αποτυχημένοι αντιπερισπασμοί: Μπρουνέτε και Μπελτσίτε

Μπρουνέτε: Προσπαθώντας να διασώσει ό,τι έχει απομείνει από τον βόρειο θύλακο, το επιτελείο των Δημοκρατικών βάζει σε εφαρμογή μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση αντιπερισπασμού, την οποία έχει σχεδιάσει ο αρχηγός του γενικού επιτελείου Βιθέντε Ρόχο. Οι συγκεντρωμένες δυνάμεις είναι εντυπωσιακές στον αριθμό: 90 χιλιάδες άνδρες, 100 άρματα μάχης, 200 κανόνια και 140 πολεμικά αεροσκάφη. Στις 5 Ιουλίου 1937, τρεις επίλεκτες μεραρχίες τις οποίες διοικούν κομμουνιστές (Λίστερ, Βάλτερ, Καμπεσίνο) επελαύνουν κατά του Μπρουνέτε, στα νοτιοδυτικά της Μαδρίτης, με στόχο να περικυκλώσουν τις φρανκικές δυνάμεις που βρίσκονται συγκεντρωμένες στην περιοχή. Ο στρατός των Δημοκρατικών κατορθώνει να καταλάβει το Μπρουνέτε, έχοντας όμως προχωρήσει λιγότερο απ’ ό,τι υπολόγιζε. Ο Φράνκο διακόπτει τις επιχειρήσεις στον Βορρά και στέλνει ενισχύσεις. Οι εθνικιστές ανακαταλαμβάνουν την πόλη και απωθούν τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι έχουν απώλειες 25 χιλιάδων ανδρών. Η εκστρατεία του Φράνκο στα βόρεια συνεχίζεται και στα τέλη Αυγούστου καταλαμβάνεται το Σανταντέρ.

Ενρίκε Λίστερ

Ενρίκε Λίστερ

Μπελτσίτε: Σχεδόν ταυτόχρονα οι Δημοκρατικοί εξαπολύουν μια δεύτερη επίθεση αντιπερισπασμού, αυτή τη φορά στην Αραγωνία με στόχο τη Θαραγόθα. Η ιστορία μοιάζει με επανάληψη της Μάχης του Μπρουνέτε. Το σχέδιο του Ρόχο είναι ιδιαιτέρως τολμηρό, η εκτέλεσή του διστακτική, μια κι ο Λαϊκός Στρατός σκοντάφτει στην αντίδραση της φρουράς του Μπελτσίτε. Οι εθνικιστές στέλνουν ενισχύσεις και ως τις 7 Σεπτεμβρίου έχουν κερδίσει τη μάχη.

Ερείπια του Μπελτσίτε/ πηγή: Wikipedia, χρήστης ecelan

Ερείπια του Μπελτσίτε/ πηγή: Wikipedia, χρήστης ecelan

Ο Φράνκο ολοκληρώνει επιτυχώς την εκστρατεία του Βορρά στα τέλη Οκτωβρίου, έχοντας πλέον κατακτήσει το σύνολο της Αστουρίας. Η βόρεια ζώνη του δημοκρατικού στρατοπέδου έχει πάψει να υπάρχει. Οι Δημοκρατικοί έχουν χάσει 14 μεραρχίες με τον εξοπλισμό τους, τη μοναδική περιοχή με βαριά βιομηχανία που κρατούσαν υπό τον έλεγχό τους και τα πλοία του στόλου του Ατλαντικού. Η πλάστιγγα γέρνει όλο και περισσότερο προς το μέρος των εθνικιστών.

Ε.   ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΒΕΡΝΤΕΝ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ

α.   Τερουέλ: Στα τέλη του 1937 το ηθικό του δημοκρατικού στρατοπέδου είναι χαμηλό. Υπάρχουν φόβοι ότι σύντομα ο Φράνκο θα επιχειρήσει νέα επίθεση κατά της Μαδρίτης. Ο επιτελάρχης Ρόχο αποφασίζει να θέσει σε εφαρμογή μια επιχείρηση στρατηγικής αντεπίθεσης που θα ανυψώσει το ηθικό του πληθυσμού. Στόχος είναι το Τερουέλ, μια μικρή πόλη της νοτιοδυτικής Αραγωνίας. Στις 15 Δεκεμβρίου, 80 χιλιάδες άνδρες, χωρίς υποστήριξη πυροβολικού και αεροπορίας, επιτίθενται. Μια εβδομάδα αργότερα, έχουν κατορθώσει να καταλάβουν το Τερουέλ.

Μάχη του Τερουέλ

Μάχη του Τερουέλ

Ο Φράνκο έχει δύο επιλογές: να στραφεί κατά της ανυπεράσπιστης Μαδρίτης ή να δώσει ένα γερό μάθημα στους Δημοκρατικούς στερώντας τους ακόμη και την παραμικρή νίκη. Πιστός στη φιλοσοφία του, αποφασίζει να πράξει το δεύτερο. Υπό πολικό ψύχος και με ένα μέτρο χιόνι, ο Εθνικός Στρατός εφορμά στις 17 Ιανουαρίου 1938. Ακολουθούν σφροδρότατες μάχες στο Τερουέλ. Η επίθεση της μιας πλευράς διαδέχεται εκείνη της άλλης. Στις 22 Φεβρουαρίου και με τίμημα απώλειες 40 χιλιάδων ανδρών, οι εθνικιστές ανακτούν το «ισπανικό Βερντέν». Οι αντίπαλοί τους χάνουν 60 χιλιάδες άνδρες και τα περισσότερα από τα εξαιρετικά σοβιετικά τεθωρακισμένα ΒΤ-5.

β.   Μεσόγειος: Η κατάσταση αποδιοργάνωσης του αντιπάλου και η σαφέστατη αριθμητική υπεροχή των εθνικιστικών δυνάμεων δημιουργούν στο επιτελείο του Φράνκο την πεποίθηση ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να καταφέρουν αποφασιστικό πλήγμα στον εχθρό. Με δύναμη μεγαλύτερη των 100 χιλιάδων ανδρών και αιχμή του δόρατος το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα, ο Εθνικός Στρατός επιτίθεται στις αρχές Μαρτίου και μέσα σε μια εβδομάδα έχει προχωρήσει πάνω από 100 χιλιόμετρα, κατακτώντας το υπόλοιπο της Αραγωνίας και διεισδύοντας πλέον στην Καταλωνία. Η επίθεση είναι σαρωτική κι αναπτύσσεται σε μέτωπο πλάτους 150 χιλιομέτρων. Μετατοπίζοντας αιφνίδια το κέντρο βάρους της, οι δυνάμεις του Φράνκο φθάνουν ανενόχλητοι στις ακτές της Μεσογείου, στο Βιναρός, ακριβώς στο σύνορο μεταξύ Λεβάντε και Καταλωνίας. Με τον τρόπο αυτό χωρίζουν εκ νέου στα δύο την επικράτεια των Δημοκρατικών, αποκόπτοντας την Καταλωνία από την υπόλοιπη δημοκρατική ζώνη. Την ίδια ώρα, στη Γαλλία, πέφτει η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου και τη θέση της παίρνει η συντηρητική του Νταλαντιέ, η οποία κλείνει οριστικά τα γαλλοϊσπανικά σύνορα, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα ανεφοδιασμού της Καταλωνίας.

Η Ισπανία την άνοιξη του 1938/ πηγή: Wikipedia, χρήστης grandiose

Η Ισπανία την άνοιξη του 1938/ πηγή: Wikipedia, χρήστης grandiose

Ο Χενεραλίσιμο έχει τη δυνατότητα να καταλάβει την Καταλωνία με τη Βαρκελώνη, όπου έχει μεταφερθεί η έδρα της κυβέρνησης των Δημοκρατικών. Αντί για αυτό, προτιμά να στραφεί κατά της Βαλένθιας. Ο Ρόχο, όμως, έχει συγκεντρώσει όσες δυνάμεις μπορεί κι έχει οργανώσει πενταπλή γραμμή άμυνας. Οι δυνάμεις του Φράνκο θα προχωρήσουν μόλις 40 χιλιόμετρα σε δύο μήνες και θα εγκαταλείψουν εξουθενωμένες την προσπάθεια (Ιούνιος 1938). Χρόνια αργότερα, ο Χενεραλίσιμο προσπάθησε να δικαιολογήσει την, ακατανόητη από στρατηγική άποψη, απόφασή του διατεινόμενος ότι φοβόταν την αντίδραση της Γαλλίας αν προσέγγιζε τα σύνορά της. Επρόκειτο για ψέμμα: ήδη από τα μέσα Μαρτίου του 1938 οι Γάλλοι είχαν εγγυηθεί στον Φράνκο ότι δεν επρόκειτο να επέμβουν.

γ.   Η Μάχη του Έβρου

Μολονότι η στρατιωτική κατάσταση είναι εξαιρετικά δυσχερής, η διεθνής πολιτική συγκυρία αποτελεί πηγή ελπίδας για τους Δημοκρατικούς. Ξεσπά η κρίση των Σουδητών της Τσεχοσλοβακίας. Οι όλοι και πιο παράλογες απαιτήσεις του Χίτλερ δημιουργούν την πεποίθηση ότι δεν θα αργήσει η σύγκρουση μεταξύ του Άξονα και των δυτικών δημοκρατιών. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ισπανική Δημοκρατία δεν θα μείνει πλέον αβοήθητη. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να τα παίξει όλα για όλα και να επιχειρήσει ένα αποφασιστικό (ή μήπως απεγνωσμένο;) χτύπημα κατά του αντιπάλου, ώστε να αποδείξει την αξία της ως συμμάχου των δυτικών δυνάμεων.

Μάχη του Έβρου

Μάχη του Έβρου

Ο Βιθέντε Ρόχο αποφασίζει να κινητοποιήσει τις δυνάμεις που διαθέτει στην Καταλωνία, περίπου 100 χιλιάδες άνδρες, ελαφρά οπλισμένους, μια και το πυροβολικό με την αεροπορία υπερασπίζονται τη Βαλένθια. Στη μία μετά τα μεσάνυχτα της 25ης Ιουλίου 1938, το 5ο και το 15ο Σώμα Στρατού, υπό τον Λίστερ και τον Ταγουένια (και με γενικό διοικητή τον Χουάν Μοδέστο) περνούν τον Έβρο, συντρίβουν την 50ή μεραρχία των εθνικιστών και προελαύνουν. Ο Φράνκο στέλνει το σύνολο της γερμανικής κι ιταλικής αεροπορίας να βομβαρδίσει τις δυνάμεις των Δημοκρατικών. Παρά τους βομβαρδισμούς και την έλλειψη βαρέος οπλισμού, το πεζικό του Λαϊκού Στρατού μάχεται σώμα με σώμα εναντίον λεγεωνάριων και Μαροκινών και κατορθώνει να προχωρήσει μέχρι την Γκαντέσσα, χωρίς να καταλάβει την πόλη. Εφεξής, οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές καθηλώνονται σε πόλεμο χαρακωμάτων με σφοδρότατες συγκρούσεις. Παρά την υπεροπλία τους, οι δυνάμεις του Φράνκο θα χρειαστούν περισσότερους απο τρεις μήνες για να απωθήσουν τον αντίπαλο. Το βράδυ της 15ης Νοεμβρίου 1938 ο Μανουέλ Ταγουένια δίνει τη διαταγή στις δυνάμεις του να περάσουν και πάλι τον ποταμό, αυτή τη φορά υποχωρώντας.

Η Μάχη του Έβρου στοίχισε σε κάθε πλευρά περισσότερους από 60 χιλιάδες άνδρες. Το πλήγμα είναι μεγαλύτερο για τους Δημοκρατικούς που αδυνατούν να αναπληρώσουν τις απώλειες. Ο πόλεμος έχει ουσιαστικά χαθεί, όπως ακριβώς χάθηκαν και οι ελπίδες ενίσχυσης από τη Γαλλία και τη Βρετανία, ύστερα από τις ντροπιαστικές Συμφωνίες του Μονάχου.

ΣΤ΄.   Η ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΑ ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

α.   Η πτώση της Καταλωνίας

Η ήττα στη Μάχη του Έβρου σφραγίζει οριστικά και τη μοίρα της δημοκρατικής Καταλωνίας. Την υπερασπίζονται τα απομεινάρια δύο στρατιών, με πλημμελή οπλισμό και χαμηλό ηθικό. Ο πληθυσμός πεινά, δεν έχει ηλεκτρικό και θέρμανση. Οι πόλεις και ειδικά η Βαρκελώνη έχουν πληγεί από τους σφοδρότατους βομβαρδισμούς της αεροπορίας των εθνικιστών. Με τα γαλλικά σύνορα κλειστά δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανεφοδιασμού σε τρόφιμα, όπλα και πυρομαχικά. Η κυβέρνηση Νεγρίν εγκαταλείπει τη Βαρκελώνη και εγκαθίσταται στο κάστρο της Φιγκέρας, στα Πυρηναία, εκεί όπου θα συνεδριάσει για τελευταία φορά και το κοινοβούλιο της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας.

Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1938, ο Φράνκο εξαπολύει το σύνολο σχεδόν των δυνάμεών του, περίπου 300 χιλιάδες άνδρες, κατά της Καταλωνίας. Στα μέσα του Ιανουαρίου του 1939, οι δυνάμεις των Δημοκρατικών αρχίζουν να υποχωρούν. Στις 23 Ιανουαρίου ο Εθνικός Στρατός εισέρχεται θριαμβευτικά στη Βαρκελώνη. Σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι, μαχητές και άμαχοι, παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς, καταδιωκόμενοι από τα στρατεύματα του Φράνκο και υπό τους συνεχείς βομβαρδισμούς της γερμανικής και ιταλικής αεροπορίας. Οι τυχεροί περνούν τα γαλλικά σύνορα, εκεί που τους περιμένουν οι ταπεινώσεις και τα γαλλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η φυγή αυτή θα στιγματίσει τη συλλογική μνήμη με την ονομασία Retirada.

Retirada

Retirada

β.   Πραξικόπημα και τέλος

Η κυβέρνηση Νεγρίν καταφεύγει προσωρινά στη Γαλλία. Επιστρέφοντας στην Ισπανία και κινούμενος μεταξύ Βαλένθιας και περιχώρων του Αλικάντε, ο Νεγρίν διερωτάται ως προς τη στάση που πρέπει να κρατήσει. Δεν υπάρχουν πλέον χρήματα, όπλα ή στρατός. Γαλλία και Βρετανία αναγνωρίζουν την κυβέρνηση Φράνκο ως τη μόνη νόμιμη της χώρας. Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες έχουν πια διαλυθεί, ο Στάλιν έχει σταματήσει να παρέχει βοήθεια.

Παρά την απελπιστική κατάσταση, Νεγρίν και κομμουνιστές συμφωνούν ότι ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί μέχρι τέλους. Κεντροαριστεροί και αναρχικοί διαφωνούν και υποστηρίζουν ότι πρέπει να αναζητηθεί συμβιβαστική λύση με τον Φράνκο. Ξεχνούν ότι δεκάδες τέτοιες προσπάθειες απέτυχαν, προσκρούοντας στην κατηγορηματική άρνηση του Χενεραλίσιμο να δεχθεί οποιονδήποτε συμβιβασμό.

Ο στόλος στασιάζει και παραδίδεται στον αντίπαλο. Και στις 5 Μαρτίου 1939, η λύση του δράματος δίνεται από ένα ακόμη πραξικόπημα. Ο συνταγματάρχης Κασάδο, διοικητής της Στρατιάς του Κέντρου, στασιάζει και σε συνεργασία με τους αναρχικούς ανατρέπει την κυβέρνηση Νεγρίν. Οι προσπάθειές του να διαπραγματευθεί με τους εθνικιστές πέφτουν, όπως ήταν αναμενόμενο, στο κενό. Τίποτε άλλο εκτός της άνευ όρων συνθηκολόγησης δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Δίνεται απλώς η υπόσχεση ότι όσοι δεν ενέχονται σε βιαιοπραγίες δεν θα πάθουν τίποτε. Η υπόσχεση, φυσικά δεν θα τηρηθεί. Ακολουθεί ακόμη ένας μικρός εμφύλιος εντός του μεγάλου, μεταξύ κομμουνιστών και αντικομμουνιστών. Μωραίνει Κύριος…

Στις 26 Μαρτίου ο Φράνκο εξαπολύει την τελική επίθεση. Στις 31 Μαρτίου το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα μπαίνει στο Αλικάντε, την τελευταία πόλη που κρατούσαν οι Δημοκρατικοί. Την Πρωταπριλιά του 1939 ο ηγέτης των εθνικιστών εκφωνεί το διάγγελμα της νίκης. Ο πόλεμος έχει τελειώσει… αλλά αυτό που τον διαδέχεται δύσκολα μπορεί να ονομαστεί ειρήνη.

Φράνκο

Φράνκο

[Συνεχίζεται]

[1] Guerres & Histoire, αριθ. 31, Ιούνιος 2016, σελ. 3.

[2] Θύμα των εκκαθαρίσεων εκ μέρους των δυνάμεων του Κέιπο δε Γιάνο υπήρξε κι ο μεγάλος ποιητής Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα, στις 19 Αυγούστου 1936.

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 5: Στο «άντρο του φασιστικού κτήνους» – Συμπεράσματα και επίλογος

Φεβρουαρίου 20, 2016
Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Γ. ΣΤΟ «ΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΤΗΝΟΥΣ»

Το 1945 ξεκινούσε με τους χειρότερους οιωνούς για τους Γερμανούς. Οι σύμμαχοι είχαν περάσει τα δυτικά σύνορα του Ράιχ και με τους βομβαρδισμούς τους είχαν μετατρέψει τις γερμανικές πόλεις σε ερείπια. Στην Ανατολή, οι Ρώσοι, έχοντας πάρει τον έλεγχο των Βαλκανίων, είχαν ήδη περικυκλώσει τις γερμανικές δυνάμεις που είχαν οχυρωθεί στη Βουδαπέστη και καταλάμβαναν την ερειπωμένη Βαρσοβία και την Κρακοβία. Όλοι οι σύμμαχοι της ναζιστικής Γερμανίας την είχαν πια εγκαταλείψει. Και την ίδια ώρα, ο Κόκκινος Στρατός ετοιμαζόταν να εισβάλει στα γερμανικά εδάφη.

α.   Ο Κόκκινος Στρατός περνά στη Γερμανία

1945, η σοβιετική προέλαση

1945, η σοβιετική προέλαση

Η συντονισμένη σοβιετική επίθεση ξεκινά στις 12 Ιανουαρίου. Ο Κόνιεφ, επικεφαλής του Α΄ Μετώπου Ουκρανίας κινείται προς τη Σιλεσία. Ο Ζούκοφ με το Α΄ Μέτωπο Λευκορωσίας βαδίζει προς την καρδιά της Γερμανίας μέσω της κεντρικής Πολωνίας. Το Β΄ Μέτωπο Λευκορωσίας του στρατάρχη πλέον Ροκοσσόφσκι στοχεύει στο Ντάντσιχ, ενώ το Γ΄ Μέτωπο Λευκορωσίας υπό τον Τσερνιαχόφσκι διεισδύει στην Αν. Πρωσία. Ο ναζί γκάουλάιτερ Κοχ δεν είχε επιτρέψει εγκαίρως την εκκένωση των απειλούμενων περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό. Εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς. Μερικοί επέλεξαν να βρουν καταφύγιο στο «απόρθητο» Κένιγκσμπεργκ. Οι περισσότεροι, υπό συνθήκες πολικού ψύχους, πάσχιζαν να διαβούν την παγωμένη λιμνοθάλασσα του Βιστούλα, ελπίζοντας να φτάσουν στο Ντάντσιχ και να καταφύγουν στα δυτικά με πλοία.

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Στις 20 Ιανουαρίου πέφτει η πρώτη σημαντική πόλη της Αν. Πρωσίας, το Τιλζίτ, την επομένη τον Γκούμπιννεν. Στις 9 Φεβρουαρίου η πρωτεύουσα της ιστορικής αυτής περιοχής, το Κένιγκσμπεργκ αρχίζει να πολιορκείται από τους Ρώσους. Η πολιορκία θα κρατήσει δύο ολόκληρους μήνες. Κατά τη διάρκειά της θα τραυματιστεί θανάσιμα ο στρατηγός Τσερνιαχόφσκι. Τη θέση του θα πάρει ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι. Νοτιότερα, ο Κόκκινος Στρατός έφτανε στον Όντερ, καταλάμβανε το Πόζναν και στα τέλη Μαρτίου οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Ροκοσσόφσκι ενώνονταν και κατακτούσαν το Ντάντσιχ. Οι Γερμανοί αντιστέκονταν παντού λυσσαλέα. Αρνούνταν να παραδοθούν στους Ρώσους και τους πολεμούσαν μέχρι την τελευταία σφαίρα. Αλλά η τύχη και οι αριθμοί δεν ήταν εδώ και καιρό με το μέρος τους.

β.   Επίθεση στο Βερολίνο

Στις 16 Απριλίου άρχιζε η τελική σοβιετική επίθεση με στόχο το Βερολίνο, το «άντρο του φασιστικού κτήνους», και τον τερματισμό του πολέμου με την απόλυτη εξόντωση του αντιπάλου.

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

«Στις τρεις το πρωί, φωτοβολίδες έλαμψαν στον ουρανό της νύχτας, λούζοντας με κόκκινο φως την κεφαλή του προγεφυρώματος του Κύστριν. Ακολούθησε μια στιγμή αγωνιώδους σιωπής κι έπειτα ξέσπασε η καταιγίδα. Η γη έτρεμε σε ολόκληρη την κοιλάδα του Όντερ, μέχρι τη Φρανκφούρτη κι ακόμη πιο μακριά. Σαν να τις ενεργοποίησε κάποιο αόρατο χέρι, οι σειρήνες άρχισαν να ουρλιάζουν, κάποιες στιγμές τις άκουγαν ως και το Βερολίνο, τα τηλέφωνα χτυπούσαν δίχως σταματημό, τα βιβλία έπεφταν από τα ράφια των βιβλιοθηκών… Στις 16 Απριλίου 1945, με είκοσι στρατιές τις οποίες αποτελούσαν δυόμισι εκατομμύρια άνδρες, με πάνω από σαράντα χιλιάδες εκτοξευτές χειροβομβίδων, οβιδοβόλα και κανόνια, και με εκατοντάδες “αρμόνια του Στάλιν” (συνολικά, τριακόσια στοιχεία πυροβολικού ανά χιλιόμετρο), ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυσε τη μεγάλη του επίθεση. Από το Λέτσιν ως το Ζέελο κι από το Φρίντεσντορφ ως το Ντόλγκελιν υψώθηκαν γιγάντιες στήλες φωτιάς και σκόνης, σχηματίζοντας ένα συμπαγές τείχος που το διαπερνούσαν αστραπές. Δάση ολόκληρα παραδίδονταν στις φλόγες. Χρόνια μετά, κάποιοι επιζώντες θα θυμούνταν τους καυτούς ανεμοστρόβιλους που μετέτρεπαν την ύπαιθρο σε εστίες φωτιάς και σε στάχτες.

Έπειτα από μισή ώρα, το πανδαιμόνιο της κόλασης σταμάτησε ξαφνικά. Για μερικά δευτερόλεπτα απλώθηκε μια σιωπή που έκοβε την ανάσα, σιωπή που τη διέκοπτε μονάχα ο ήχος που έκαναν οι φλόγες και το βουητό του ανέμου. Κι ύστερα, πάνω από τις σοβιετικές γραμμές, το φως ενός και μόνο προβολέα έλαμψε στον ουρανό. Μόλις δόθηκε τούτο το σήμα, 143 προβολείς, διατεταγμένοι σε απόσταση διακοσίων μέτρων ο ένας από τον άλλο, άναψαν για να φωτίσουν οριζόντια το πεδίο της μάχης. Αυτοί οι εκτυφλωτικοί διάδρομοι φωτός αποκάλυπταν τώρα ένα τοπίο αγνώριστο, καμένα δέντρα και γη βαθιά οργωμένη από τις οβίδες, για να σβήσουν μερικά χιλιόμετρα πιο μακριά, στα υψώματα του Ζέελο, τα οποία κι αποτελούσαν τον αρχικό επιχειρησιακό στόχο του διοικητή των σοβιετικών δυνάμεων, στρατάρχη Γκιόργκι Ζούκοφ» [Γιόαχιμ ΦΕΣΤ: Der Untergang. Hitler und das Ende des Dritten Reiches, 2002 («Η Πτώση – Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ΄ Ράιχ»), κεφ. 1].

Αυτή η εντυπωσιακή εκκίνηση αποδεικνύεται ένα πελώριο φιάσκο. Ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων, στρατηγός Γκότχαρτ Χάινρισι, έχει αποσύρει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του σε αμυντικές θέσεις δυτικότερα. Το σοβιετικό πυροβολικό περισσότερο «καταστρέφει» το έδαφος, καθιστώντας δυσχερή την προέλαση του πεζικού, παρά πλήττει γερμανικές θέσεις. Κι ο Ζούκοφ, πιεσμένος από τον Στάλιν που επιθυμεί μια γρήγορη κατάληψη του Βερολίνου για να προλάβει τους Αμερικανούς, ρίχνει βιαστικά στη μάχη τα τεθωρακισμένα του τα οποία κολλάνε στη λάσπη και στους λάκκους που έχουν ανοίξει οι οβίδες, παρενοχλώντας ακόμη περισσότερο την κίνηση του πεζικού.

Ι. Σ. Κόνιεφ

Ι. Σ. Κόνιεφ

Νοτιότερα, ο στρατάρχης Κόνιεφ τα καταφέρνει πολύ καλύτερα, κερδίζοντας συνεχώς έδαφος. Είναι ο πρώτος που θα πλησιάσει την πρωτεύουσα του Ράιχ. Ο Ζούκοφ, μετά τις αρχικές δυσκολίες, εκμεταλλεύεται τελικά την υπεροπλία του και προχωρά στα δυτικά. Χάρη στις επιτυχίες του στο παρελθόν θα είναι εκείνος στον οποίο ο Στάλιν θα αναθέσει την τιμή να κατακτήσει το Βερολίνο.

Στις 23 Απριλίου οι Σοβιετικοί έφταναν πια στο Βερολίνο. Δυο μέρες αργότερα, οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Κόνιεφ ενώνονταν, περικυκλώνοντας την πρωτεύουσα του Γ΄ Ράιχ. Χωρίς ουσιαστική επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, μαζί με τους τελευταίους πιστούς του, ο Χίτλερ έδινε διαταγές σε μονάδες που υπήρχαν μόνο στη φαντασία του. Στις 30, ο Φύρερ αυτοκτονούσε στο καταφύγιο της καγκελαρίας μαζί με τη σύζυγό του πια Εύα Μπράουν. Στις 2 Μαΐου, το Βερολίνο είχε περάσει εξ ολοκλήρου στον σοβιετικό έλεγχο. Την προηγουμένη, η σημαία με το σφυροδρέπανο υψωνόταν στο Ράιχσταγκ.

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η Γερμανία δεν είχε άλλη επιλογή από την άνευ όρων συνθηκολόγηση. Στις 7 Μαΐου ο στρατηγός Γιοντλ υπέγραφε τη συνθηκολόγηση στη Ρενς, στο στρατηγείο του Άιζενχάουερ, παρουσία εκπροσώπων όλων των συμμάχων. Την επομένη ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ, αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων, υπέγραφε ένα παρόμοιο έγγραφο στο στρατηγείο του Ζούκοφ, στα περίχωρα του Βερολίνου (επρόκειτο για τις εγκαταστάσεις της γερμανικής στρατιωτικής Σχολής Μηχανικού). Στη Μόσχα είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και βρισκόμασταν πια στις 9 Μαΐου. Την «Ημέρα της Νίκης στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο».

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

γ.   Σοβιετικά εγκλήματα πολέμου σε γερμανικό έδαφος

Ο βιασμός ίσως κι εκατομμυρίων Γερμανίδων (ο Μπήβορ κάνει λόγο για 2 έως 3 εκατομμύρια, ο, πιο επιφυλακτικός και προσεκτικός ως προς τα στοιχεία, Μπερνάρ θεωρεί τον πραγματικό αριθμό σαφώς μικρότερο [Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », t. 2 « 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2013, 2015, σελ. 342 επ.]) και άλλα εγκλήματα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού (φόνοι, βιαιοπραγίες, λεηλασίες, καταστροφές) στη Γερμανία κηλιδώνουν την εικόνα του Κόκκινου Στρατού. Πώς άνθρωποι πιθανότατα άκακοι στην ειρηνική ζωή τους μεταμορφώνονταν σε κτήνη;

Είναι βέβαιο ότι η σοβιετική προπαγάνδα, τα πύρινα κείμενα του Ερενμπούργκ και τα υπόλοιπα άρθρα στον Τύπο, τα ποιήματα του Σίμονοφ, η κατήχηση των κομμισσάριων και των πολιτικών καθοδηγητών είχαν ενσταλάξει στον μέσο στρατιώτη θανάσιμο μίσος για τους Γερμανούς. Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, συχνά η προπαγάνδα δεν ήταν αναγκαία: οι περισσότεροι είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια τα αποτελέσματα της γερμανικής θηριωδίας, τους εκτελεσμένους, τα πυρπολημένα χωριά, τα σημάδια του Ολοκαυτώματος. Αρκετοί είχαν συγγενείς και φίλους ανάμεσα στα θύματα.

une femme a berlin

Ένας άλλος παράγοντας, όσον αφορά τους βιασμούς, ήταν η σεξουαλική στέρηση του Σοβιετικού στρατιώτη. Σε αντίθεση με τον αξιωματικό που πάντα μπορούσε να βρει μια «κινητή σύζυγο εκστρατείας», σύμφωνα με τη στρατιωτική αργκώ, ανάμεσα στις νοσοκόμες και τις διαβιβάστριες, ο απλός στρατιώτης δεν είχε καμιά διέξοδο.

Τέλος, καθοριστική ήταν η ίδια η ψυχολογία του πολέμου: η αίσθηση ότι δεν υπάρχουν κανόνες και περιορισμοί, η οποία σε συνδυασμό με τον διαρκή κίνδυνο του θανάτου επιτρέπει τα πάντα. Και περίπλοκα στοιχεία της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης που οδηγούν κάποιους να πιστεύουν ότι η διάπραξη φριχτών εγκλημάτων δημιουργεί άρρηκτους δεσμούς μεταξύ των συναυτουργών. Υπήρχαν και οι καλοί της ιστορίας, αλλά στο τέλος έχαναν…

Έρικα

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Νικολάι Νικολάγιεβιτς Νικούλιν (1923-2009), ιστορικός της Τέχνης, έφορος στο τμήμα φλαμανδικής και γερμανικής ζωγραφικής του 15ου – 16ου αι. στο Ερμιτάζ, μιλά για τον έρωτά του με την κόρη ενός φαρμακοποιού στο Τσόπποτ, κοντά στο Ντάντσιχ (σημ. Σόποτ, Πολωνία). Ο ήρωας επιστρέφει στην πόλη για να βρει την αγαπημένη του:

«Βλέπω ένα γέρο. Τον αναγνωρίζω. Είναι ένας βετεράνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που του έδινα λίγο φαγητό όταν έμενα στο Τσόπποτ. Πηγαίνω κοντά του και αρχίζω τις ερωτήσεις. Δείχνει άθλια δυστροφικός. Ανθρώπους σε τέτοια κατάσταση είχα δει στο Λενινγκράντ, την εποχή της πολιορκίας. Εδώ δεν έχουν ούτε 100 γρ. ψωμί τη μέρα για να φάνε, οι Πολωνοί δεν τους δίνουν τίποτε. Μου απαντά διαρκώς μονάχα “Nein, nein”. Βλέπω ότι είναι φοβισμένος, τα χέρια του τρέμουν, το πρόσωπό του είναι γεμάτο οιδήματα. Στο μεταξύ, ο μοτοσυκλετιστής που με περιμένει για να συνεχίσουμε την πορεία μας με βρίζει διαρκώς και απειλεί ότι θα ξεκινήσει μόνος του. Απελπισμένος, δίνω στον γέρο την τσάντα με τα τρόφιμα και κάνω να φύγω. Και τότε εκείνος με σταματά. Η θέα του φαγητού ξανάφερε τη ζωή μέσα του. Έπειτα μου λέει τα εξής: “Ήταν έξι, δικοί σας, αρματιστές… μετά, το κορίτσι πήδησε απ’ το παράθυρο κι αυτοκτόνησε”.» [Николай Николаевич Никулин «Воспоминания о войне», 1975 – απόσπασμα που παρατίθεται και στους Lopez και Otkhmezuri « Grandeur et misère de l’Armée rouge », σελ. 341-342]

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ι.   ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Πώς εξηγείται, όμως, η σαρωτική επικράτηση της ΕΣΣΔ στον μεγαλύτερο πόλεμο της Ιστορίας; Στη Δύση επικρατούσε επί μακρόν η αντίληψη ότι η σοβιετική νίκη οφείλεται στη δύναμη των αριθμών: στο ανεξάντλητο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο ο Στάλιν θυσίαζε χωρίς καμιά φειδώ, και στις τεράστιες πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας αχανούς χώρα. Η εξήγηση αυτή συνιστά υπεραπλούστευση. Εύκολα αναγνωρίζει κάποιος τη συνήθη δικαιολογία των Γερμανών στρατιωτικών, οι οποίοι επικαλούνταν μόνο τους αριθμητικούς συσχετισμούς και τα λάθη που διέπραξε η πολιτική ηγεσία τους, επιδεικνύοντας χαρακτηριστική απροθυμία να αποδεχθούν τις όποιες αρετές των αντιπάλων τους. Εξήγηση εύκολη και βολική που βρήκε ευήκοα ώτα σε μέρος της δυτικής ιστοριογραφίας για λόγους που άπτονται περισσότερο της πολιτισμικής συγγένειας και της ψυχροπολεμικής λογικής, παρά της αντικειμενικότητας. Οι λόγοι, όμως, της σοβιετικής επικράτησης είναι πολύ πιο σύνθετοι και αφορούν τόσο γερμανικές αδυναμίες και σφάλματα όσο και, πρωτίστως, ικανότητες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ.

– Αναμφίβολα, μαχητές και άμαχοι στην ΕΣΣΔ διακρίνονται από ένθερμο πατριωτικό φρόνημα. Υπομένουν απίστευτες θυσίες πιστεύοντας σε έναν ανώτερο σκοπό. Όλοι, ακόμη και οι αντίπαλοι της κομμουνιστικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ, επισημαίνουν ότι ο «Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος» σφυρηλάτησε μια άρρηκτη συμμαχία ανάμεσα στον δήμιο και τα θύματά του *! Το φρόνημα, όμως, δεν αρκεί. Και οι Γερμανοί στρατιώτες πολέμησαν μέχρι τέλους με αυταπάρνηση, το φρόνημά τους συνέχιζε να είναι υψηλό μέχρι και τις αρχές του 1945, εποχή που η μοίρα της χώρας τους είχε ήδη κριθεί.

– Η ΕΣΣΔ κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί με εντυπωσιακό τρόπο τη βιομηχανία της, θέτοντας το 100 % της παραγωγής στην υπηρεσία του πολεμικού σκοπού. Αντιθέτως στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μικρότερο του 50 % της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής, τουλάχιστον μέχρι την τελευταία χρονιά του πολέμου.

Τ-34

Τ-34

– Οι Σοβιετικοί κατορθώνουν από τα τέλη του 1942 να αποκτήσουν σαφή αριθμητική και τεχνολογική υπεροχή σε θέματα εξοπλισμών. Τα όπλα τους είναι σε όλες τις περιπτώσεις ισάξια των γερμανικών, ενώ σε ορισμένες υπερέχουν σημαντικά, όπως π.χ. στον τομέα των τεθωρακισμένων. Το Τ-34 υπήρξε κατά κοινή ομολογία το καλύτερο μεσαίο τεθωρακισμένο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου: καλά θωρακισμένο και με φαρδιές ερπύστριες που του παρείχαν δυνατότητες κίνησης σε ανώμαλο, χιονισμένο και λασπωμένο έδαφος. Το βαρύ KV ήταν ουσιαστικά άτρωτο από τα γερμανικά βλήματα.

Πολιτική και στρατιωτική ηγεσία επιδεικνύουν αυξημένο βαθμό προσαρμοστικότητας στα γεγονότα, μαθαίνουν από τα λάθη τους και τα διορθώνουν. Όσο περνά ο καιρός οι σοβιετικοί διοικητές που έχουν αποδείξει την αξία τους απολαύουν όλο και μεγαλύτερης ευχέρειας και δυνατότητας ανάληψης πρωτοβουλιών. Αυτό ήταν κάποτε χαρακτηριστικό της Βέρμαχτ, μόνο που η συσσώρευση αποτυχιών οδηγεί τον Φύρερ σε δογματισμό και εγκλωβισμό στις ιδεοληψίες του. Στο τέλος παρεμβαίνει στη λήψη αποφάσεων ακόμη και σε επίπεδο τάγματος ή λόχου! Άλλωστε, μεταξύ του Χίτλερ και των ανώτατων στρατιωτικών διοικητών του υφίσταται διάσταση απόψεων ως προς τους θεμελιώδεις στόχους: ο δικτάτορας εμμένει στο αρχικό σχέδιο κατάληψης ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ, ενώ έχει από την πρώτη χρονιά καταστεί σαφές ότι το σχέδιο αυτό είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί, ενώ οι δεύτεροι (και, κυρίως, ο φον Μάνστάιν επιδιώκουν την «ισοπαλία» που θα επιτρέψει τη σύναψη μιας «έντιμης» συνθήκης ειρήνης μεταξύ των δύο εμπολέμων. Ενδεικτικό της ιδεοληψίας του Φύρερ είναι και το εξής στοιχείο: ό,τι απέμεινε από την Ομάδα Στρατιών Βορρά (περίπου 200 χιλιάδες άνδρες, δηλαδή δύναμη διόλου αμελητέα) παραμένει από τα τέλη του 1944 αποκλεισμένο στη χερσόνησο της Κουρλάνδης, στη Λετονία. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της στρατιωτικής ηγεσίας για μεταφορά της δύναμης αυτής στα μέτωπα του Βιστούλα και του Όντερ με σκοπό την υπεράσπιση των εδαφών του Ράιχ, ο Χίτλερ αρνείται πεισματικά διότι, ακόμη και την υστάτη ώρα, πιστεύει ότι η Κουρλάνδη είναι το ιδανικό προγεφύρωμα για να επιχειρηθεί εκ νέου… η κατάκτηση της ΕΣΣΔ!

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada - Bibliothèque et Archives Canada

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada – Bibliothèque et Archives Canada

– Η σοβιετική στρατιωτική ηγεσία αποδεικνύεται ικανότατη σε επίπεδο σχεδιασμού και υλοποίησης επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας. Πρωτίστως, κυριαρχούν των Γερμανών σε επίπεδο συνολικής στρατηγικής. Οι δεύτεροι αντιλαμβάνονται την πολεμική σύγκρουση ως σειρά μαχών και αναζητούν εκείνη που θα αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας. Οι Σοβιετικοί υιοθετούν ολιστική προσέγγιση: ο σύγχρονος πόλεμος καθορίζεται από σύνολο παραγόντων, όπως είναι οι δυνατότητες βιομηχανικής παραγωγής, η στάση και αντοχή του άμαχου πληθυσμού κι όχι μόνο οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. «Από το τέλος του 1942… οι Σοβιετικοί, χάρη στην εξαιρετική θεωρητική κατάρτιση και αντίληψή τους, κατανοούν την πραγματική φύση του σύγχρονου πολέμου και, ως εκ τούτου, επικρατούν των Γερμανών τόσο σε επίπεδο αντίληψης όσο και στο πεδίο της μάχης.» [Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014, σελ. 538]

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

[* Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της ποιήτριας Όλγας Φιόντοροβνα Μπεργγόλτς (Ольга Фёдоровна Берггольц, 1910-1975), της φωνής του πολιορκημένου Λενινγκράντ που με τις ραδιοφωνικές εκπομπές έκανε ό,τι μπορούσε για να τονώσει το ηθικό των πεινασμένων, πληγωμένων και βασανισμένων κατοίκων της μαρτυρικής πόλης.
Πέρα από τη σημαντική αξία του λογοτεχνικού έργου της, αυτό που συγκλονίζει στην περίπτωση της Μπεργγόλτς είναι η δύναμη και η γενναιότητα ενάντια σε όλες τις συμφορές που βίωσε. Έχασε δύο συζύγους (ο πρώτος, πατέρας της μεγαλύτερης κόρης της, με τον οποίο είχε ήδη χωρίσει, εκτελέστηκε το 1938 στο πλαίσιο των σταλινικών εκκαθαρίσεων – ο δεύτερος πέθανε, ήδη άρρωστος, τον Νοέμβριο του 1941 όταν ο λιμός της πολιορκημένης πόλης βρισκόταν στο αποκορύφωμά του). Έχασε και τις δυο κόρες της (τη μικρότερη Μάγια το 1934, την Ιρίνα το 1936). Ως «ύποπτη για σχέσεις με τροτσκιστικά στοιχεία» έπεσε στα νύχια του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων στις 13 Δεκεμβρίου 1938, φυλακίστηκε (έως τον Ιούλιο του 1939) και βασανίστηκε. Το τρίτο της παιδί γεννήθηκε νεκρό μέσα στη φυλακή.]

ΙΙ.   ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Και τι έγινε μ’ αυτό; Δεν ήταν σύγκρουση μεταξύ δύο ολοκληρωτισμών; Έχει σημασία ποιος κέρδισε, κατά μείζονα λόγο όταν κάποιοι ανακηρύσσουν την ημερομηνία υπογραφής του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ σε ημέρα μνήμης του αγώνα κατά του ολοκληρωτισμού, εξομοιώνοντας απολύτως ναζισμό και κομμουνισμό;

Και όμως! Αντικειμενικά, η σοβιετική επικράτηση έχει τεράστια σημασία επειδή καθόρισε την έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και επιπλέον, επειδή ακόμη και στο «κακό» μπορεί και πρέπει να υπάρχει ιεράρχηση. Ο ναζισμός ήταν μια ιδεολογία μίσους, στηριζόμενη στον ακραίο φυλετισμό: κάποιοι αποκλείονταν απλώς και μόνον επειδή γεννιούνταν με ορισμένη εθνοτική καταγωγή και θρησκεία. Ο κομμουνισμός στηριζόταν σε μια ιδεολογία με ευγενείς αρχές που εφαρμόστηκε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο για να καταλήξει σε ένα άγριο, ανελεύθερο, ολοκληρωτικό καθεστώς (είναι, άραγε, τυχαίο, όμως, το γεγονός ότι ο σοβιετικός ολοκληρωτισμός στηρίζεται στη ρωσική παράδοση; Δεν είναι, από άποψη μεθόδων, η άσκηση εξουσίας υπό το κομμουνιστικό καθεστώς συνέχεια της τσαρικής απολυταρχίας; Δεν είναι το Εν Κα Βε Ντε συνεχιστής της Οχράνα;). Το καθεστώς, αυτό, όμως, είχε τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της απολυταρχίας: ζητούσε «απλώς» την υποταγή του ατόμου, δεν το απέκλειε εξαρχής.

Τόμας Μανν (1937)

Τόμας Μανν (1937)

«Η εξομοίωση, από ηθική άποψη, του ρωσικού κομμουνισμού με τον ναζιστικό φασισμό, με βάση το επιχείρημα ότι αμφότεροι συνιστούν μορφές ολοκληρωτισμού, αποτελεί στην καλύτερη των περιπτώσεων επιφανειακή σκέψη, στη χειρότερη απλώς φασισμό. Εκείνοι που επιμένουν εν προκειμένω στην άποψη περί ισοδυναμίας των δύο αυτών ιδεολογιών μπορεί να εμφανίζονται ως δημοκράτες, στην πραγματικότητα, όμως, και στο βάθος της καρδιάς τους είναι ήδη φασίστες. Βέβαιο είναι ότι δεν θα πολεμήσουν τον φασισμό παρά μόνο για τα προσχήματα και με τρόπο εντελώς ανειλικρινή. Όλο το μίσος τους θα το φυλάξουν για τον κομμουνισμό.» [Τόμας ΜΑΝΝ, εκπομπή του BBC προς τους Γερμανούς ακροατές (Deutsche Hörer!). Κείμενο που γράφηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ και διαβάστηκε από τον συγγραφέα σε ραδιοφωνική εκπομπή στις 24.10.1942.]

Βεβαίως, κάποιοι θα αντιτείνουν ότι ο ισχυρισμός του Τόμας Μανν θα πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο πλαίσιο της εποχής. Για εκείνους πρόκειται απλώς για προπαγάνδα με στόχο να πείσει ότι οι Σοβιετικοί είναι αξιόπιστοι σύμμαχοι στον αγώνα κατά του ναζισμού.

Κυρίως, όμως, κάποιοι θα προβάλουν το «λογιστικής» φύσης επιχείρημα, όπως ακριβώς ο Στεφάν Κουρτουά στη «Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού». Για τον Γάλλο ιστορικό, ο κομμουνισμός είχε «100 εκατομμύρια θύματα», ενώ ο ναζισμός «μόνον» «25, περίπου, εκατομμύρια». Η κόκκινη ιδεολογία δολοφονούσε διαρκώς, ενώ ο ναζισμός μόνον με τον πόλεμο και δη την εισβολή στην ΕΣΣΔ. Το στοιχείο αυτό «θα έπρεπε τουλάχιστον να παρακινήσει σε μια συγκριτική εξέταση της ομοιότητας μεταξύ του καθεστώτος που θεωρήθηκε από το 1945 το πλέον εγκληματικό του αιώνα και του κομμουνιστικού συστήματος…» [Stéphane COURTOIS « Les crimes du communisme » σε « Le livre noir du communisme », Éditions Robert Laffont, Παρίσι, 1997, σελ. 24-25]. Με άλλα λόγια, η εξομοίωση είναι ένα ελάχιστο ζητούμενο, το πραγματικό δεν είναι άλλο από την παραδοχή ότι ο κομμουνισμός υπήρξε μεγαλύτερο δεινό απ’ ό,τι ο ναζισμός!

Ας αφήσουμε κατά μέρος τον έλεγχο της ακρίβειας των προβαλλόμενων αριθμών (μολονότι στη μια περίπτωση αθροίζονται στοιχεία, όχι κατ’ ανάγκην εξακριβωμένα, που αφορούν το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων ανά τον κόσμο, ενώ στη δεύτερη παρατίθεται αριθμός μικρότερος κι από τον συνολικό αριθμό θυμάτων στην ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του πολέμου). Το επιχείρημα του Κουρτουά το αντικρούει ο Νικολά Μπερνάρ, συγγραφέας που μόνο για συμπάθεια προς τον κομμουνισμό δεν μπορεί να κατηγορηθεί, πλην όμως δεν επιτρέπει σε ιδεολογικές παρωπίδες να εμποδίσουν την αντικειμενική θεώρηση των ιστορικών δεδομένων:

«Ας αναπτύξουμε, επομένως, περαιτέρω τον συλλογισμό, μεριμνώντας ώστε να μη λησμονήσουμε ένα θεμελιώδες δεδομένο: εάν ο ναζισμός δεν σκότωσε όσο και το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων, τούτο συνέβη ακριβώς επειδή έχασε τον πόλεμο. Το να γράφει κάποιος ότι ο ναζιστικό τρόμος, ο οποίος υφίσταται πολύ πριν το 1941, έλαβε τέτοιες διαστάσεις κατά τον πόλεμο δεν έχει αξία παρά μόνον εφόσον υπομνησθεί ότι ο πόλεμος αυτός είχε προγραμματιστεί από τον Χίτλερ από μακρόν… Η γερμανική βαρβαρότητα στην Ανατολή εντάσσεται σε αυτήν την προμελετημένη επιχείρηση κατάκτησης και γενικευμένης σφαγής.

Στην επιχείρηση αυτή προσετίθετο ένα σχέδιο το οποίο, ως εκ της ακραίας φύσεώς του, απουσίαζε από τη σταλινική κτηνωδία, δηλαδή η εξολόθρευση των Εβραίων, που ήταν συνυφασμένη με το ιμπεριαλιστικό πρόγραμμα του Αυστριακού τυράννου. Εάν υποτεθεί ότι το Γ΄ Ράιχ επικρατούσε της Σοβιετικής Ένωσης το 1941, τότε οι Εβραίοι της Ευρώπης και των εδαφών της Ανατολής, εκτοπισμένοι, στειρωμένοι, μαζικά δολοφονημένοι, απλούστατα δεν θα επιβίωναν ως λαός… Δεκάδες εκατομμύρια Σοβιετικοί πολίτες θα πέθαιναν επίσης από λιμό κατά τα πρώτα έτη της κατοχής. Οι επιζώντες θα υποβιβάζονταν σε κατάσταση σκλάβων ή ζώων…

Με δυο λόγια, ολόκληροι λαοί θα εξολοθρεύονταν, θα αποδεκατίζονταν, θα υποδουλώνονταν. Κι αν πρέπει να συνεχίσουμε τη συγκριτική εξέταση, διαπιστώνεται ότι η βαναυσότητα της κατοχής των χωρών της Ανατολής από την ΕΣΣΔ από το 1945 έως το 1989… δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει σε φρίκη τη μοίρα που τους επεφύλασσε η ναζιστική Γερμανία: εξαφάνιση του πολωνικού και του τσεχικού κράτους, εξολόθρευση η στείρωση του πληθυσμού που δεν επιδεχόταν εκγερμανισμό, εκτόπιση προς την Ανατολή όσων απέμεναν…

Η ναζιστική φρίκη στην Ανατολή έρχεται σε δραματική αντίθεση με τη συμπεριφορά της ΕΣΣΔ προς τον εισβολέα. Μολονότι το Κρεμλίνο επεδίωκε την κατάλυση του ναζιστικού καθεστώτος, δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση για προσπάθεια εξολόθρευσης του λαού του εχθρού, ούτε καν για υποδούλωσή του…

Αντιμέτωποι με τη ναζιστική εισβολή, οι Σοβιετικοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να επιβιώσουν νικώντας ή να πεθάνουν ηττημένοι. Η Γερμανία, μολονότι ερειπώθηκε, υπέστη καταστροφές και χωρίστηκε στα δύο, ουδέποτε υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει ένα τόσο τρομακτικό δίλημμα…» [N. BERNARD op. cit., σελ. 453-457].

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

«- Ελπίζω να μην ήλθατε να μου μιλήσετε για τον πόλεμο, μου είπε.
– Δεν θα σας μιλήσω για τον πόλεμο, του απάντησα.
– Ευχαριστώ, είπε ο Μούντε. Έπειτα, ξαφνικά, με ρώτησε αν είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί ήταν τόσο τρομερά βάναυσοι.
– Η βαναυσότητά τους οφείλεται στον φόβο, απάντησα. Είναι άρρωστοι από φόβο. Είναι ένας λαός άρρωστος, ένας Krankenvolk.
– Ναι, ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε χτυπώντας τα πλακάκια στο πάτωμα με την άκρη του μπαστουνιού του. Κι έπειτα από μακρά σιωπή, με ρώτησε αν είναι αλήθεια ότι οι Γερμανοί ήταν τόσο διψασμένοι για αίμα και καταστροφή.
– Φοβούνται, απάντησα. Φοβούνται τους πάντες και τα πάντα. Σκοτώνουν και καταστρέφουν από φόβο. Κι όχι επειδή φοβούνται τον θάνατο. Κανένας Γερμανός, άντρας ή γυναίκα, γέρος ή παιδί, δεν φοβάται τον θάνατο. Ούτε φοβούνται να υποφέρουν. Κατά κάποιο τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αγαπούν τον πόνο. Φοβούνται, όμως, οτιδήποτε ζει, οτιδήποτε ζει πέρα από αυτούς – και φοβούνται οτιδήποτε είναι διαφορετικό από αυτούς. Η ασθένεια από την οποία υποφέρουν είναι μυστηριώδης. Φοβούνται πρωτίστως τις αδύναμες υπάρξεις, τους άμαχους, τους άρρωστους, τις γυναίκες, τα παιδιά. Φοβούνται τους γέρους. Ο φόβος τους πάντα μου προκαλούσε βαθύ οίκτο. Αν η Ευρώπη ένιωθε οίκτο για αυτούς, ίσως τότε οι Γερμανοί να γιατρεύονταν από τη φοβερή ασθένειά τους.
– Είναι, λοιπόν, άγριοι; Είναι, επομένως, αλήθεια ότι σφάζουν κόσμο δίχως κανένα οίκτο; με διέκοψε ο Άξελ Μούντε χτυπώντας ανυπόμονα τα πλακάκια με το μπαστούνι του.
– Ναι, είναι αλήθεια, απάντησα, σκοτώνουν άοπλους, κρεμάνε τους Εβραίους από τα δέντρα στις πλατείες των χωριών, τους καίνε ζωντανούς μέσα στα σπίτια τους σαν τα ποντίκια, τουφεκίζουν τους αγρότες και τους εργάτες στις αυλές των κολχόζ και των εργοστασίων. Τους έχω δει να γελούν, να τρώνε, να κοιμούνται στη σκιά των πτωμάτων που κρέμονταν από τα κλαδιά των δέντρων.
– Είναι ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε βγάζοντας τα μαύρα γυαλιά του για να σκουπίσει προσεχτικά τους φακούς τους με το μαντήλι του. Είχε κλείσει τα βλέφαρά του. Δεν μπορούσα να δω τα μάτια του. Ύστερα με ρώτησε αν ήταν αλήθεια πως οι Γερμανοί σκοτώνουν τα πουλιά.
– Όχι, δεν είναι αλήθεια, απάντησα, δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν με τα πουλιά. Ίσα που τους φτάνει ο χρόνος να ασχοληθούν με τους ανθρώπους. Σφάζουν τους Εβραίους, τους εργάτες, τους αγρότες, πυρπολούν τις πόλεις και τα χωριά με πρωτόγονο μένος, μα δεν σκοτώνουν τα πουλιά. Αχ! Πόσο όμορφα πουλιά υπάρχουν στη Ρωσία. Ίσως πιο όμορφα κι από αυτά στο Κάπρι,
– Πιο όμορφα από αυτά στο Κάπρι; ρώτησε ο Μούντε με ύφος ενοχλημένο.
– Πιο όμορφα, πιο ευτυχισμένα, απάντησα.»
[Κούρτσιο Μαλαπάρτε «Καπούτ», 1943 (Πρώτο Μέρος «Τα Άλογα», κεφάλαιο Ι «Από τη Μεριά του Γκερμάντ», σελ. 24-26 της γαλλικής έκδοσης)]

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Antony BEEVORStalingrad”, Viking, Λονδίνο, 1998/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2011 (1999).
Antony BEEVORBerlin – The Downfall 1945”, Viking, Λονδίνο, 2002/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007 (2003).
Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », Tallandier, Παρίσι, 2013/ t. I « 1941-1943 », t. II « 1943-1945 », Texto, Tallandier, Παρίσι, 2015.
Joachim FEST « Der Untergang – Hitler und das Ende des Dritten Reiches », Alexander Fest Verlag, Βερολίνο, 2002/ γαλλική έκδοση: « Les derniers jours de Hitler », Perrin, Παρίσι, 2002.                                                                                                 – Orlando FIGESThe Whisperers: Private Life in Stalin’s Russia”, Allen Lane, Λονδίνο 2007/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007.
David GLANTZ και Jonathan HOUSEWhen Titans Clashed: How the Red Army stopped Hitler”, University of Kansas Press, Lawrence, 1995.
Vassili GROSSMANA Writer at War”, Harvill Press, Λονδίνο, 2005/ γαλλική έκδοση: « Carnets de Guerre – De Moscou à Berlin 1941-1945 » (κείμενα επιλεγμένα και παρουσιασμένα από τον Antony BEEVOR και τη Luba VINOGRADOVA), Calman-Lévy, Παρίσι, 2007/ επανέκδοση: Le Livre de Poche, Παρίσι, 2013 (2008).
Ανώνυμης (= Marta HILLERS) «Eine Frau in Berlin» Eichborn, Φρανκφούρτη, 2003 (πρώτη έκδοση: 1959)/ γαλλική έκδοση: « Une femme à Berlin. Journal, 20 avril-22 juin 1945 », Gallimard, Παρίσι, 2006 – έκδοση τσέπης: Folio, Παρίσι, 2008.
François KERSAUDY « Stalingrad – Le tournant de la Guerre », Un monde en guerre, Perrin, Παρίσι, 2013.
Ian KERSHAWThe End – Hitler’s Germany, 1944-45”, Allen Lane, Λονδίνο, 2011/ γαλλική έκδοση: « La Fin – Allemagne 1944-1945 », L’Univers historique, Seuil, Παρίσι, 2012.
Леонид Исаакович КОТЛЯР «Воспоминания Еврея-красноармейца», Военные тайны ХХ века, Вече, Μόσχα, 2011 [Λεονίντ Ισαάκοβιτς ΚΟΤΛΙΑΡ «Απομνημονεύματα ενός Εβραίου του Κόκκινου Στρατού»].
Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Stalingrad. La bataille au bord du gouffre », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Koursk. Les quarante jours qui ont ruiné la Wehrmacht (5 juillet-20 août 1943) », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Le chaudron de Tcherkassy-Korsun et la bataille pour le Dniepr (septembre 1943-février 1944) », Economica, Παρίσι, 2011.
Jean LOPEZ « Opération Bagration, la revanche de Staline (été 1944) », Economica, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Les cents derniers jours d’Hitler – Chronique de l’apocalypse », Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Grandeur et misère de l’Armée rouge », Seuil, Παρίσι, 2011/ επανέκδοση: Tempus, Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Joukov, l’homme qui a vaincu Hitler », Perrin, Παρίσι, 2013.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Hitler a devancé un attaque de Staline » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 63-91.
Curzio MALAPARTE « Il Volga nasce in Europa » [«Ο Βόλγας πηγάζει από την Ευρώπη»], Bompiani, Μιλάνο, 1943, και πλήρης έκδοση Vallecchi, Φλωρεντία, 1965/ ελληνική έκδοση: «Οι Πηγές του Βόλγα (Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση – Πολιορκία του Λένινγκραντ, 1941-1942)», σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 18, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Erich von MANSTEIN « Verlorene Siege », Bernard & Graefe Verlag, Κόμπλεντς-Βόννη, 2011 (πρώτη έκδοση: 1955)/ γαλλική έκδοση: « Mémoires » (επιμέλεια: Pierre SERVANT), Perrin, Παρίσι, 2015 (πρώτη γαλλική έκδοση: « Victoires perdues », Plon, Παρίσι, 1958).
Mark MAZOWERHitler’s Empire. Nazi Rule in Occupied Europe”, Allen Lane, Λονδίνο, 2008/ επανέκδοση Penguin Books, Λονδίνο, 2009.
Catherine MERRIDALEIvan’s War: Life and Death in the Red Army, 1939-1945”, Metropolitan Books, Νέα Υόρκη, 2006 / ελληνική έκδοση: «Ο πόλεμος του Ιβάν (Η πορεία του Κόκκινου Στρατού 1939-1945)» σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 9, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Marie MOUTIER « Lettres de la Wehrmacht » (πρόλογος: Timothy SNYDER), Perrin, Παρίσι, 2014.
Николай Николаевич НИКУЛИН «Воспоминания о войне», Издательство Гос. Эрмитажа, Λενινγκράντ/ Πετρούπολη 1975 (δεύτερη έκδοση: 2008).
Friedrich PAULUS « La bataille de Stalingrad » (παρουσίαση, σημειώσεις και επιμέλεια έκδοσης: Boris LAURENT), Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Pierre SERVANT « Von Manstein – Le stratège du IIIe Reich », Maîtres de Guerre, Perrin, Παρίσι, 2015.
Timothy SNYDERBloodlands: Europe between Hitler and Stalin”, Basic Civitas Books, Νέα Υόρκη, 2012/ γαλλική έκδοση: « Terres de Sang – L’Europe entre Hitler et Staline », Gallimard, Παρίσι, 2012.
Alexander WERTHRussia at War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942», t. 2 « De Stalingrad à Berlin, 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2012.
Nicolas WERTH « Histoire de l’Union Soviétique – de l’Empire russe à la Communauté des États indépendants (1900-1991) », PUF, Παρίσι, 2012 (πρώτη έκδοση: 1990).
Olivier WIEVIORKA « L’économie soviétique ne pouvait rivaliser avec le potentiel industriel du Reich » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 129-145.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Le Figaro Histoire, n° 19, avril-mai 2015, 40-103 « Hitler – Les derniers jours » (κείμενα των: Jean-Louis THIÉRIOT, Jean-Paul BLED, Jean-Paul COINTET, Henri-Christian GIRAUD, Stéphane COURTOIS, Keith LOWE, Geoffroy CAILLET, Albane PIOT).
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 57, septembre-octobre 2015, David FRANÇOIS « La Bataille pour le Dniepr – Le choc des titans », σελ. 50-63.
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), Hors-série n° 25, août-septembre 2015, « Le Guide de l’Armée Rouge ».
Paris Match & L’Histoire « 1945 – La Chute du Reich : le film des derniers mois » (κείμενα και συνεντεύξεις των: Olivier WIEVIORKA, Antony BEEVOR, Bruno CABANES, Édouard HUSSON, Régis Le SOMMIER, Anja KLABUNDE, Pierre MILZA, Annette WIEVIORKA, Frédérique NEAU-DUFFOUR, Timothy SNYDER, Philippe BURRIN, Anne APPLEBAUM, Fabien THÉOFILAKIS, Guillaume MOURALIS, Jean-Pierre AZÉMA), mars-avril 2015.
Paris Match, Hors-série, « Staline – Terreur, Guerre et Propagande » (κείμενα των: Alain FREREJEAN, Gérard CHAUVY, Sabine DULLIN, Alain BLUM, Nicolas WERTH, Alexandre SUMPH, François KERSAUDY, Philippe RICHARDOT, Simon VEILLE, Jean-Christophe BRISARD, Valérie DELMAS, Clémentine V. BARON, Paul FUKS, Régis Le SOMMIER), octobre 2015.

"Ζωή και Πεπρωμένο"

«Ζωή και Πεπρωμένο»

"Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί"

«Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Леонид Наумович ВОЛЫНСКИЙ «Сквозь Ночь», 1963, επανέκδοση: Терра, Μόσχα, 2005 [Λεονίντ ΒΟΛΙΝΣΚΙ (ψευδώνυμο του Λεονίντ Ναούμοβιτς ΡΑΜΠΙΝΟΒΙΤΣ) «Μέσα από τη Νύχτα»].
Василий Семёнович ГРОССМАН «Жизнь и судьба» (συγγραφή: 1950-1962), Терра – Книжный клуб, Μόσχα, 2005/ γαλλόφωνη έκδοση: Vassili GROSSMAN «Vie et destin», L’Age d’Homme, Λωζάννη, 1980 (μετάφραση: Alexis Berelowitch και Anne Coldefy-Faucard), επανέκδοση: Le livre de poche, 2005/ ελληνική έκδοση: «Ζωή και Πεπρωμένο», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2013.
Curzio MALAPARTE « Kaputt » Casella, Νάπολι, 1944/ τελική έκδοση: Guarnati, Μιλάνο, 1948/ γαλλική έκδοση: Éditions Denoël, Παρίσι, 1946 – έκδοση τσέπης: Folio 2014 (1972).
Erich Maria REMARQUE «Zeit zu leben und Zeit zu sterben», Kiepenheuer & Witsch, Κολωνία 1954/ γαλλικές εκδόσεις υπό τους τίτλους « Un temps pour vivre, un temps pour mourir » « L’Île d’espérance » Plon, Παρίσι, 1958/ ελληνική έκδοση υπό τον τίτλο « Ώρες αγάπης, ώρες πολέμου», Δωρικός, Αθήνα, 1975.
Константин Михайлович СИМОНОВ «Живые и мёртвые», 1959, επανέκδοση: Художественная литература, Μόσχα, 1989 [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς ΣΙΜΟΝΟΦ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»].

Καπούτ

Καπούτ

ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ

"Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" (η σκηνή του φιλιού)

«Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν» (η σκηνή του φιλιού)

– Михаил Константинович Калатозов «Летят журавли», 1957/ Μιχαήλ Κονσταντίνοβιτς Καλατόζοφ «Όταν Πετούν οι Γερανοί».
– Андрей Арсеньевич Тарковский «Иваново детство», 1962/ Αντρέι Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι «Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν».
– Сергей Фёдорович Бондарчук «Они сражались за Родину», 1975/ Σεργκέι Φιόντοροβιτς Μπονταρτσούκ «Πολέμησαν για την Πατρίδα».
– Элем Германович Климов «Иди и смотри», 1985/ Ελέμ Γκέρμανοβιτς Κλίμοφ «Έλα να δεις».
– Joseph Vilsmaier «Stalingrad», 1993.
– Oliver Hirschbiegel «Der Untergang» [«Η Πτώση»], 2004.

"Έλα να δεις"

«Έλα να δεις»

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 4 (1943-1944: Η εποχή της σοβιετικής επικράτησης)

Σεπτεμβρίου 3, 2015

Χειμώνας 1943-44, Τ-34

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ

Α.   1943: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΜΦΙΡΡΟΠΗ ΧΡΟΝΙΑ

α.   Η γερμανική αντίσταση στη σοβιετική επέλαση

Ο Κόκκινος Στρατός δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί πλήρως τον θρίαμβο του Σταλινγκράντ. Ήδη, την εποχή που εξαπέλυε την επιχείρηση «Ουρανός» είχε προσπαθήσει να πετύχει κάτι σημαντικό και στο κεντρικό μέτωπο του πολέμου με την επιχείρηση «Άρης». Παρά τις σφοδρές μάχες, οι Σοβιετικοί δεν αποκόμισαν ουσιώδη εδαφικά κέρδη. Επρόκειτο για μια τεράστια αποτυχία που ξεχάστηκε χάρη στη λάμψη της μεγαλειώδους νίκης στον Βόλγα; Όχι απαραίτητα. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων (π.χ. λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο που αφιέρωσε το σοβετικό επιτελείο στην προετοιμασία της μίας και της άλλης επιχείρησης), οι ιστορικοί εκτιμούν πλέον ότι η επιχείρηση «Άρης» αποτελούσε αντιπερισπασμό που θα απασχολούσε τις γερμανικές δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών του Κέντρου ώστε να μην ενισχύσουν εκείνες του Νότου όσο εξελισσόταν ο «Ουρανός». Οι απώλειες για τους Σοβιετικούς, πάντως, ήταν πολλές.

Εν γένει, τα μετά το Σταλινγκράντ σοβιετικά κέρδη ήταν αρκετά, αλλά όχι τα μέγιστα, κάποια από αυτά μάλιστα υπήρξαν προσωρινά. Το Βορόνιεζ απελευθερώθηκε πριν την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Τον Φεβρουάριο ακολούθησαν το Ροστόφ και το Χάρκοβο, ενώ τον Μάρτιο ανακαταλαμβανόταν το τρίγωνο Ρζεφ-Βιάσμα-Γκιάτσκ, όπου δίνονταν σκληρές μάχης για 1,5 χρόνο.

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Η αντεπίθεση του Μάνστάιν: Όπως φαινόταν, όμως, η ορμή του Κόκκινου Στρατού είχε προς το παρόν εξαντληθεί. Την ευκαιρία αυτή την άδραξε η ιδιοφυΐα του Μάνστάιν για να σταθεροποιήσει την κατάσταση του πολεμικού μετώπου. Στις αρχές Φεβρουαρίου είχε συναντήσει τον Χίτλερ στο Ράστενμπουργκ ζητώντας του να εγκρίνει την αναδίπλωση και ανασυγκρότηση των γερμανικών δυνάμεων στην Ουκρανία, δηλαδή την υποχώρηση πέραν του Μίους σε θέσεις των οποίων η υπεράσπιση είναι δυνατή. Ο Χίτλερ, όπως αναμενόταν, δυσαρεστείται: «Αν η κατάσταση στην Ουκρανία είναι απελπιστική, ποιος ευθύνεται για αυτό, εκτός από εσάς τους στρατηγούς; Τι άλλο κάνετε εκτός από το να αναδιπλώνεστε;» Τελικά, η υποχώρηση πέραν του Μίους εγκρίνεται με δυσφορία από τον Φύρερ. Στις 16 Φεβρουαρίου, όμως, ο Μάνστάιν επανέρχεται με κάτι που μοιάζει πολύ ελκυστικότερο: εκθέτει στον ηγέτη του ένα φιλόδοξο σχέδιο αντεπίθεσης. Βάσει του σχεδίου αυτού η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων και το 2ο Σώμα Τεθωρακισμένων των Ες Ες θα χτυπήσουν στον τομέα Κρασνογκράντ-Παβλογκράντ, ανοίγοντας τον δρόμο για το κύριο σώμα των δυνάμεων που θα κινηθεί προς το Χάρκοβο, με στόχο να εγκλωβίσει στην πορεία τρεις ρώσικες στρατιές! Η επιχείρηση ξεκινά στις 20 Φεβρουαρίου. Στις 15 Μαρτίου 1943 οι Γερμανοί κατακτούν για δεύτερη φορά το Χάρκοβο. Ο Χίτλερ έχει τη νίκη που επιθυμούσε για να ξεπλύνει το όνειδος του Σταλινγκράντ. Όμως, οι Σοβιετικοί έχουν κατορθώσει να υποχωρήσουν έγκαιρα: οι δυνάμεις τους που εξουδετερώθηκαν είναι σχετικά μικρές. Ο φον Μάνστάιν έχει καταγάγει μια μεγάλη νίκη τακτικής, αλλά μεσοπρόθεσμα ο Κόκκινος Στρατός έχει σαφώς το στρατηγικό πλεονέκτημα. Η γερμανική ηγεσία δεν δείχνει να το αντιλαμβάνεται. Θα το πληρώσει ακριβά!

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

β.   Η τιτανομαχία του Κουρσκ

Η κατά τα φαινόμενα αμφίρροπη κατάσταση επιτρέπει στον Χίτλερ και τη Βέρμαχτ να ελπίζουν ότι μπορούν ακόμη να αντιστρέψουν τη ροή του πολέμου προς όφελός τους. Αναζητώντας το καθοριστικής σημασίας χτύπημα και στηρίζοντας πολλές ελπίδες στα νέα όπλα που παρήγε η γερμανική πολεμική βιομηχανία, ιδίως δε τα νέα άρματα μάχης «Τίγρις» και «Πάνθηρ», ο Χίτλερ επιλέγει τον πιο προφανή στόχο: τον μεγάλο ρωσικό θύλακο του Κουρσκ, μεταξύ Αριόλ και Μπιέλγκοροντ. Η επιχείρηση «Ακρόπολη» στόχευε στη διπλή περικύκλωση από βορρά και νότο των μεγάλων δυνάμεων που είχε συγκεντρώσει στην ευρύτερη περιοχή ο Κόκκινος Στρατός. Οι Ρώσοι θα έχαναν μεγάλο αριθμό δυνάμεων και το ορμητήριο για την ανάκτηση εδαφών, ενώ οι επιθετικές δυνατότητες του Κόκκινου Στρατού θα μειώνονταν στο ελάχιστο. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι οι Ρώσοι έχουν οχυρώσει μεθοδικά και μαζικά την περιοχή και, κυρίως, στο ότι λογικά θα πρέπει να αναμένουν να δεχτούν επίθεση ακριβώς στον συγκεκριμένο τομέα έχοντας προετοιμαστεί κατάλληλα.

Ο Χίτλερ, όμως, ήταν ανένδοτος: η επιχείρηση θα αποδεικνυόταν οπωσδήποτε μεγάλη επιτυχία, αρκεί να άρχιζε εγκαίρως. Μόνον που σε τέτοιες περιπτώσεις ο διάβολος (ή, μάλλον, ο θεός) συνωμοτεί ώστε κάτι να πάει στραβά! Οι καιρικές συνθήκες και οι καθυστερήσεις ως προς τον εφοδιασμό σε όπλα και υλικό, πρωτίστως δε σε άρματα μάχης μετέθεσαν την έναρξη της επιχείρησης. Η Μάχη του Κουρσκ ξεκινούσε τελικά στις 5 Ιουλίου. Οι δυνάμεις του Μόντελ εφόρμησαν από βόρεια, εκείνες του Μάνστάιν από νότια, υποστηριζόμενες από τουλάχιστον 2.000 τεθωρακισμένα, τα περισσότερα στον νότιο τομέα των επιχειρήσεων υπό τον στρατηγό Χοτ. Με σημαντικές απώλειες οι Γερμανοί κατόρθωσαν να κερδίσουν κάποιο έδαφος από τους Ρώσους: 15 χιλιόμετρα στον βορρά και 45 στον νότο. Μεταξύ τους, τα δύο σώματα επίθεσης απείχαν ακόμη 150 χλμ. Κάπου εκεί εξαντλούνταν και οι δυνατότητες επίθεσης για τη Βέρμαχτ. Στις 12 Ιουλίου, ο Κόκκινος Στρατός ξεκινούσε τη δική του αντεπίθεση κι αποσπούσε γρήγορα από τη Βέρμαχτ το θύλακο του Αριόλ και το Μπιέλγκοροντ. Στις 16 Ιουλίου ο Χίτλερ, εντελώς απογοητευμένος, διέτασσε τη διακοπή της επιχείρησης.

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός για τους Σοβιετικούς. Στις 23 Αυγούστου ανακτούσαν για δεύτερη φορά (οριστικά πλέον) την ουκρανική μεγαλούπολη του Χαρκόβου. Νοτιότερα, οι ρωσικές δυνάμεις απελευθέρωναν, τον Σεπτέμβριο, το Κουμπάν και το Ντονμπάς, ενώ στον κεντρικό τομέα του μετώπου το Σμολένσκ. Τον επόμενο μήνα έφταναν στον Δνείπερο, ανακτώντας το Ζαπαρόζιε και το Ντνιεπροπετρόφσκ. Στις 6 Νοεμβρίου απελευθέρωναν το Κίεβο και στις 12 το Ζιτόμιρ, το οποίο, όμως, επρόκειτο να ξαναχάσουν μια εβδομάδα αργότερα. Αυτή ήταν και η τελευταία σοβιετική απώλεια εδάφους στον πόλεμο.

Β.   1944: Η «ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ 10 ΝΙΚΩΝ»

Η επίσημη σοβιετική ιστοριογραφία κατέγραφε το 1944 ως το «έτος των 10 νικών». Έχοντας πια συντριπτική αριθμητική υπεροχή κι υπεροπλία, ο Κόκκινος Στρατός βαδίζει από νίκη σε νίκη. Στα τέλη Ιανουαρίου του 1944, οι Σοβιετικοί διαλύουν τα απομεινάρια του γερμανικού κλοιού γύρω από το Λενινγκράντ, δίνοντας οριστικό τέλος στη μακρά πολιορκία της πόλης. Θα ακολουθήσουν το Κορσούν, η Οδησσός και η Κριμαία, η εξουδετέρωση της Φινλανδίας, η απελευθέρωση της Λευκορωσίας και της δυτικής Ουκρανίας, η ανάκτηση της Μολδαβίας και των Βαλτικών Δημοκρατιών, η είσοδος σε Ουγγαρία και Τσεχοσλοβακία και, τέλος, η νίκη επί των Γερμανών στον Απώτατο Βορρά μεταξύ Φινλανδίας και Νορβηγίας.

α.   Η εκκαθάριση του θυλάκου Τσερκάσι-Κορσούν και η ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Ουκρανίας

Στις αρχές του 1944 οι Γερμανοί έχουν κατά βάση υποχωρήσει στη δυτική όχθη του Δνείπερου. Εξακολουθούν, όμως, να κατέχουν ένα μεγάλο θύλακο στην ανατολική όχθη του ποταμού, περίπου 100 χιλιόμετρα νοτίως του Κιέβου. Πρόκειται για το «φρούριο του Κάνιεφ», όπως το λένε οι ίδιοι (το Κάνιεφ είναι μια μάλλον μικρή πόλη με λιμάνι στον Δνείπερο). Για τους Σοβιετικούς είναι ο θύλακος «Κορσούν-Σεφτσενκόφσκι» (και για τη δυτική ιστοριογραφία αυτός του «Τσερκάσι-Κορσούν», ονομασία ανακριβής, μια και το Τσερκάσι βρισκόταν έξω από την περιοχή που ήλεγχαν οι Γερμανοί). Εντός του θυλάκου βρίσκονται 56.000 άνδρες: το 11ο και το 42ο Σώμα Στρατού, η Μεραρχία Ες Ες «Βίκινγκ» και η Ταξιαρχία των Ες Ες «Βαλλονία» με τους Βέλγους εθελοντές του ρεξιστή ηγέτη Λεόν Ντεγκρέλλ (ο οποίος μεταφέρθηκε αεροπορικώς εκτός του θυλάκου πριν την εκκαθάριση).

Φεβρουάριος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Ο φον Μάνστάιν αντιλαμβάνεται ότι οι Σοβιετικοί ετοιμάζονταν να προβούν στην εκκαθάριση του θυλάκου με τα δύο Μέτωπα Ουκρανίας των οποίων ηγούνται, αντιστοίχως, οι Ζούκοφ και Κόνιεφ. Προτείνει τον απεγκλωβισμό των γερμανικών δυνάμεων. Ο Χίτλερ, ως συνήθως, αργεί να εγκρίνει μια τέτοια κίνηση. Οι καιρικές συνθήκες καθυστερούν τη δύναμη του Μάνστάιν και, κυρίως, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Χοτ που έχουν αναλάβει το κύριο βάρος της επιχείρησης απεγκλωβισμού. Οι δυνάμεις που βρίσκονται μέσα στον θύλακο, υπό τον στρατηγό Στέμερμανν, θα πρέπει να διασπάσουν οι ίδιες τον κλοιό του Κόνιεφ για να συναντήσουν τα στρατεύματα των Χοτ και Μάνστάιν. Ο απεγκλωβισμός επιχειρείται τη νύχτα της 16ης-17ης Φεβρουαρίου υπό δραματικές συνθήκες: μέσα από φαράγγια, προχωρώντας σε δύο φάλαγγες και με εμπροσθοφυλακή αποτελούμενη από τα Ες Ες, οι Γερμανοί επιχειρούν να διασπάσουν τον σοβιετικό κλοιό υπό συνεχή βομβαρδισμό. Ο στρατηγός Στέμμερμανν πέφτει στο πεδίο της μάχης χτυπημένος από θραύσμα οβίδας. Κάποιοι ξεφεύγουν. Άλλοι όχι: εγκλωβίζονται από τα σοβιετικά τεθωρακισμένα και τρέπονται σε φυγή – αν πιστέψουμε την (ίσως ευφάνταστη) διήγηση του ταγματάρχη Μπορίς Κάμποφ (γνωστότερου με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μπορίς Πολεβόι) στον Αλεξάντερ Βερτ, μονάδες ιππικού τους κυνηγούν και τους αποτελειώνουν με τα ξίφη τους.

Το παράδοξο του Κορσούν έγκειται στο ότι και οι δύο πλευρές θέλουν να πιστεύουν ότι έχουν νικήσει: οι Γερμανοί υποστηρίζουν ότι διασώθηκαν 30.000 από τους εγκλωβισμένους άνδρες τους, στοιχείο που αποδεικνύει τη «γερμανική υπεροχή σε επίπεδο τακτικής»! Οι Σοβιετικοί από τη μεριά τους ισχυρίζονται ότι ελάχιστοι Γερμανοί διασώθηκαν. Όποια κι αν είναι η αλήθεια για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, ένα είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός για τους αντικειμενικούς παρατηρητές της σύρραξης: το στρατηγικό πλεονέκτημα ανήκει πάντα στους Σοβιετικούς.

Μετά την επικράτηση στο Κορσούν, οι Σοβιετικοί έχουν τα χέρια τους ελεύθερα για την εαρινή επίθεση στην Ουκρανία κι όχι μόνο. Μετά τα μέσα Μαρτίου τα στρατεύματα του Κόνιεφ περνούν τον Δνείστερο και φτάνουν στη Μολδαβία κι έπειτα, στις 2 Απριλίου σε ρουμανικό έδαφος. Στις 11 Απριλίου αρχίζει η επιχείρηση απελευθέρωσης της Κριμαίας που θα ολοκληρωθεί μέσα σε ένα περίπου μήνα: 500.000 άνδρες του Κόκκινου Στρατού βρίσκονται αντιμέτωποι με λιγότερους από 200.000 Γερμανούς και (κυρίως) Ρουμάνους. Η απόφαση του Χίτλερ να υπερασπισθεί την Κριμαία με κάθε κόστος ήταν εντελώς παράλογη. Η Σεβαστούπολη απελευθερώθηκε στις 9 Μαΐου, ύστερα από 4 μόλις ημέρες πολιορκίας! Οι Ρώσοι είχαν αντέξει την αντίστοιχη γερμανική πολιορκία το 1941-42 για 250!

β.   «Μπαγκρατιόν» – η σαρωτική επικράτηση στη Λευκορωσία

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Όταν οι Αμερικανοί και Βρετανοί σύμμαχοι των Σοβιετικών αποφάσιζαν τελικά την πραγματοποίηση της απόβασης στη Νορμανδία και τη δημιουργία του πραγματικού «Δεύτερου Μετώπου» που θα έφερνε τον πόλεμο μέσα στην επικράτεια του ίδιου του Γ΄ Ράιχ, ο Στάλιν τους υποσχέθηκε να βοηθήσει ένα χτύπημα αντίστοιχης εμβέλειας στο Ανατολικό Μέτωπο. Την ευθύνη για την εκπόνηση του σχεδίου επίθεσης την ανέλαβε ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι. Ο ιδιοφυής Ρωσοπολωνός προσήλθε στην κρίσιμη συνεδρίαση της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης με δύο εναλλακτικές προτάσεις. Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο, οι Σοβιετικοί θα χτυπούσαν ανάμεσα στις δύο γερμανικές ομάδες στρατιών (Κέντρου και Νότου), παίρνοντας τον συντομότερο δρόμο για την καρδιά του Γ΄ Ράιχ, μέσω της νότιας Πολωνίας. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο ενείχε υψηλότατο κίνδυνο εγκλωβισμού των σοβιετικών δυνάμεων κι απορρίφθηκε. Η Στάβκα επέλεξε τη δεύτερη πρόταση του Ροκοσσόφσκι: να επιτεθεί στην καρδιά της γερμανικής Ομάδας Στρατιών του Κέντρου, υπό τον στρατάρχη φον Μπους, στην κατεχόμενη Λευκορωσία. Απλωμένη σε μήκος 700 χιλιομέτρων, η σοβιετική δύναμη περιελάμβανε τέσσερα Μέτωπα του Κόκκινου Στρατού: Α΄ Λευκορωσίας (Ροκοσσόφσκι – το σώμα που θα έφερε και το κύριο βάρος της επίθεσης), Β΄ Λευκορωσίας (Ζάχαροφ), Γ΄ Λευκορωσίας (Τσερνιακόφσκι) και Α΄ Βαλτικής (Μπαγκραμιάν). Ο στρατάρχης Ζούκοφ ήταν υπεύθυνος για τα δύο πρώτα μέτωπα, ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι για τα υπόλοιπα δύο. 166 μεραρχίες, 31.000 στοιχεία πυροβολικού, 5.000 άρματα μάχης και 6.000 πολεμικά αεροπλάνα. Ο Στάλιν δίνει στην επιχείρηση το όνομα του Γεωργιανού στρατηγού του τσαρικού στρατού που είχε διακριθεί στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα κι είχε τραυματισθεί θανάσιμα στη Μάχη του Μποροντινό: «Μπαγκρατιόν».

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Ημέρα έναρξης της επιχείρησης ορίζεται η 23η Ιουνίου. Τις πρώτες κιόλας μέρες μεγάλες δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών Mitte περικυκλώνονται κοντά στο Βιτέμπσκ και το Μπομπρούισκ. Στις 3 Ιουλίου, οι Σοβιετικοί καταλαμβάνουν την πρωτεύουσα της Λευκορωσίας, το Μινσκ, αιχμαλωτίζοντας 100.000 Γερμανούς. Με την ανάκτηση στις 28 Ιουλίου του Μπρεστ-Λιτόφσκ ολοκληρώνεται και η απελευθέρωση της Λευκορωσίας.

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Οι Γερμανοί βρίσκονται σε σύγχυση. Άλλωστε, στις 20 Ιουλίου, ομάδα συνωμοτών με εκτελεστή τον συνταγματάρχη κόμη φον Στάουφφενμπεργκ αποπειράται να δολοφονήσει τον Χίτλερ στο στρατηγείο του στο Ράστενμπουργκ της Ανατολικής Πρωσίας. Η απόπειρα αποτυγχάνει εξαιτίας μιας σειράς από συγκυρίες. Έχοντας σωθεί σχεδόν από θαύμα, ο Χίτλερ βρίσκεται σε παροξυσμό και προβαίνει σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις: δεκάδες αξιωματικοί και πολιτικοί εκτελούνται ως ενεχόμενοι στη συνωμοσία. Στο στράτευμα επικρατεί σιδηρά πειθαρχία που ξεπερνά κάθε λογική.

Στο μεταξύ, όμως, τα στρατεύματα του Ροκοσσόφσκι εισχωρούν στην Ανατολική Πολωνία διώχνοντας τους Γερμανούς από το Λούμπλιν. Την τελευταία ημέρα του Ιουλίου, οι εμπροσθοφυλακές φτάνουν στα περίχωρα της Βαρσοβίας. Κάπου εδώ αρχίζει ένα από τα πιο μεγάλα δράματα που παίχτηκαν μεταξύ κατ’ όνομα συμμάχων.

Το δράμα της Βαρσοβίας: Σε συνεννόηση με τη φιλοδυτική εξόριστη πολωνική κυβέρνηση του Λονδίνου, ο στρατηγός Ταντέους «Μπουρ» Κομορόφσκι, επικεφαλής των Πολωνών αντάρτικων δυνάμεων της Άρμια Κραγιόβα (Στρατού του Εσωτερικού) κηρύσσει γενική εξέγερση στην πολωνική πρωτεούσα. Οι ρωσικές δυνάμεις, αντί να συνεχίσουν την προέλασή τους, υποχωρούν. Ο Στάλιν αρνείται την παροχή διευκολύνσεων στη βρετανική κι αμερικανική αεροπορία. Οι Γερμανοί καταπνίγουν την εξέγερση με πρωτοφανή αγριότητα. Όταν οι τελευταίοι μαχητές της εξέγερσης παραδίδονται (2 Οκτωβρίου), η Βαρσοβία είναι πια ένας σωρός από ερείπια. Κάπου 200.000 πολωνικές ζωές έχουν χαθεί.

Εξέγερση της Βαρσοβίας

Ανήκει στους Σοβιετικούς η ευθύνη για την τραγωδία της Βαρσοβίας; Το ερώτημα δεν επιδέχεται μονοσήμαντες απαντήσεις. Οι δυνάμεις του Ροκοσσόφκι είχαν εξαντληθεί μετά από προέλαση τόσων χιλιομέτρων σε εχθρικό έδαφος. Οι γραμμές ανεφοδιασμού τους είχαν επιμηκυνθεί τόσο που δεν λειτουργούσαν πια αποτελεσματικά. Έχοντας συναντήσει σθεναρή αντίσταση από τους Γερμανούς, ο Κόκκινος Στρατός δεν μπορούσε να καταλάβει τη Βαρσοβία τον Αύγουστο. Και, βέβαια, ο Στάλιν δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να αναλάβει τον κίνδυνο τεράστιων απωλειών κι αποτυχίας των σχεδίων του για να βοηθήσει τους Πολωνούς.

  • Όλοι γνωρίζουμε για την απόβαση στη Νορμανδία, μάλλον λίγοι για την επιχείρηση Μπαγκρατιόν. Κι όμως, επρόκειτο για το πλέον συντριπτικό πλήγμα που δέχθηκε η Βέρμαχτ καθ’ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πλήγμα από το οποίο δεν επρόκειτο να συνέλθει ποτέ! Στα μέσα Ιουλίου, ως απόδειξη της σοβιετικής ισχύος, δεκάδες χιλιάδες Γερμανοί αιχμάλωτοι «παρήλαυναν» αξιοθρήνητα στους δρόμους της Μόσχας. Παραδόξως, οι αντιδράσεις του κοινού που παρακολουθούσε ήταν ιδιαιτέρως συγκρατημένες. Κάποιες ηλικιωμένες άλλωστε, που ίσως και να είχαν χάσει γιους στον πόλεμο, μονολογούσαν: «κακόμοιρα παιδιά! Κι αυτούς κάποιοι άλλοι τους έστειλαν να πολεμήσουν και να σκοτωθούν!»

γ.   Εγκλήματα Πολέμου

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Η στάση της Βέρμαχτ και των γερμανικών αρχών στα κατεχόμενα εδάφη: Η ανάκτηση εδαφών από τον Κόκκινο Στρατό, πρώτα στην Ουκρανία κι έπειτα στη Λευκορωσία, έφερνε στο φως και τα εγκλήματα πολέμου που είχαν διαπράξει οι γερμανικές δυνάμεις, εγκλήματα στα οποία δεν εμπλέκονταν μόνον οι ειδικές δυνάμεις των Ες Ες, αλλά το σύνολο της Βέρμαχτ. Μαζικές εκτελέσεις, πυρπολήσεις χωριών και πόλεων «σε αντίποινα για τη συνεργασία με τους παρτιζάνους», λιμός (μια και όλα σχεδόν τα τρόφιμα κατάσχονταν από τις δυνάμεις κατοχής) και, τέλος, ολοκληρωτική εξόντωση των πολυπληθών εβραϊκών πληθυσμών της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της δυτικής Ρωσίας.

Η στάση των Γερμανών στις κατεχόμενες περιοχές χαρακτηριζόταν από παλινωδίες μεταξύ της ανάγκης τους να βρουν συμμάχους και να στρατολογήσουν άνδρες, εκμεταλλευόμενοι εθνοτικές ή πολιτικές διαφορές, αφενός, και της ανάγκης για τον ζωτικό χώρο μιας γερμανικής αυτοκρατορίας στην Ανατολή, της περιφρόνησης προς τους Σλάβους «υπανθρώπους» και του θανάσιμου μίσους προς το εβραϊκό στοιχείο.

Η Κριμαία αποτελούσε μια ξεχωριστή περίπτωση: όλος ο πληθυσμός της θα εκτοπιζόταν, ακόμη κι οι Τάταροι που είχαν συνεργαστεί με ζήλο με τους κατακτητές, προκειμένου η χερσόνησος να γίνει μια γερμανική Ριβιέρα. Για να θεμελιωθεί η διεκδίκηση, ο θεωρητικός τους ναζιστικού καθεστώτος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι η Κριμαία ήταν περιοχή που ανήκε στο παρελθόν στους Γότθους: θα μετονομαζόταν σε Gotenland!

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Στην Ουκρανία, όπου ειδικά στις δυτικές περιοχές ο πληθυσμός είχε υποδεχτεί τους Γερμανούς σχεδόν σαν απελευθερωτές, τα πράγματα ήταν ασαφή. Για ευνόητους λόγους οι ναζί υποδαύλιζαν την αντιπαλότητα Ουκρανών και Ρώσων. Συγκρότησαν σώμα ουκρανικής αστυνομίας στρατολογώντας τα μέλη της μεταξύ των οπαδών των διαφόρων εθνικιστικών οργανώσεων: όλοι αυτοί υπήρξαν χρήσιμοι για τις πιο «άχαρες» δουλειές. Δεσμοφύλακες σε στρατόπεδα αιχμαλώτων, πρόθυμοι συνεργοί στη Σοά. Από την άλλη πλευρά, δεν ήθελαν να δώσουν και πολύ αέρα στους Ουκρανούς εθνικιστές που τους θεωρούσαν πολιτικά και στρατιωτικά ανεξέλεγκτους κι επικίνδυνους: ο Στεπάν Μπαντέρα φυλακίστηκε για να απελευθερωθεί προς το τέλος του πολέμου, όταν όλα πήγαιναν στραβά για τους ναζί. Και ο επίτροπος του Ράιχ για την Ουκρανία, ο διαβόητος γκάουλάιτερ της Ανατολικής Πρωσίας Έριχ Κοχ, διοικούσε την Ουκρανία ως αποικία. Αυτό που είχε σημασία ήταν η προμήθεια πρώτων υλών, σιτηρών κι άλλων τροφίμων για τη Γερμανία και η καταναγκαστική εργασία εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών και γυναικών που στέλνονταν να δουλέψουν στη γερμανική βιομηχανία.

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Λησμονημένες εθνοκαθάρσεις – η περίπτωση της Βολυνίας

Ο εθνικισμός μπορεί να έχει πρωτεϊκό χαρακτήρα και να μεταβάλλεται αναλόγως των ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, κατά μείζονα λόγο όταν η εθνογένεση ενός λαού είναι ατελής. Ο ουκρανικός εθνικισμός δεν είναι μόνον αντιρωσικός. Είναι και αντισημιτικός («είπαμε να τους εκτοπίσουν, όχι όμως και να τους σκοτώσουν όλους, ακόμα και τις γυναίκες και τα παιδιά»). Στη Δυτική Ουκρανία, για ευνόητους ιστορικούς λόγους, ήταν ανέκαθεν πρωτίστως αντιπολωνικός.

Βορειοανατολικά της Γαλικίας, ανάμεσα στον Πριπέτ και τον Μπουγκ, απλώνεται η περιοχή της Βολυνίας, γνωστή κάποτε κι ως Λοδομερία. Χώρος αρχικά νομαδικών σκυθικών φύλων κατά την Αρχαιότητα κι έπειτα εγκατάστασης πρωτοσλαβικών πληθυσμών, η Βολυνία μοιράζεται μεταξύ Πολωνών και Λιθουανών ηγεμόνων στα χρόνια του Μεσαίωνα. Από τον 16ο αιώνα ανήκει στην Κοινοπολιτεία Πολωνίας-Λιθουανίας. Με τον Τρίτο Διαμελισμό της Πολωνίας (1795) περνά υπό ρωσική κυριαρχία. Το 1921 επιστρέφει στο νεοσύστατο πολωνικό κράτος, μετά τον Ρωσοπολωνικό Πόλεμο του 1920. Η Βοϊβοδία της Βολυνίας θα κρατήσει μέχρι το 1939 και τη γερμανική εισβολή. Βάσει του γερμανοσοβιετικού συμφώνου, η περιοχή θα καταληφθεί από την ΕΣΣΔ και θα ενταχθεί στη ΣΣΔ Ουκρανίας. Θα ακολουθήσει η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα κι η ναζιστική κατοχή.

Ευρισκόμενη στα όρια των χώρων εξάπλωσης καθολικισμού κι ορθοδοξίας, η Βολυνία είχε μεικτή πληθυσμιακή σύνθεση. Οι Ουκρανοί (κάποτε Ρουθηνοί) αποτελούσαν την πλειονότητα, συμβίωναν όμως με Πολωνούς, Εβραίους και Γερμανούς.

Στα τέλη του 1942 το πλέον ακραίο τμήμα της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών [Організація Українських Націоналістів (ΟΟΥΝ)], εκείνο του Στεπάν Μπαντέρα, πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του Ουκρανικού Αντάρτικου Στρατού [Українська Повстанська Армія (ΟΥΠΑ)], καθιστώντας τον ουσιαστικά στρατιωτικό σκέλος της. Τα περισσότερα μέλη του ΟΥΠΑ, ο οποίος αριθμούσε αρχικά περί τους 20.000 άνδρες, προέρχονταν από την ουκρανική αστυνομία που είχαν οργανώσει οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Ήδη είχαν βοηθήσει τα μέγιστα τους Γερμανούς στην εξολόθρευση του εβραϊκού στοιχείου της Ουκρανίας.

Plaque_for_victims_of_Volhynia_massacres_at_Church_of_St._Bridget_in_Gdańsk

Μνημείο σε ναό του Γκντανσκ για τα θύματα της εθνοκάθαρσης στη Βολυνία/ πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης Starscream

Στις αρχές του 1943 και μετά τον σοβιετικό θρίαμβο στο Σταλινγκράντ, ΟΟΥΝ και ΟΥΠΑ αποφάσισαν να αναλάβουν δράση. Αφενός μεν οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές διότι οι Γερμανοί είχαν πια άλλες σκοτούρες κι η επιτήρησή τους είχε χαλαρώσει, αφετέρου δε οι Ουκρανοί εθνικιστές ήθελαν να προλάβουν τις σοβιετικές δυνάμεις δημιουργώντας τετελεσμένα. Έθεσαν σε εφαρμογή ένα από τα πιο τρομακτικά σχέδια εθνοκάθαρσης με στόχο τους κάποτε κυρίαρχους της περιοχής, τους Πολωνούς. Η εθνοκάθαρση αυτή, της οποίας ο παροξυσμός τοποθετείται χρονικά στο θέρος του 1943 (όταν Γερμανοί και Σοβιετικοί συγκρούονταν στο Κουρσκ), κατέληξε στη σφαγή 35 έως 80 χιλιάδων Πολωνών, μόνο στη Βολυνία (ο ακριβής αριθμός των θυμάτων είναι άγνωστος κι αποτελεί αντικείμενο έντονης διαμάχης μεταξύ των ιστορικών).

Η αγριότητα των σφαγών ήταν πρωτοφανής ακόμη και για τα δεδομένα της Ανατολικής Ευρώπης. Οι δυνάμεις του ΟΥΠΑ περικύκλωναν τα πολωνικά χωριά λίγο πριν την αυγή, σκότωναν όλους τους κατοίκους κι έπειτα πυρπολούσαν τα κτίρια.

Το ύφος των διαταγών της ΟΟΥΝ τρομάζει ακόμη και τους πιο κυνικούς: «Εξαφανίστε κάθε πολωνικό ίχνος. Γκρεμίστε τους τοίχους της καθολικής εκκλησίας και κάθε οικήματος που χρησιμοποιούσαν ως χώρο λατρείας οι Πολωνοί. Καταστρέψτε τους κήπους και κάψτε τα δέντρα στις αυλές. Να μην υπάρχει κανένα ίχνος που να μαρτυρά ότι εδώ κάποτε ζούσαν άνθρωποι. Να έχετε υπόψη ότι όσο εξακολουθεί να υπάρχει κάτι το πολωνικό, οι Πολωνοί θα έχουν πάντα αξιώσεις στη γη μας!»

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Οι Γερμανοί που ήλεγχαν τη Βολυνία δεν έκαναν τίποτε για να σταματήσουν τη σφαγή. Για την ακρίβεια, λέγεται ότι εξόπλιζαν και τις δύο πλευρές ελπίζοντας στην αλληλοεξόντωσή τους. Οι σφαγές σταμάτησαν μόνο όταν ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε τα εδάφη της δυτικής Ουκρανίας.

Σοά

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ι. Διωγμοί στην Ουκρανία: Το Μπερντίτσεφ της Ουκρανίας, πατρίδα του Βασίλι Γκρόσσμαν, είχε πληθυσμό κατά πλειονότητα εβραϊκό. Όσοι δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν από την προέλαση της Βέρμαχτ εξολοθρεύτηκαν, εκτός από ελάχιστους. Τα θύματα ήταν περισσότερα από 30.000 (ανάμεσά τους κι η μητέρα του συγγραφέα). Το πιο θλιβερό για τον Γκρόσσμαν ήταν η προθυμία του ουκρανικού πληθυσμού να συνεργαστεί με τους ναζί (εκτός των άλλων, οι Ουκρανοί αντιμετώπιζαν τους Εβραίους και ως αποδιοπομπαίους τράγους για τους λιμούς της δεκαετίας του 1930). Υπήρξαν ευτυχώς κι εξαιρέσεις…

«Με φώναζαν Μίτια Ασταπτσούκ, αλλά το όνομά μου είναι Χαΐμ Ρόιτμαν. Κατάγομαι από το Μπερντίτσεφ και τώρα πια είμαι δεκατριών ετών. Οι Γερμανοί σκότωσαν τον πατέρα και τη μητέρα μου. Είχα κι ένα μικρότερο αδελφό, τον Μπόρια. Ένας Γερμανός τον σκότωσε με το υποπολυβόλο του, τον σκότωσε μπροστά στα μάτια μου… Όλα έμοιαζαν τόσο αλλόκοτα, η γη έτρεμε.

Στεκόμουνα στην άκρη του χαντακιού και περίμενα… Να, τώρα θα πυροβολήσουν! Με πλησίασε ένας Γερμανός, ανοιγόκλεινε τα μάτια του. Στο έδαφος υπήρχε ένα θραύσμα γυαλιού που λαμπύριζε. Ο Γερμανός πλησίασε κι έσκυψε να το μαζέψει και τότε άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Εκείνος άρχισε να με κυνηγά και να πυροβολεί, το κασκέτο μου έχει μια τρύπα από σφαίρα του. Έτρεχα, έτρεχα και στο τέλος σωριάστηκα στο έδαφος. Δεν θυμάμαι τι συνέβη μετά. Με περιμάζεψε ένας ηλικιωμένος, ο Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς Ασταπτσούκ. Μου είπε: “Τώρα πια είσαι ο Μίτια, ο γιος μου”. Είχε εφτά παιδιά δικά του κι εγώ έγινα το όγδοο.

Στο σπίτι ήρθαν Γερμανοί, ήταν μεθυσμένοι, άρχισαν να φωνάζουν, είχαν προσέξει ότι ήμουν πιο μαυριδερός. Ρωτούν τον Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς. “ποιανού παιδί είναι τούτος εδώ;”, “Δικό μου είναι!” τους απαντά. Αρχίζουν να τον βρίζουν, να τον λένε ψεύτη. Εκείνος, όμως, τους απαντά με ηρεμία: “Είναι γιος μου από την πρώτη μου γυναίκα που ήταν τσιγγάνα”.

Όταν ελευθερώθηκε το Μπερντίτσεφ πήγα στην πόλη. Ξαναβρήκα τον μεγάλο αδελφό μου, τον Γιάσα. Επέζησε κι εκείνος. Ο Γιάσα είναι μεγάλος, είναι δεκαέξι χρονών, πολεμά. Όταν έφευγαν οι Γερμανοί βρήκε το κάθαρμα που είχε σκοτώσει τη μάνα μας και τον τουφέκισε». [«Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο (κείμενα επιλεγμένα και σχολιασμένα από τον Άντονι Μπήβορ και τη Λιούμπα Βιναγκράνταβα)», Τέταρτο μέρος “Από τον Δνείπερο στον Βιστούλα, 1944”, κεφάλαιο 21 “Οι σφαγές στο Μπερντίτσεφ”]

ΙΙ. Τα στρατόπεδα του θανάτου: Καθώς ο Κόκκινος Στρατός προέλαυνε πια σε πολωνικό έδαφος, ακόμη πιο συγκλονιστική ήταν η ανακάλυψη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, θανάτου και εξόντωσης, η ανακάλυψη του πιο φριχτού εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκε στην Ιστορία. Πρώτα το Μαιντάνεκ, κοντά στο Λούμπλιν, η Τρεμπλίνκα, το Άουσβιτς.

Τρεμπλίνκα

Τρεμπλίνκα

«Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί τι είναι πιο τρομερό: να οδηγηθείς στον θάνατο μέσα σε φριχτά μαρτύρια, γνωρίζοντας ότι αυτός βρίσκεται εκεί δίπλα σου, ή αγνοώντας εντελώς το τέλος που πλησιάζει, κοιτάζοντας από το παράθυρο ενός βαγονιού της πρώτης θέσης, την ίδια ώρα που από τον σταθμό της Τρεμπλίνκα τηλεφωνούν ήδη στο στρατόπεδο για να αναγγείλουν την άφιξη του τραίνου και να ενημερώσουν για τον αριθμό των επιβατών του;

Με σκοπό προφανώς να ξεγελάσουν για μια τελευταία φορά εκείνους που έφθαναν από την Ευρώπη, είχαν διαμορφώσει το τέλος της σιδηροδρομικής γραμμής στο στρατόπεδο του θανάτου σαν σταθμό επιβατών. Στην άκρη της αποβάθρας… υπήρχε ένας σιδηροδρομικός σταθμός με εκδοτήρια εισιτηρίων, χώρο φύλαξης αποσκευών, κυλικείο. Παντού επιγραφές: “Προς Μπιαουύστοκ”, “Μπαρανοβίτσε”, “Βολκόβυσκ”. Κατά την άφιξη της αμαξοστοιχίας, μια ορχήστρα έπαιζε στον σταθμό κι οι μουσικοί της ήταν άψογα ντυμένοι. Ένας ελεγκτής με στολή της εταιρίας σιδηροδρόμων ζητούσε από τους επιβάτες τα εισιτήριά τους και τους οδηγούσε σε μια πλατεία…

Υπήρχε κάτι το δυσοίωνο και το τρομαχτικό στην πλατεία εκείνη. Ένα προσεχτικό βλέμμα αντιλαμβανόταν αμέσως ανησυχητικές λεπτομέρειες. Στο δάπεδο που είχε σκουπιστεί βιαστικά, μάλλον λίγα λεπτά μόνον πριν φτάσει η καινούρια φουρνιά, έβλεπες παρατημένα σκόρπια αντικείμενα: ένα δέμα με ρούχα, μια μισάνοιχτη μικρή αποσκευή, κάποια κατσαρολικά. Πώς είχαν βρεθεί εκεί; Και για ποιο λόγο η σιδηροδρομική γραμμή σταματά αμέσως μετά την αποβάθρα του σταθμού, εκεί που φυτρώνει ένα κιτρινωπό χορτάρι κι υψώνονται συρματοπλέγματα ύψους τριών μέτρων; Πού είναι λοιπόν οι γραμμές για το Μπιαουύστοκ, για το Σέντλτσε, τη Βαρσοβία και το Βολκόβυσκ;» [Βασίλι Γκρόσσμαν «Η Κόλαση της Τρεμπλίνκα», 1944]

Β. Γκρόσσμαν

Β. Γκρόσσμαν

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 3 (1942: Η Χρονιά της Κρίσης – Η Χρονιά του Σταλινγκράντ)

Ιουλίου 24, 2015
Γερμανοί εφορμούν μέσα στα ερείπια του Σταλινγκράντ

Γερμανοί εφορμούν μέσα στα ερείπια του Σταλινγκράντ

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

1942: Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ – Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ

Α.   ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗ FALL BLAU

α.   Τα σχέδια της Στάφκα αποτυγχάνουν

Ο Στάλιν είχε φιλόδοξα σχέδια για την εαρινή σοβιετική αντεπίθεση. Όλα κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία.

Με ορμητήριο το προγεφύρωμα του Κερτς, ο Κόκκινος Στρατός επιχείρησε να ανακαταλάβει την Κριμαία τον Μάιο του 1942. Πλημμελώς σχεδιασμένη, με σοβαρές ελλείψεις σε εμπειροπόλεμους άνδρες κι οπλισμό, η επιχείρηση κατέληξε σχετικά γρήγορα σε συντριβή των Σοβιετικών. Ο φον Μάνστάιν τους πέταξε κυριολεκτικά στη θάλασσα.

Η αποτυχία αυτή καταδίκαζε ουσιαστικά και την πολιορκούμενη από τον Οκτώβριο Σεβαστούπολη. Aπό τις 2 Ιουνίου η γερμανική αεροπορία άρχισε να βομβαρδίζει μαζικά το μεγάλο λιμάνι της Κριμαίας. Οι πολιορκητές είχαν φέρει κι ένα γιγάντιο κανόνι πολιορκίας στο οποίο είχαν δώσει το προσωνύμιο «Ντόρα», το μεγαλύτερο της πολεμικής Ιστορίας, για να πλήξουν τις οχυρώσεις της Σεβαστούπολης. Στις 7 Ιουνίου, οι δυνάμεις του φον Μάνστάιν και οι Ρουμάνοι σύμμαχοί τους ξεκινούσαν την τελική επίθεσή τους. Ακολούθησαν τρεις εβδομάδες σκληρών μαχών, στο τέλος μέσα στους δρόμους της πόλης. Στις 3 Ιουλίου οι Γερμανοί καταλάμβαναν μια Σεβαστούπολη στην οποία δεν υπήρχαν παρά μόνον ερείπια και πτώματα των υπερασπιστών της.

Αλικσάντρ Ντεϊνέκα «Η Άμυνα της Σεβαστούπολής», 1942

Αλικσάντρ Ντεϊνέκα «Η Άμυνα της Σεβαστούπολής», 1942

Τον Μάιο, επίσης, ξεκινούσε μια τεράστια επίθεση με στόχο την ανάκτηση του Χαρκόβου υπό τον στρατάρχη Τιμοσένκο, με ορμητήριο τον, σχετικά μικρό σε έκταση, θύλακο του Μπαρβένκοβο (που κάποιοι ονόμαζαν και θύλακο του Ιζιούμ). Οι Σοβιετικοί δεν μπορούσαν ίσως να το γνωρίζουν, αλλά οι Γερμανοί ήταν πανέτοιμοι μια και ετοίμαζαν για το καλοκαίρι μαζική επίθεση που αφορούσε και τον συγκεκριμένο τομέα. Όταν αυτό έγινε φανερό, οι πιο φρόνιμοι συμβούλεψαν την υποχώρηση, αλλά ο Στάλιν ήταν ανένδοτος. Το αποτέλεσμα ήταν οι σοβιετικές δυνάμεις να περικυκλωθούν και να αιχμαλωτιστούν τρεις ολόκληρες στρατιές.

Σοβιετικοί αιχμάλωτοι μετά την αποτυχημένη προσπάθεια ανάκτησης του Χαρκόβου.

Σοβιετικοί αιχμάλωτοι μετά την αποτυχημένη προσπάθεια ανάκτησης του Χαρκόβου.

β.   Fall Blau

Στις 19 Ιουνίου 1942 ένα γερμανικό αναγνωριστικό αεροσκάφος καταρρίπτεται ενώ πετά πάνω από τις σοβιετικές γραμμές. Επιβάτης του είναι ο ταγματάρχης Ράιχελ, επιτελάρχης της 23ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων. Οι Σοβιετικοί βρίσκουν πάνω του χάρτες και σημειώσεις όπου, κατά παράβαση όλων των διαταγών περί άκρας μυστικότητας, σκιαγραφούνται τα βασικά σημεία του σχεδίου της μεγάλης γερμανικής επίθεσης με στόχο το νότο. Τα έγγραφα μεταφράζονται και διαβιβάζονται άμεσα στη Στάφκα. Ο Στάλιν, όμως, αρνείται αυτό το θείο δώρο. Είναι πεπεισμένος ότι η κύρια γερμανική επίθεση θα στοχεύει στη Μόσχα. Τα έγγραφα πρέπει να είναι απλώς προσπάθεια των Γερμανών να παραπλανήσουν τους αντιπάλους τους, Κι άλλωστε, μέσα στους στόχους αναφέρεται και το Βορονέζ. Το Βορονέζ έχει στρατηγική σημασία για την κατάληψη της Μόσχας!

Με την υπ’ αριθ. 41 οδηγία του, ο Χίτλερ καθόριζε τους κύριους στόχους της θερινής εκστρατείας του 1942: το βάρος της προσπάθειας θα έπεφτε στο νότιο μέτωπο. Τα στρατεύματα θα προέλαυναν προς τον Ντον με στόχο να περικυκλώσουν τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό σοβιετικών δυνάμεων και εν συνεχεία θα κινούνταν αφενός μεν προς τον Βόλγα, αφετέρου δε προς τον Καύκασο και τις πετρελαιοπηγές του Μαϊκόπ, του Γκρόζνι και του Μπακού, πραγματική εμμονή του Φύρερ.

Fall Blau 1942/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Gdr.

Fall Blau 1942/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Gdr.

Η επιχείρηση «Γαλάζιο» ξεκίνησε τον Ιούλιο. Εξαιρουμένου του βόρειου τομέα της επίθεσης, όπου οι Γερμανοί σκόνταψαν στο Βορονέζ (η καθυστέρηση ως προς την κατάληψη της πόλης στοίχισε στον στρατάρχη φον Μποκ την αρχηγία της Ομάδας Στρατιών Νότου), σε όλα τα άλα σημεία η Βέρμαχτ προχωρούσε ακάθεκτη. Στις 19 Ιουλίου έπαιρνε το Βοροσίλοφγκραντ/ Λουχάνσκ στα σύνορα Ουκρανίας-Ρωσίας και στις 28 ανακαταλάμβανε το Ροστόφ αιφνιδιάζοντας τους Σοβιετικούς, μια και οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην πόλη από τα βορειοανατολικά! Η απώλεια του Ροστόφ ήταν πραγματικό σοκ για τους Ρώσους. Οι Γερμανοί βάδιζαν ανενόχλητοι προς το Κουμπάν, τον Καύκασο και τον Βόλγα. Οι σοβιετικές δυνάμεις υποχωρούσαν παντού. Το μόνο αισιόδοξο στοιχείο για τη Στάφκα ήταν ότι τουλάχιστον οι δυνάμεις της απέφευγαν τις γερμανικές προσπάθειες περικύκλωσης και δεν αιχμαλωτίζονταν, όπως την πρώτη χρονιά του πολέμου.

Ιούνιος 1942, o Χίτλερ στην Πολτάβα, στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου με τους φον Μποκ και Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24543.

Ιούνιος 1942, o Χίτλερ στην Πολτάβα, στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου με τους φον Μποκ και Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24543.

γ.   Η σοβιετική αντίδραση: αναδιοργάνωση του στρατεύματος και εκστρατείες προπαγάνδας

1.   Ούτε βήμα πίσω! Χρειαζόταν, όμως, μια αντίδραση. Κι αυτή δεν άργησε να έρθει. Το στράτευμα έπρεπε να αναδιοργανωθεί με βάση τη σιδηρά πειθαρχία. Στις 28 Ιουλίου, ο Στάλιν υπογράφει την υπ’ αριθ. 227 διαταγή, γνωστότερη με το όνομα «Ούτε βήμα πίσω! (Ни шагу назад!)». Υποχώρηση χωρίς διαταγή ανωτέρου επισύρει στρατοδικείο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Συγκροτούνται ειδικές ομάδες (заградотряд, заградительный отряд) που παρατάσσονται πίσω από την πρώτη γραμμή προκειμένου να μην επιτρέπουν σε κανένα να υποχωρεί. Δημιουργούνται ειδικά πειθαρχικά τάγματα (штрафбат, штрафной батальон), στα οποία μετατάσσονται όσοι κρίθηκαν ένοχοι δειλίας: σε αυτά ανατίθενται αποστολές αυτοκτονίας, έτσι ώστε τα μέλη να εξιλεωθούν για τις αμαρτίες τους προσφέροντας το αίμα τους! Οι άνδρες των ειδικών μονάδων του Εν Κα Βε Ντε οφείλουν να εντείνουν τις προσπάθειές τους για τη διερεύνηση «ασυνήθιστων περιστατικών» (αυτοτραυματισμών/ λιποταξιών/ συνεργασίας με τον εχθρό).

Ούτε βήμα πίσω!

Ούτε βήμα πίσω!

2.   Μια νέα ιδεολογική και επικοινωνιακή διαχείριση: Παράλληλα αρχίζει να προβάλλεται ως πρότυπο αυτό του επαγγελματία αξιωματικού που είναι εξοικειωμένος με τις σύγχρονες τεχνικές πολέμου κι αποδεικνύει τις ικανότητές του στο πεδίο της μάχης. Ο καιρός του βετεράνου της Επανάστασης και του Εμφυλίου Πολέμου ή του πιστού στο Κόμμα, έχει πια περάσει. Δημιουργούνται τάγματα των οποίων τα παράσημα απονέμονταν στους αξιωματικούς. Όλως τυχαίως φέρουν τα ονόματα των ένδοξων στρατηγών της τσαρικής περιόδου, του Σουβόροφ και του Κουτούζοφ. Επανέρχονται οι επωμίδες και τα χρυσά γαλόνια. Οι άξιοι έπρεπε να ξεχωρίζουν. Πολιτρούκ και κομμισσάριοι περνούν σε δεύτερο πλάνο. Δεν θα αργούσε η ώρα της κατάργησης του θεσμού της διπλής διοίκησης.

Σε επίπεδο προπαγάνδας η προσπάθεια ήταν αντίστοιχης έντασης. Άρθρα, ποιήματα, θεατρικά έργα, όλα έπρεπε να τεθούν στην υπηρεσία της: να εμφυσήσουν «ιερό» μίσος για τον εισβολέα και να προωθήσουν τις νέες αξίες που θα διέκριναν τον Κόκκινο Στρατό και τα στελέχη του.

«Όλα μπορεί να τα αντέξει κάποιος: την πανούκλα, την πείνα, τον θάνατο. Δεν μπορεί, όμως, να αντέξει τους Γερμανούς. Δεν μπορεί να αντέξει να βλέπει μισθοφόρους με μάτια σαν του ψαριού να φτύνουν την περιφρόνησή τους κατάμουτρα σε κάθε Ρώσο… Δεν πρέπει να στηρίζουμε τις ελπίδες μας στους ποταμούς και στα βουνά. Μπορούμε να λογαριάζουμε μόνο στις δικές μας δυνάμεις. Τους Γερμανούς δεν θα τους σταματήσουν οι Θερμοπύλες ούτε η θάλασσα της Κρήτης. Οι άνθρωποι μπόρεσαν να τους σταματήσουν, κι όχι στα βουνά, αλλά στα περίχωρα της Μόσχας. Θα τους σκοτώσουμε όλους. Μα πρέπει να βιαστούμε, ειδάλλως αυτοί θα μολύνουν τη Ρωσία ολόκληρη και θα βασανίσουν μέχρι θανάτου εκατομμύρια Ρώσους!» [Ιλιά Ερενμπούργκ, άρθρο στον Ερυθρό Αστέρα, 13 Αυγούστου 1942]

Χαρακτηριστικό της νέας νοοτροπίας ήταν το θεατρικό έργο του Αλεξάντρ Γιεφντοκίμοβιτς Κορνεϊτσούκ «Το Μέτωπο». Ο συγγραφέας εκμυστηρεύθηκε κάποτε ότι την κεντρική ιδέα του έργου την είχε δώσει ο ίδιος ο Στάλιν. Οι βασικοί πρωταγωνιστές είναι ο στρατηγός Γκορλόφ, διοικητής Μετώπου, παλιοσειρά που επαναπαύεται στις δάφνες του παρελθόντος, και ο νεότερος υποστράτηγος Αγκνιόφ που ενσαρκώνει τις αρετές του σύγχρονου αξιωματικού.

«Γκορλόφ: – Πόσα γερμανικά τεθωρακισμένα υπάρχουν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Καλακόλ;
Ουντιβίτελνι (επικεφαλής του επιτελικού γραφείου πληροφοριών): – 50, σύντροφε διοικητά!
Γκ. – Όχι περισσότερα;
Ουντ. – Μπορεί και να έφεραν κι άλλα τις τελευταίες μέρες, αλλά δεν το νομίζω.
Γκ. – Μα, ο Αγκνιόφ λέει πως έχουνε 300.
Ουντ. – Πώς είναι δυνατόν; Δεν νομίζω να έχουν περισσότερα από 500 σε ολόκληρο το Μέτωπο.
Γκ. – Βλέπετε;
Αγκνιόφ: – Τότε γιατί κουβάλησαν τόσα καύσιμα εκεί;
Ουντ. – Δεν ξέρω γιατί. Υποθέτω ότι ετοιμάζουν νέα επίθεση. Οπότε συγκεντρώνουν αποθέματα.
Αγκν. – Ποιος είναι διοικητής των Γερμανών;
Ουντ. – Δεν ξέρω ακριβώς. Πριν είχαν για διοικητή… δεν θυμάμαι ποιον… Δύσκολο όνομα, αντιστράτηγος φον κάτι. Τον αντικατέστησαν. Δεν γνωρίζω ποιος είναι ο τωρινός φον.
Αγκν. – Ποια είναι η δύναμη πυρός τους;
Ουντ. – Έ, λοιπόν… οι τέσσερις συνήθεις μεραρχίες, ενισχυμένες κατά το 70 %… έ, δεν μπορώ να σας πω ακριβώς.
Αγκν. – Έχουν και μονάδες χιονοδρόμων;
Ουντ. – Δεν το νομίζω. Μπορεί κάποιες ομάδες. Μα, είναι γνωστό ότι οι Γερμανοί δεν είχαν προετοιμαστεί για τον χειμώνα.
Αγκν. – Θεέ μου! Τι να κάνω εγώ με αυτά που εσείς νομίζετε; Αυτό που θέλω να γνωρίζω είναι τι έχουν οι Γερμανοί στην πραγματικότητα. Απαντήστε μου! Το γνωρίζετε ή όχι;
(διοικητής ιππικού): – Βολόντια, σας ικετεύω!
Γκ. – Γιατί φωνάζετε έτσι; Δεν είμαστε στη λαχαναγορά!
Αγκν. – Τότε ρωτήστε τον γιατί λέει ψέμματα σαν να είναι έμπορος χαλιών σε πανηγύρι. Τι εννοεί με τα μπορεί, τα νομίζω, δεν νομίζω, τα πιθανόν; Πώς μπορείτε να δίνετε διαταγές αν το γραφείο πληροφοριών σάς παρέχει τέτοια στοιχεία; Τι αριθμούς έχετε στη διάθεσή σας; Με τη χιονοθύελλα που μαίνεται εδώ και πέντε μέρες, τι πληροφορίες μπορούσαν να σας δώσουν τα αναγνωριστικά αεροσκάφη; Τι άλλο γνωρίζετε; Τίποτε! Και μέσα σε πέντε μέρες, οι Γερμανοί μπορεί να έχουν ετοιμάσει οτιδήποτε!» [αποσπάσματα από το βιβλίο τουWerth, όπ. π., τ. 1]

12 Ιουλίου 1942: ο υπολοχαγός και πολιτρούκ Α. Γκ. Γεριόμενκο οδηγεί τους άνδρες του στη μάχη, κοντά στο Βοροσίλοφγκραντ/ πηγή: RIA Novosti.

12 Ιουλίου 1942: ο υπολοχαγός και πολιτρούκ Α. Γκ. Γεριόμενκο οδηγεί τους άνδρες του στη μάχη, κοντά στο Βοροσίλοφγκραντ/ πηγή: RIA Novosti.

Β.   ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΚΑΙ Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ

Βάσει του αρχικού σχεδιασμού της γερμανικής θερινής επίθεσης, το Σταλινγκράντ δεν ήταν απαραίτητο να καταληφθεί. Αρκούσε να πληγεί με βομβαρδισμούς ώστε να πάψει να είναι κέντρο μεταφορών και ανεφοδιασμού των σοβιετικών δυνάμεων. Τα πράγματα άλλαξαν στην πορεία. Το Σταλινγκράντ, κάποτε Τσαρίτσιν, χρωστούσε τη φήμη και το όνομά του στο ότι κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο ο Στάλιν είχε πετύχει μια νίκη, που έλεγαν πως ήταν σημαντική, κατά των τσαρικών. Επρόκειτο για μια μεγαλούπολη με περισσότερους από 500 χιλ. κατοίκους, η οποία απλωνόταν για πάνω από 45 χλμ. κατά μήκος του Βόλγα. Μετά τα βόρεια προάστιά του, υπήρχαν οι κηπουπόλεις όπου εναλλάσσονταν οι μεγαλύτερες βιομηχανίες της πόλης και μεγάλες εκτάσεις πρασίνου κι εργατικών κατοικιών. Ο Τύμβος Μαμάγιεφ, όπου είχε ταφεί κάποιος Τάταρος πολέμαρχος του 14ου αι. ήταν το σύνορο μεταξύ της βιομηχανικής ζώνης και του ιστορικού κέντρου της πόλης, με τις διοικητικές υπηρεσίες, τα εμπορικά καταστήματα, τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και τις συνοικίες κατοικιών στα νότια.

Σταλινγκράντ

Σταλινγκράντ

α.   Η Μάχη του Σταλινγκράντ – η 6η Στρατιά πολιορκεί την πόλη: Στις αρχές Αυγούστου του 1942, η 6η Στρατιά του Πάουλους επικουρούμενη από τα τεθωρακισμένα του Χοτ βαδίζει προς το Σταλινγκράντ περνώντας από το Κοτελνίκοβο και το Αμπγκανέροβο. Μετά τα μέσα Αυγούστου οι μάχες μαίνονται μεταξύ του Ντον και του Βόλγα, στον οποίο φθάνουν οι Γερμανοί στις 23 Αυγούστου, βορείως του Σταλινγκράντ. Την ίδια ημέρα, τα βομβαρδιστικά του πτέραρχου φον Ριχτχόφεν προβαίνουν σε έναν από τους φοβερότερους βομβαρδισμούς της Ιστορίας: πάνω από 40 χιλ. κάτοικοι του Σταλινγκράντ χάνουν τη ζωή της, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της πόλης έχει μεταβληθεί σε ερείπια. Οι σοβιετικές δυνάμεις υποχωρούν και οχυρώνονται εντός της πόλης. Τις πρώτες ημέρες του Σεπτέμβρη, οι Γερμανοί αποκτούν τον έλεγχο των βορείων προαστίων του Σταλινγκράντ (Ρίνοκ και Σπαρτακόφκα), ταυτόχρονα όμως φτάνουν στον Βόλγα και από τα νότια, απομονώνοντας ουσιαστικά τη σοβιετική 62η Στρατιά.

Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν στη στέπα του Ντον προς το Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A

Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν στη στέπα του Ντον προς το Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A

Τσουικόφ: Στις 12 Σεπτεμβρίου, ορίζεται διοικητής της 62ης Στρατιάς ο στρατηγός Βασίλι Ιβάνοβιτς Τσουικόφ. Μέχρι τις αρχές του 1942, υπηρετούσε ως στρατιωτικός σύμβουλος του Τσανγκ Κάι Σεκ, στην Κίνα. Αν η Μάχη του Σταλινγκράντ μπορούσε να νοηθεί ως μονομαχία μεταξύ των δύο επικεφαλής θα ήταν δύσκολο να βρει κανείς πιο διαφορετικές προσωπικότητες. Ο Τσουικόφ έχει πρόσωπο Ρώσου χωρικού, κοντόχοντρη κοψιά, γελά φωναχτά δείχνοντας τα χρυσά του δόντια. Ο Πάουλους, παρά την μικροαστική καταγωγή του (ο πατέρας του ήταν λογιστής που σταδιοδρόμησε στο Δημόσιο για να γίνει προϊστάμενος του γενικού λογιστηρίου της Έσσης), είναι ψηλός, αριστοκρατικός στην όψη και τους τρόπους (δεν αγγίζει τίποτε δίχως να φορά γάντια). Έχει τη φήμη επιτελικού αξιωματικού (ο σχεδιασμός της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα ήταν κυρίως δικό του έργο). Στην πορεία, και στους δύο ηγέτες θα εμφανιστούν τα σημάδια του άγχους και της αγωνίας: χρόνια δυσεντερία και έντονο τικ στο δεξί μάτι για τον Πάουλους, εκζέματα για τον Τσουικόφ.

Ο Τσουικόφ στο στρατηγείο της 62ης Στρατιάς με τους Κριλόφ, Γκούροφ και Ροντίμτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Ο Τσουικόφ στο στρατηγείο της 62ης Στρατιάς με τους Κριλόφ, Γκούροφ και Ροντίμτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Φρήντριχ Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24575ADN-ZB/Archiv General der Panzertruppen Friedrich Paulus, Oberbefehlshaber der faschistischen deutschen 6. Armee, die Ende Januar 1943 bei Stalingrad vernichtet wurde. Aufgenommen im Juni 1942 in Charkow

Φρήντριχ Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24575ADN-ZB/ Ιούνιος 1942

Οικία Πάβλοφ

Οικία Πάβλοφ

Πόλεμος αρουραίων: Η ιδέα του Τσουικόφ είναι να μειώσει στο ελάχιστο τις αποστάσεις ανάμεσα στις δυνάμεις του και τον εχθρό. Με τον τρόπο αυτό, η γερμανική αεροπορία δεν μπορεί να βομβαρδίζει εχθρικές θέσεις χωρίς να πλήξει τις δικές της. Επιπλέον, οι Γερμανοί αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τα τεθωρακισμένα τους, τα οποία δεν μπορούν να κινηθούν μέσα στα χαλάσματα της πόλης. Οι μάχες στο Σταλινγκράντ έχουν τον χαρακτήρα οδομαχιών: οι εμπόλεμοι παλεύουν από σπίτι σε σπίτι κι από όροφο σε όροφο. Συχνά, στο ίδιο κτίριο υπάρχουν άνδρες και των δύο εμπολέμων. Οι άντρες πολεμούν πρώτα με χειροβομβίδες και φλογοβόλα κι έπειτα σώμα με σώμα, με ξιφολόγχες και μαχαίρια! Για τον έλεγχο ενός κτηρίου οι δύο πλευρές μπορεί να μάχονταν και για εβδομάδες: Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της θρυλικής «Οικίας Πάβλοφ», τετραώροφου οικήματος που ανέκτησαν οι Ρώσοι το βράδυ της 27ης Σεπτεμβρίου: ο αρχιλοχίας Γιάκοφ Πάβλοφ και οι άνδρες του αντιστάθηκαν στις γερμανικές επιθέσεις μέχρι τέλους της Μάχης. Οι Γερμανοί μιλούσαν για «πόλεμο αρουραίων» (Rattenkrieg), ενώ οι Ρώσοι δεν τους άφηναν να πάρουν ανάσες πυκνώνοντας τις νυχτερινές επιθέσεις και βομβαρδισμούς. Επιπλέον, χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο ελεύθερους σκοπευτές όπως τον Βασίλι Ζάιτσεφ και τον Ανατόλι Τσέχοφ, για να πλήξουν και να τρομοκρατήσουν τον εχθρό.

Β. Ζάιτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Β. Ζάιτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Κάποιοι Γερμανοί, βεβαίως, δεν χάνουν το χιούμορ τους, ειδικά όταν μπλέκονται οι «γραμμές» των ασυρμάτων:

«Έι, Ρωσάκι, τι λές; Να ανταλλάξουμε έναν Ουζμπέκο μ’ έναν Ρουμάνο;»

«Ρωσάκι, πρέπει να βγω έξω, να φέρω νερό για τη διμοιρία μου. Άμα θες οπωσδήποτε να με πυροβολήσεις μη μου ρίξεις στο κεφάλι, ρίξε μου στα πόδια. Έχω μικρά παιδιά και μια γρια μάνα πίσω στην πατρίδα!»

[Από διήγηση του συνταγματάρχη Μπατιούκ στον Βασίλι Γκρόσσμαν: «Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο (κείμενα επιλεγμένα και σχολιασμένα από τον Άντονι Μπήβορ και τη Λιούμπα Βιναγκράνταβα)», Δεύτερο μέρος “Η Χρονιά του Σταλινγκράντ, 1942”, κεφάλαιο 15, “Η Ακαδημία του Σταλινγκράντ”]

Η 62η Στρατιά δέχεται ενισχύσεις, πυρομαχικά κι εφόδια μέσω του Βόλγα. Ταυτόχρονα, υποστηρίζεται από το βαρύ πυροβολικό που είναι εγκατεστημένο, κατόπιν διαταγής του Τσουικόφ, σε σχετική ασφάλεια, στην ανατολική όχθη του Βόλγα, ενώ οι παρατηρητές του παραμένουν εντός της πόλης, ενημερώνοντας όταν αντιλαμβάνονται συγκεντρώσεις γερμανικών στρατευμάτων.

Σταλινγκράντ, Γερμανός στρατιώτης

Σταλινγκράντ, Γερμανός στρατιώτης

«Το Σταλινγκράντ δεν είναι πια πόλη: τη μέρα είναι ένα πελώριο σύννεφο καπνού που σε τυφλώνει, ένας τεράστιος φούρνος που τον φωτίζει η αντανάκλαση από τις φλόγες. Όταν πέφτει η νύχτα, μια νύχτα που καίει και ουρλιάζει, μια νύχτα φριχτή, τα σκυλιά πέφτουν στον Βόλγα και κολυμπούν προς την απέναντι όχθη. Οι νύχτες του Σταλινγκράντ τα στοιχειώνουν. Τα ζώα πασχίζουν να ξεφύγουν από αυτήν την κόλαση. Μόνον οι άνθρωποι μπορούν να την αντέξουν!» [ανώνυμος αξιωματικός της γερμανικής 24ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων]

Η πρώτη μεγάλη γερμανική επίθεση εξαπολύται στις 13 Σεπτέμβρη με στόχο τον Τύμβο Μαμάγιεφ πολύ κοντά στο στρατηγείο του Τσουικόφ. Οι δυνάμεις του ενισχύονται από τη φημισμένη Μεραρχία του Ροντίμτσεφ που περνά τον Βόλγα (στα τέλη του ιδίου μήνα, θα αολουθήσει η ενίσχυση από τη Μεραρχία του συνταγματάρχη Μπατιούκ, αποτελούμενη κυρίως από άνδρες από τη Σιβηρία). Μέσα σε πέντε μέρες (15-19 Σεπτεμβρίου) ο κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός αλλάζει χέρια 15 φορές, με τελευταίους κατόχους τους Γερμανούς.

Μαχόμενος για τον έλεγχο του εργοστασίου "Οδοφράγματα"/ πηγή: Bundesarchiv Bild 116-168-618

Μαχόμενος για τον έλεγχο του εργοστασίου «Οδοφράγματα»/ πηγή: Bundesarchiv Bild 116-168-618

Την 1η Οκτωβρίου φτάνει στο Σταλινγκράντ η 39η Μεραρχία της Φρουράς, υπό τον υποστράτηγο Γκουρτίεφ, με αποστολή την υπεράσπιση του εργοστασίου «Κόκκινος Οχτώβρης». Στις 14 Οκτωβρίου οι Γερμανοί καταλάμβαναν το εργοστάσιο τρακτέρ «Φ. Τζερζίνσκι». Οι Ρώσοι έχουν μείνει πλέον μόνο με τρία μικρά προγεφυρώματα: εργοστάσιο «Κόκκινος Οχτώβρης», εργοστάσιο «Οδοφράγματα», Τύμβος Μαμάγιεφ. Παρ’ όλα αυτά, οι Γερμανοί αδυνατούν να τους πετάξουν στον Βόλγα. Η τελευταία τους μεγάλη επίθεση για την οριστική κατάληψη της πόλης ήταν στις 11 Νοεμβρίου. Δεν προχώρησε αρκετά. Πλησίαζε όμως η ώρα που ο Βόλγας θα έπαυε να είναι πλωτός: η 62η Στρατιά δεν θα μπορούσε να ενισχυθεί με άνδρες, πυρομαχικά κι εφόδια μέχρι ο μεγάλος ποταμός να παγώσει αρκετά ώστε να μπορούν να κινηθούν με ασφάλεια επάνω του άνδρες και οχήματα. Ίσως έλεγε κάποιος ότι ήταν καταδικασμένη. Μόνο που κάτι μεγάλο ετοιμαζόταν. Μόνο αόριστες νύξεις είχαν γίνει για αυτό στον Τσουικόφ. Σε λίγες ημέρες, οι κουρασμένοι άνδρες της 6ης Στρατιάς του Πάουλους επρόκειτο να μετατραπούν από πολιορκητές σε πολιορκημένους!

β.   Επιχείρηση Ουρανός

1.   Πώς σχεδιάστηκε η επιχείρηση Ουρανός:

Σύντομη επιστροφή στο παρελθόν: στις 27 Αυγούστου 1942, ο Στάλιν διορίζει τον στρατηγό Γκιόργκι Ζούκοφ αναπληρωτή του στη Στάφκα. Φτάνοντας στο θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων, ο Ζούκοφ αντιλαμβάνεται πολύ γρήγορα ότι η θέση των σοβιετικών δυνάμεων είναι εξαιρετικά δυσχερής. Στις 10 Σεπτεμβρίου τηλεγραφεί στον Στάλιν: «Με τις δυνάμεις που έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του το Μέτωπο του Σταλινγκράντ θα είναι εντελώς αδύνατο να διασπάσει τις γραμμές του εχθρού και να ενωθεί με τα στρατεύματα του Νοτιοανατολικού Μετώπου που βρίσκονται εντός της πόλης». Η απάντηση του Κρεμλίνου είναι άμεση: ο αναπληρωτής διοικητής καλείται για διαβουλεύσεις στη Μόσχα.

Γκ. Ζούκοφ

Γκ. Ζούκοφ

Στο Κρεμλίνο, στις 12 Σεπτεμβρίου, ο Ζούκοφ συναντά τον αρχηγό του γενικού επιτελείου, στρατηγό Βασιλιέφσκι, ο οποίος έχει έρθει με σκοπό να εκθέσει στον Στάλιν την κατάσταση στον Καύκασο. Μετά την εντελώς απαισιόδοξη αναφορά του Βασιλιέφσκι, έρχεται η σειρά του Ζούκοφ που ζητεί σημαντικές ενισχύσεις για να ανατρέψει τον συσχετισμό δυνάμεων στον Βόλγα: «Χρειαζόμαστε τουλάχιστον μια στρατιά με πλήρες έμψυχο δυναμικό κι εξοπλισμό, ένα σώμα συν τρεις ταξιαρχίες τεθωρακισμένων, τετρακόσια οβιδοβόλα, συν την υποστήριξη μίας τουλάχιστον πτέρυγας μάχης της αεροπορίας μας».

Ο Στάλιν ακούει χωρίς να πει τίποτε. Σκύβει πάνω από ένα χάρτη στον οποίο σημειώνεται η θέση των εφεδρικών στρατευμάτων, προσπαθώντας προφανώς να βρει μια απάντηση για τη μάλλον άλυτη εξίσωση των ενισχύσεων που μόλις ζητήθηκαν. Ο Βασιλιέφσκι κι ο Ζούκοφ σηκώθηκαν από το τραπέζι της αίθουσας συσκέψεων, στάθηκαν παράμερα και χαμηλόφωνα, μάλλον ψιθυριστά, λένε πως κατά πάσα πιθανότητα θα πρέπει να αναζητήσουν μιαν άλλη λύση.

Τότε εκείνος σήκωσε το κεφάλι από τον χάρτη και με τη βαριά φωνή του ρώτησε: «Και ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η άλλη λύση για την οποία συζητάτε εσείς οι δυο;» Οι στρατηγοί έμειναν άφωνοι. «Λοιπόν, πηγαίνετε στο Γενικό Επιτελείο και δείτε τι μπορούμε να κάνουμε για το Σταλινγκράντ… ά, ναι, και για το Μέτωπο του Καυκάσου. Θα τα πούμε πάλι εδώ αύριο, στις εννιά το βράδυ».

Α. Μ. Βασιλιέφσκι

Α. Μ. Βασιλιέφσκι

Το ίδιο βράδυ στρώθηκαν στη δουλειά τα καλύτερα μυαλά του επιτελείου. Το επόμενο, οι δύο στρατηγοί παρουσιάστηκαν στον Στάλιν. «Ποιες είναι οι προτάσεις σας; Ποιος θα τις εκθέσει;» – «Όποιος θέλετε εσείς, έτσι κι αλλιώς οι απόψεις μας είναι ταυτόσημες», απάντησε ο Βασιλιέφσκι. «Καλώς»! «Η 6η Στρατιά και η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων των Γερμανών έχουν κουραστεί μετά από τέσσερις μήνες αδιάκοπων μαχών. Δεν διαθέτουν σοβαρές εφεδρείες. Τα καύσιμα έχουν αρχίσει ήδη να τους λείπουν. Και τα νώτα τους, τα φυλάνε συμμαχικές δυνάμεις των Ναζί. Ιταλοί, Ούγγροι και Ρουμάνοι με χαμηλό ηθικό και ακατάλληλο εξοπλισμό. Πρώτα θα φθείρουμε τον εχθρό. Έπειτα θα ξεκινήσει η μεγάλη αντεπίθεση, ταυτόχρονα από τα βορειοδυτικά και τα νοτιοανατολικά. Οι στρατιές μας θα απομονώσουν τους Γερμανούς κι έπειτα θα τους συντρίψουν σαν τανάλια με τις δαγκάνες της».- «Κι έχουμε στη διάθεσή μας τις δυνάμεις για μια επιχείρηση τέτοιου μεγέθους;», ρώτησε πάλι ο «πατερούλης». «Θα τις έχουμε σε 45 ημέρες», απάντησε ο Ζούκοφ. Το σχέδιο «Ουρανός» είχε γεννηθεί.

Επιχείρηση Ουρανός

Επιχείρηση Ουρανός

2.   Η επιχείρηση αρχίζει

Στις 6 το πρωί της 19ης Νοεμβρίου, ώρα που συνήθως επικρατούσε απόλυτη ησυχία στην ερειπωμένη πόλη, οι υπερασπιστές του Σταλινγκράντ ξύπνησαν από ομοβροντίες κανονιών. Την ίδια ώρα, αρκετά χιλιόμετρα μακριά, σε διάφορα σημεία της στέπας του Ντον, οι ίδιοι ήχοι γεννούσαν αντίθετα συναισθήματα στους Γερμανούς και Ρουμάνους πολεμιστές που φύλαγαν τα μετώπισθεν της 6ης Στρατιάς. Όταν μετά από μισή περίπου ώρα σταμάτησαν οι κανονιοβολισμοί, πεζικό και άρματα μάχης ρίχνονταν στη μάχη. Τα στρατεύματα του Μετώπου του Ντον, υπό τον Ροκοσσόφκυ, και εκείνα του ΝΔ Μετώπου, υπό τον στρατηγό Βατούτιν, ξεκινούσαν την πορεία τους με στόχο το Καλάτς, 70 χλμ. δυτικά του Σταλινγκράντ. Την επομένη θα ξεκινούσαν κι οι δυνάμεις του Μετώπου του Σταλινγκράντ, υπό τον στρατηγό Γεριόμενκο. Μέσα σε λιγότερο από 5 μέρες, οι γερμανικές δυνάμεις που πολιορκούσαν την πόλη με το όνομα του Στάλιν είχαν περικυκλωθεί.

Πώς να εξηγηθεί αυτό το κατόρθωμα του Κόκκινου Στρατού; Οι σοβιετικές δυνάμεις αριθμούσαν περισσότερους από 1 εκ. άνδρες κι είχαν υπεροπλία σε άρματα μάχης, πυροβολικό και αεροπλάνα. Το σχέδιο επίθεσης είχε καταστρωθεί με μαεστρία σε κάθε λεπτομέρειά του από τον Ζούκοφ (κυρίως) και τον Βασιλιέφσκι. Πραγματικοί άσσοι της «μασκιρόφκα», της τέχνης απόκρυψης στρατηγικών σχεδίων κι εξαπάτησης του εχθρού, οι υπεύθυνοι του σοβιετικού επιτελείου είχαν κρατήσει μυστική τη συγκέντρωση στρατευμάτων με στόχο την απελευθέρωση του Σταλινγκράντ. Μόνον όσοι θα μετείχαν στην επιχείρηση «Ουρανός» γνώριζαν κάτι για αυτήν και πάλι μόνον όσα ήταν αναγκαία για την αποστολή τους. Οι Γερμανοί έπεφταν θύματα των ιδεοληψιών τους: πίστευαν ότι οι Ρώσοι ήταν ικανοί μόνο για σπασμωδικές αντεπιθέσεις κι όχι για επιχειρήσεις μεγάλης στρατηγικής εμβέλειας. Οι κυκλωτικές κινήσεις ήταν γερμανική αποκλειστικότητα, καθώς πίστευαν. Ο ίδιος ο Χίτλερ είχε πλέον ψύχωση να καταλάβει το Σταλινγκράντ ανεξαρτήτως κόστους. Τέλος, οι Γερμανοί είχαν εμπιστευθεί τα μετώπισθεν της στρατιάς του Πάουλους κυρίως στους Ρουμάνους συμμάχους τους. Μολονότι δεν είχαν τη φήμη σπουδαίων πολεμιστών, οι Ρουμάνοι είχαν πολεμήσει με ανδρεία στην Οδησσό και τη Σεβαστούπολη. Τους έλειπαν, όμως, τελείως τα αντιαρματικά όπλα κι όχι άδικα καταλαμβάνονταν από φόβο σχεδόν παθολογικό βλέποντας τα σοβιετικά Τ-34 και Κα Βε. Οι απλοί στρατιώτες είχαν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο την περιφρόνηση των Γερμανών συμμάχων τους, αλλά και την άθλια συμπεριφορά των αξιωματικών τους. Το ηθικό τους ήταν πολύ χαμηλό. Σε κάθε περίπτωση δεν ήταν κατάλληλο για την αποστολή που τους είχε ανατεθεί.

Ρουμάνοι κοντά στο Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101I-218-0501-27

Ρουμάνοι κοντά στο Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101I-218-0501-27

«Στο πεδίο της μάχης, δίπλα-δίπλα, ένας σκοτωμένος Ρουμάνος κι ένας δικός μας, κι αυτός νεκρός. Ο Ρουμάνος έχει πάνω του ένα χαρτί με παιδικά σχέδια: ένα κουνελάκι κι ένα καράβι. Ο δικός μας έχει ένα γράμμα.
“Καλημέρα ή μήπως καληνύχτα; Γεια σου πατερούλη… Επιστρέψτε πατερούλη, χωρίς εσάς γυρίζουμε το βράδυ στο σπίτι κι είναι σαν να βρισκόμαστε σε ξένο σπίτι κι όχι το δικό μας. Χωρίς εσάς στεναχωριέμαι πολύ. Ελάτε να σας ξαναδώ κι ας ήταν μόνο για μια ώρα. Γράφω και τα δάκρυά μου κυλάνε ποτάμι. Η κόρη σας, Νίνα…”» [«Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο…», Δεύτερο μέρος “Η Χρονιά του Σταλινγκράντ, 1942”, κεφάλαιο 17]

Μέχρι να καταλάβει το επιτελείο του Πάουλους τι κίνδυνος απειλούσε την 6η Στρατιά, το κακό είχε ήδη συντελεστεί. Κανείς δεν περίμενε από τους Σοβιετικούς επιχείρηση τέτοιας εμβέλειας. Κανείς δεν δοκίμασε να ανακόψει ουσιαστικά, π.χ. με μονάδες τεθωρακισμένων, την προέλαση του Ροκοσσόφσκι και του Βατούτιν. Όταν πια είχαν περικυκλωθεί, οι Γερμανοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να οχυρωθούν στον θύλακο που περιελάμβανε τη στέπα μεταξύ Ντον και Βόλγα και το ελεγχόμενο από αυτούς τμήμα της πόλης του Σταλινγκράντ. Το ηθικό των ανδρών, πάντως, διατηρήθηκε υψηλό. Αξιωματικοί και στρατιώτες ήταν βέβαιοι ότι ο Φύρερ δεν θα τους εγκατέλειπε. Ο αποκλεισμός τους θα ήταν προσωρινός. Και στα νότια υπήρχαν οι δυνάμεις του Μάνστάιν.

3.   «Ο Μάνστάιν έρχεται!»

Έριχ φιν Μάνστάιν/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-H01757

Έριχ φιν Μάνστάιν/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-H01757

Οι Γερμανοί είχαν μια μεγάλη ελπίδα σωτηρίας. Πίστευαν ότι θα έσπαγε τον κλοιό για να τους απελευθερώσει ο φον Μάνστάιν. Και πράγματι, στις 12 Δεκεμβρίου, τα στρατεύματα του Μάνστάιν και τα τεθωρακισμένα του Χοτ ξεκινούσαν: στις 15 διέβαιναν τον ποταμό Αξάι και στις 19 τον Μισκόβα, τελευταίο φυσικό εμπόδιο πριν από την πολιορκημένη πόλη. Η δύναμη σωτηρίας δεν απείχε παρά 38 χλμ. από τον σοβιετικό κλοιό. Δεν επρόκειτο να προχωρήσει παραπέρα. Οι Σοβιετικοί έστελναν προς ενίσχυση τις δυνάμεις του στρατηγού Μαλινόφσκι μέσα από την παγωμένη στέπα και κάπου εκεί, στις 24 Δεκέμβρη, η γερμανική προέλαση σταματούσε. Λένε πως ο κυβερνήτης ενός γερμανικού άρματος μάχης άνοιξε το κουβούκλιο του πυργίσκου του τεθωρακισμένου και χαιρέτισε σιωπηλός στρατιωτικά προς την κατεύθυνση του Σταλινγκράντ. Η μοίρα των ανδρών της 6ης Στρατιάς είχε οριστικά κριθεί.

Στην πραγματικότητα, η επιχείρηση του φον Μάνστάιν δεν ήταν καλοσχεδιασμένη κι οι στόχοι της ήταν ασαφείς. Η μόνη ελπίδα ήταν να άνοιγε μια δίοδο διαφυγής για τη στρατιά του Πάουλους. Ο Χίτλερ, όμως, δεν θα ενέκρινε ποτέ μια τέτοια υποχώρηση κι ο Πάουλους δεν ήταν άνθρωπος που θα έδειχνε ανυπακοή προς τους ανωτέρους και κατά μείζονα λόγο στον Φύρερ. Έπειτα, δεν ήταν βέβαιο ότι μια προσπάθεια υποχώρησης θα είχε ουσιαστικές πιθανότητες επιτυχίας: οι άνδρες του Πάουλους ήταν εξαντλημένοι και δεν είχαν καύσιμα. Κανείς δεν ξέρει στ’ αλήθεια τι διαμείφθηκε μεταξύ του Πάουλους και του Μάνστάιν εκείνες τις κρίσιμες ημέρες. Λαμβανομένης υπόψη, όμως, της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας του δεύτερου, κάποιοι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι ο Μάνστάιν δεν ενδιαφερόταν παρά να δώσει κάποιες ελπίδες στους πολιορκημένους της 6ης Στρατιάς ώστε να συνεχίσουν να μάχονται, απασχολώντας μεγάλες ρωσικές δυνάμεις. Ήταν, ίσως, ο μόνος τρόπος για να σώσει ο τα γερμανικά στρατεύματα που βρίσκονταν ακόμη στον Καύκασο από τον κίνδυνο να αποκλειστούν και να εξολοθρευτούν.

4.   Η αποτυχημένη αερογέφυρα κι ο αργός θάνατος της 6ης Στρατιάς

Όσο για τον Πάουλους, μπορούσε να κρατηθεί από την υπόσχεση του Χίτλερ και του Γκέρινγκ ότι θα τον ανεφοδίαζαν επαρκώς από αέρος μέχρι να στείλουν τις ενισχύσεις που θα τον έσωζαν. Οι ελπίδες αυτές αποδείχτηκαν γρήγορα φρούδες. Όταν έγινε αντιληπτή η περικύκλωση της 6ης Στρατιάς, ο Γκέρινγκ και ο Α/ΓΕΑ Γιέσονεκ είχαν διαβεβαιώσει τον Χίτλερ ότι ο από αέρος ανεφοδιασμός ήταν εφικτός. Επρόκειτο για εγκληματικό σφάλμα. Τις καλύτερες ημέρες, τις πρώτες της επιχείρησης, η Λουφτβάφφε κατόρθωνε να καλύψει μόλις το 50 % των αναγκών της 6ης Στρατιάς σε πυρομαχικά, τρόφιμα και καύσιμα. Ακολούθησαν αρκετές ημέρες που οι καιρικές συνθήκες σχεδόν απαγόρευαν τις πτήσεις, ενώ ο αριθμός των αεροσκαφών όλο και μειωνόταν εξαιτίας των απωλειών.

Οι άνδρες άρχισαν να πεθαίνουν μαζικά από την πείνα, την εξάντληση και τις αρρώστιες. Στα αεροδρόμια του Πιτόμνικ και του Γκουμράκ οι τραυματίες προσπαθούσαν να φτάσουν έρποντας με τις τελευταίες δυνάμεις τους σε κάποιο αεροσκάφος που θα τους έπαιρνε μακριά από την κόλαση. Οι πιλότοι πάγωναν αντικρίζοντας δίπλα στους διαδρόμους προσγείωσης εκατοντάδες τραυματίες και, κυρίως, τα αμέτρητα στοιβαγμένα πτώματα.

Και όμως, μέσα σε αυτήν την κόλαση, κάποιοι αναζητούσαν την ελπίδα.

Παναγία του Σταλινγκράντ

Παναγία του Σταλινγκράντ

Η Παναγία του Φρουρίου: Η «Παναγία του Φρουρίου» ή «Παναγία του Σταλινγκράντ» είναι έργο του προτεστάντη πάστορα Κουρτ Ρώυμπερ, ο οποίος υπηρετούσε ως γιατρός στη 16η Μεραρχία Τεθωρακισμένων της 6ης Στρατιάς. Τη σχεδίασε στην οπίσθια πλευρά ενός ρωσικού στρατιωτικού χάρτη τον Δεκέμβριο του 1942, ενώ βρισκόταν στο καταφύγιό του, ένα απλό όρυγμα στη στέπα βορειοδυτικά του Σταλινγκράντ. Ήδη οι σοβιετικές δυνάμεις είχαν περικυκλώσει την 6η Στρατιά, της οποίας οι μέρες ήταν πια μετρημένες.

Στο σχέδιο απεικονίζεται η Παναγία με το βρέφος. Γύρω από την εικόνα ο Ρώυμπερ έγραψε τα εξής: «1942 – Χριστούγεννα στο Καζάνι – Φρούριο Σταλινγκράντ» [με τη λέξη Kessel (καζάνι) οι Γερμανοί δήλωναν τον χώρο στον οποίο μια στρατιωτική δύναμη βρίσκεται περικυκλωμένη από τον εχθρό. Η επίσημη προπαγάνδα των ναζί το χαρακτήριζε πάντα ως Festung (φρούριο)] και «Φως, Ζωή, Αγάπη».

Το σχέδιο, που μπορούμε να φανταστούμε πόσο είχε συγκινήσει τους συντρόφους στα όπλα του Ρώυμπερ, το παρέδωσε ο δημιουργός του στον ταγματάρχη του, ο οποίος, τον Ιανουάριο του 1943, μεταφέρθηκε αεροπορικά λόγω ασθενείας στα μετώπισθεν. Η «Παναγία του Φρουρίου» βρίσκεται σήμερα στην Kaiser-Wilhelm-Gedächtniskirche του Βερολίνου. Αντίγραφά της υπάρχουν σε πολλές γερμανικές πόλεις, αλλά και στον Καθεδρικό του σημερινού Βολγκογκράντ και στο Κόβεντρυ της Αγγλίας ως σύμβολα συμφιλίωσης μεταξύ των τότε εμπολέμων.

Ο ίδιος ο Ρώυμπερ αιχμαλωτίσθηκε από τους Ρώσους με την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Πέθανε ένα χρόνο αργότερα, στις 20 Ιανουαρίου 1944, στο στρατόπεδο αιχμαλώτων της Γιελάμπουγκα, στο Ταταρστάν του Βόλγα, πολύ μακριά από τη γενέτειρά του, το Κάσσελ της Έσσης.

Η απόφαση για την τελική εκκαθάριση του θυλάκου: Βρισκόμαστε στα τέλη του 1942. Έχει περάσει ένας μήνας από τότε που ο Κόκκινος Στρατός περικύκλωσε την 6η Στρατιά του Πάουλους στο Σταλινγκράντ. Στη Στάφκα, την ανώτατη διοίκηση των σοβιετικών ενόπλων δυνάμεων, πρέπει να αποφασιστεί σε ποιον στρατηγό θα ανατεθεί η ευθύνη για την τελική εκκαθάριση του εχθρικού θυλάκου. Οι βασικοί υποψήφιοι είναι ο Αντρέι Γεριόμενκο, επικεφαλής του Μετώπου του Σταλινγκράντ, κι ο Κονσταντίν Ροκοσσόφσκι, ο οποίος ηγείται του Μετώπου του Ντόν. Το πρόβλημα είναι ακανθώδες καθώς οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των δύο στρατηγών δεν είναι ιδιαιτέρως καλές. Κατά τη διάρκεια της κρίσιμης σύσκεψης, ο Στάλιν θέτει ευθέως το ερώτημα. «Σε ποιον πρέπει να αναθέσουμε την ευθύνη της επιχείρησης;» Κάποιος απαντά: «Στον στρατηγό Ροκοσσόφσκι». Ο Στάλιν, τότε, απευθύνει τον λόγο στον Ζούκοφ, «Εσύ τι νομίζεις;». Ο Ζούκοφ απαντά ήρεμα και χαμηλόφωνα: «Νομίζω ότι ο Γεριόμενκο θα το πάρει κατάκαρδα. Θα πληγωθεί». Κι ο Στάλιν απαντά με τρόπο που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για συζήτηση: «Έι, δεν είμαστε τίποτε μαθητριούλες του Γυμνασίου! Είμαστε Μπολσεβίκοι και θα αναθέσουμε την ευθύνη της επιχείρησης στον στρατηγό που θεωρούμε καταλληλότερο για να τη φέρει σε πέρας».

Α. Γεριόμενκο

Α. Γεριόμενκο

Και κάπως έτσι ο πολωνοφοβικός Στάλιν ανέθεσε την ολοκλήρωση της πιο κρίσιμης επιχείρησης του Ανατολικού Μετώπου στον στρατηγό που ήταν κατά το ήμισυ Πολωνός κι είχε επιβιώσει σχεδόν ως εκ θαύματος από τις μεγάλες εκκαθαρίσεις του 1937-38. Τον Ροκοσσόφσκι τον είχαν συλλάβει το ’37, με τις συνήθεις αστήριχτες κατηγορίες. Τον είχαν βασανίσει (του έσπασαν τα δόντια και τα πλευρά, τον υπέβαλαν στο μαρτύριο της εικονικής εκτέλεσης). Εκείνος, όμως, είχε το κουράγιο και την πνευματική διαύγεια να αρνηθεί τις κατηγορίες και να αποδείξει ότι «στηρίζονταν» στην ψευδομαρτυρία κάποιου που είχε πεθάνει το 1919. Απελευθερώθηκε τον Μάρτιο του 1940 κι επανεντάχθηκε στο στράτευμα. Πλάγιαζε κρατώντας πάντα το περίστροφό του σφιχτά στο χέρι. Όταν τον ρώτησε η κόρη του σχετικά, της απάντησε ότι «δεν θ’ αντέξω να έρθουν να με πάρουν ξανά» .

Κ. Ροκοσσόφσκι

Κ. Ροκοσσόφσκι

Τελική εφόρμηση: Πριν εξαπολύσουν την τελική επίθεσή τους για την εκκαθάριση του θυλάκου του Σταλινγκράντ, οι Σοβιετικοί πρότειναν στον Πάουλους να συνθηκολογήσει. Η προσφορά απορρίφθηκε. Από τον ίδιο τον στρατηγό… ή από τον επιτελάρχη του, υποστράτηγο Σμιτ; Κανείς δεν ξέρει.

Ρώσοι στο Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-001ADN-ZB/Archiv/ II. Weltkrieg 1939-45

Ρώσοι στο Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-001ADN-ZB/Archiv/ II. Weltkrieg 1939-45

Στις 10 Ιανουαρίου 1943, άρχιζε η τελική σοβιετική επίθεση. Μετά από 3 μέρες, ο Κόκκινος Στρατός είχε καταλάβει το μισό του γερμανικού θυλάκου, περιλαμβανομένου και του Πιτόμνικ, του μεγαλύτερου στρατιωτικού αεροδρομίου των Γερμανών. Η πρόταση παράδοσης επαναλήφθηκε. Η απάντηση ήταν πάλι αρνητική. Στις 17, οι Ρώσοι επιτίθεντο ξανά και στις 24 εισχωρούσαν στην ίδια την πόλη. Οι Γερμανικές δυνάμεις αντιστέκονταν πλέον σε δύο απομονωμένους θυλάκους, χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους. Την τελευταία ημέρα του Ιανουαρίου, ο στρατάρχης πλέον Πάουλους και το επιτελείο του, που είχαν καταφύγει στα υπόγεια του πολυκαταστήματος Ουνιβερμάγκ, παραδίνονταν στους Σοβιετικούς. Οι δυνάμεις του στρατηγού Στρέκερ στο βόρειο τμήμα του Σταλινγκράντ θα συνέχιζαν την απελπισμένη αντίστασή τους για δυο ημέρες ακόμη. Στις 2 Φεβρουαρίου κάθε μάχη είχε πια σταματήσει.

Η παράδοση του στρατάρχη Πάουλους

Η παράδοση του στρατάρχη Πάουλους,

Τελευταία γράμματα από το Σταλινγκράντ: Το 1950 δημοσιεύθηκε στην τότε Δυτική Γερμανία, ένα βιβλίο που περιείχε επιστολές τις οποίες είχαν γράψει άνδρες της 6ης Στρατιάς κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Έφερε τον τίτλο «Τελευταία Γράμματα από το Σταλινγκράντ». Υποτίθεται ότι επρόκειτο για γράμματα των ανδρών της 6ης Στρατιάς που είχαν γραφεί τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας και τα οποία είχε κατάσχει η γερμανική στρατιωτική λογοκρισία. Υποστηρίχθηκε ότι κάποιος γραφειοκράτης κράτησε σημειώσεις κι αντέγραψε ή συνόψισε ορισμένα από αυτά. Σήμερα, η κρατούσα άποψη τάσσεται υπέρ της πλαστότητας των επιστολών αυτών. Εντούτοις, ως λογοτεχνικό κείμενο, περιγράφουν με ακρίβεια την ψυχολογική κατάσταση των Γερμανών μαχητών του Σταλινγκράντ τους.

«Αυτό εδώ θα είναι το τελευταίο γράμμα μου για πολύ καιρό, ίσως και για πάντα. Λένε πως αύριο θα απογειωθεί το τελευταίο αεροπλάνο από αυτόν τον θύλακο. Η κατάσταση είναι πια απελπιστική. Οι Ρώσοι βρίσκονται τρία χιλιόμετρα μακριά από την τελευταία μας αεροπορική βάση κι όταν χαθεί κι αυτή ούτε ποντίκι δεν θα μπορεί να ξεφύγει από εδώ πέρα, πόσο μάλλον εγώ».

«Ακριβώς δίπλα μου είναι ξαπλωμένος ένας στρατιώτης από το Μπρεσλάου που έχασε το ένα χέρι και τη μύτη του. Μόλις μου είπε ότι δεν πρόκειται να χρειαστεί άλλο μαντήλι. Όταν τον ρώτησα τι θα κάνει έτσι και χρειαστεί να κλάψει, μου αποκρίθηκε: “Κανείς εδώ πέρα, κι ανάμεσά τους βέβαια εσύ κι εγώ, δεν θα έχει πια την ευκαιρία να ξανακλάψει. Πολύ σύντομα άλλοι θα κλαίνε για μας”».

«Βαδίσαμε κατόπιν διαταγών, πυροβολήσαμε κατόπιν διαταγών, πεινάσαμε κατόπιν διαταγών, πεθάναμε κατόπιν διαταγών. Θα μπορούσαμε να έχουμε ξεφύγει εδώ και πολύ καιρό, μόνο που οι μεγάλοι στρατηγοί δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει. Σύντομα θα είναι πολύ αργά, αν δεν είναι ήδη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι θα ξαναβαδίσουμε κατόπιν διαταγών. Κατά πάσα πιθανότητα προς την αρχικά καθορισμένη κατεύθυνση, αλλά δίχως όπλα και υπό διαφορετική διοίκηση».

Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943

Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943

Αιχμάλωτοι και καταδικασμένοι: Γενικά, οι Ρώσοι μεταχειρίζονταν τους αιχμαλώτους πολέμου ηπιότερα απ’ ό,τι οι Γερμανοί (περισσότεροι από 2 στους 3 Γερμανούς αιχμάλωτους κατόρθωσαν κάποια στιγμή, μετά τον πόλεμο, να επιστρέψουν στην πατρίδα τους). Στο Σταλινγκράντ, όμως, η στάση ήταν, εύλογα, πιο σκληρή. Επιπλέον, δεν είχαν τα μέσα για να θρέψουν και να παράσχουν ιατρική περίθαλψη σε τόσο μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων. Είχαν περικυκλώσει, άλλωστε, κάπου 270 χιλ. άνδρες του εχθρού, ενώ νόμιζαν ότι οι αντίπαλοι δεν ξεπερνούσαν το ένα τρίτο του πραγματικού αριθμού. Τέλος, οι Γερμανοί αιχμάλωτοι ήταν ήδη εξαντλημένοι από τις κακουχίες και την πείνα, κάποιοι δε ήταν ουσιαστικά ετοιμοθάνατοι. Όσοι από τους αιχμαλώτους μπορούσαν να μετακινηθούν μεταφέρθηκαν με τρένα, υπό άθλιες συνθήκες, σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στο Ταταρστάν, την Κ. Ασία κι αλλού. Πολύ λίγοι επέζησαν της αιχμαλωσίας.

Φάλαγγα Γερμανών αιχμαλώτων, Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-010/ADN-ZB/Archiv II.Weltkrieg 1939-45 Eine Kolonne deutscher Kriegsgefangener aus Stalingrad auf dem Marsch ins Gefangenenlager, Februar 1943.

Φάλαγγα Γερμανών αιχμαλώτων, Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-010/ADN-ZB/Archiv
II.Weltkrieg 1939-45
Eine Kolonne deutscher Kriegsgefangener aus Stalingrad auf dem Marsch ins Gefangenenlager, Februar 1943.

Καμία σχεδόν ελπίδα, μια και παραδίδονταν άμεσα στις ειδικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε, δεν είχαν οι Σοβιετικοί πολίτες που υπηρετούσαν στη γερμανική 6η Στρατιά. Υπήρχαν διάφορες κατηγορίες Σοβιετικών που είχαν καταταγεί στη Βέρμαχτ: πραγματικοί εθελοντές που είχαν στραφεί στον εχθρό για λόγους εθνοτικών και πολιτικών διαφορών: Ουκρανοί εθνικιστές, Τάταροι της Κριμαίας και άλλοι μουσουλμάνοι του Καυκάσου, Γεωργιανοί, ακόμη και Ρώσοι αντίθετοι στον κομμουνισμό. Οι τελευταίοι, για να μην παραβιασθούν οι φυλετικοί κανόνες των Γερμανών, χαρακτηρίζονταν από τη Βέρμαχτ ως «Κοζάκοι» (για αδιευκρίνιστους λόγους, οι Γερμανοί θεωρούσαν τους Κοζάκους διαφορετική φυλή από τους Ρώσους ή τους Ουκρανούς). Υπήρχαν επίσης οι «εθελοντές» της στρατιάς του Βλάσοφ. Ο Αντρέι Βλάσοφ, Σοβιετικός στρατηγός που είχε διακριθεί στην υπεράσπιση της Μόσχας κι ήταν από τους αγαπημένους του Στάλιν, αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς στον θύλακο του Βολχόφ, τον Ιούλιο του 1942. Δέχθηκε να συνεργαστεί μαζί τους συγκροτώντας στρατιά Ρώσων που θα μάχονταν το κομμουνιστικό καθεστώς. Οι «εθελοντές» τους ήταν αιχμάλωτοι πολέμου που προσπαθούσαν να αποφύγουν τον βέβαιο θάνατο από πείνα. Μια δεύτερη κατηγορία, οι πιο πολυάριθμοι, ήταν εκείνοι που ονομάζονταν «Εθελοντές βοηθητικοί (Hilfswilligen/ Hiwi)». Η αντιμετώπισή τους από τους Γερμανούς ποίκιλλε αρκετά από μονάδα σε μονάδα. Τέλος, υπήρχαν κι όσοι είχαν υποχρεωθεί από τους Γερμανούς να υπηρετούν τη Βέρμαχτ κάνοντας τις πιο βαριές δουλειές (μαγειρεία, καθαρισμός αποχωρητηρίων και στάβλων) [Άντονι Μπήβορ Stalingrad, όπ. π., κεφ. 19, σελ. 321-322].

Κοζάκος Χίβι της Βέρμαχτ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1975-099-16A

Κοζάκος Χίβι της Βέρμαχτ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1975-099-16A

Επίλογος – η γερμανική αποτυχία στον Καύκασο:

Η καταστροφή του Σταλινγκράντ συνεπαγόταν και την οριστική ματαίωση των σχεδίων του Χίτλερ για κατάκτηση του Καυκάσου. Το μοιραίο λάθος του Φύρερ ήταν ίσως ότι επιχείρησε να κατακτήσει ταυτόχρονα και τον Βόλγα και τον Καύκασο. Η προέλαση των γερμανικών δυνάμεων ανακόπηκε στο Μοζντόκ, 90 χλμ. μακριά από το Γκρόζνι. Στις αρχές Νοεμβρίου προσπάθησαν να προχωρήσουν περνώντας από το Νάλτσικ και βαδίζοντας κατά του Βλαντικαφκάζ, στη Βόρεια Οσετία. Οι Σοβιετικοί ανασυγκροτήθηκαν και τους σταμάτησαν εκ νέου. Στις αρχές Ιανουαρίου οι Γερμανοί υποχωρούσαν βιαστικά για να αποφύγουν τυχόν αποκλεισμό τους. Όσο για αυτούς που έμεναν: σειρά από μουσουλμανικές εθνότητες του Καυκάσου (Τσετσένοι, Μπαλκάριοι, Καρατσάι, συν οι Τάταροι της Κριμαίας), ακόμη κι οι βουδιστές Καλμούκοι επρόκειτο σύντομα να εκτοπιστούν από τις πατρογονικές εστίες του και να μεταφερθούν στην Κεντρική Ασία ως ένοχοι συνεργασίας με τον εχθρό!

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 2β (1941: Η Χρονιά του Τρόμου – Η Σοβιετική Ένωση σε πολιορκία)

Ιουλίου 14, 2015
24. Πολιορκούμενο Λενινγκράντ, Λεωφ. Νιέφσκι/ πηγή: RIA Novosti archive, image #324/ φωτογραφία του Борис Кудояров

Πολιορκούμενο Λενινγκράντ, Λεωφ. Νιέφσκι/ πηγή: RIA Novosti archive, image #324/ φωτογραφία του Борис Кудояров

Γ.   ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

α.   Μέσα από τη νύχτα: η πτώση του Κιέβου και το δράμα των αιχμαλώτων πολέμου

1.   Περικύκλωση και πτώση: Από τις αρχές Αυγούστου του 1941 ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να δοθεί προτεραιότητα στην προέλαση στην Ουκρανία, καθυστερώντας το σχέδιο επίθεσης κατά της Μόσχας. Μεταξύ κακής οργάνωσης και πανικού, ο Κόκκινος Στρατός υποχωρούσε στα περισσότερα σημεία του μετώπου. Στις αρχές του Σεπτέμβρη το Κίεβο δεν ήταν παρά το άκρο ενός ιδιαίτερα επιμήκους σοβιετικού θυλάκου ο οποίος μέρα με τη μέρα συρρικνωνόταν δραματικά, μια και τόσο στο βορρά όσο και στο νότο οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη προχωρήσει κατά πολύ ανατολικότερα της ουκρανικής πρωτεύουσας.

Η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν βέβαιη για τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθήσει. Ο Στάλιν δεν ήθελε καν να ακούσει για υποχώρηση. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας Νικήτα Χρουστσόφ είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τονώσει το πατριωτικό φρόνημα των κατοίκων του Κιέβου. Η πόλη, όμως, παρουσίαζε κάποιες ιδιαιτερότητες που προκαλούσαν στη Μόσχα αμφιβολίες για την πίστη των κατοίκων στο σοβιετικό καθεστώς σε περίπτωση ιδιαιτέρως αντίξοων συνθηκών. Πράγματι, κατά την ταραγμένη διετία 1918-1920, μεταξύ του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ρωσικού εμφυλίου, το Κίεβο είχε αλλάξει χέρια 16 φορές! Αρχικά την πόλη κατέλαβαν οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί. Φεύγοντας, εγκατέστησαν μια «ανεξάρτητη ουκρανική κυβέρνηση» ανδρεικέλων με επικεφαλής τον Πάβλο Σκοροπάντσκι, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί «Μέγας Αταμάνος των Κοζάκων». Ακολούθησαν οι Ουκρανοί εθνικιστές του Πετλιούρα, οι Μπολσεβίκοι, οι Λευκοί και πάλι οι Μπολσεβίκοι, ενώ ενδιάμεσα είχε κάνει ένα σύντομο πέρασμα από το Κίεβο κι ο πολωνικός στρατός του Πιουσούτσκι. Οι μεγαλύτεροι θυμούνταν ότι, από όλους αυτούς, οι Γερμανοί κι οι Αυστριακοί δεν ήταν οι χειρότεροι.

Κίεβο, Σεπτέμβριος 1941

Κίεβο, Σεπτέμβριος 1941

Καθώς ολοκληρωνόταν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη, ο Χρουστσόφ, ο διοικητής του Νοτιοδυτικού Άξονα Σιμιόν Μιχάιλοβιτς Μπουντιόννι κι ο υπεύθυνος για την υπεράσπιση του Κιέβου διοικητής του Νοτιοδυτικού Μετώπου Μιχαήλ Πετρόβιτς Κιρπονός αντιλήφθηκαν τον τρομερό κίνδυνο: ήταν πλέον εξαιρετικά πιθανό οι υπερασπιστές της πόλης να περικυκλωθούν από τις γερμανικές δυνάμεις! Λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσής τους, ζήτησαν από τον Στάλιν την άδεια να εκκενώσουν το Κίεβο. Ο σοβιετικός ηγέτης αρνήθηκε επανειλημμένα. Απάλλαξε μάλιστα τον Μπουντιόννι από τα καθήκοντά του, αντικαθιστώντας τον με τον Σεμιόν Τιμοσένκο.

Στρατάρχης Σ. Μ. Μπουντιόννι

Στρατάρχης Σ. Μ. Μπουντιόννι

Καθώς η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη Χρουστσόφ και Κιρπονός συνέχιζαν να ικετεύουν να τους επιτραπεί η εκκένωση του Κιέβου. Ο γερμανικός κλοιός έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Η άδεια δόθηκε από τον Μπορίς Σάπόσνικοφ, αρχηγό του γενικού επιτελείου, μόλις λίγο πριν το μεσημέρι της 17ης Σεπτεμβρίου. Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη περικυκλώσει ουσιαστικά εκείνες του Κόκκινου Στρατού. Τέσσερις σοβιετικές στρατιές βρίσκονταν μέσα στην παγίδα, ανάμεσά τους κι η 37η που υπερασπιζόταν το Κίεβο. Τα σοβιετικά στρατεύματα προσπάθησαν απεγνωσμένα να σπάσουν τον εχθρικό κλοιό. Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που το κατόρθωσαν. Οι ναζιστικές δυνάμεις αιχμαλώτισαν ασύλληπτο αριθμό σοβιετικών στρατιωτών. Η Βέρμαχτ ισχυριζόταν ότι αιχμαλώτισε περισσότερους από 650.000 στρατιώτες. Η σοβιετική ηγεσία διατεινόταν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων δεν ξεπερνούσε τις 175.000. Η αλήθεια πρέπει να βρισκόταν κάπου στη μέση, ίσως πιο κοντά στους γερμανικούς ισχυρισμούς. Το ίδιο το Κίεβο έπεφτε στα χέρια των ναζί στις 19 Σεπτεμβρίου.

2.   Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου – η διήγηση του Λ. Βολίνσκι: Ήταν η αρχή πολλών τραγωδιών. Μία από αυτές ήταν εκείνη των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου. Την ιστορία τους τη διηγήθηκε με τον πιο παραστατικό και δραματικό τρόπο ο συγγραφέας και καλλιτέχνης Λεονίντ Ναούμοβιτς Ραμπινόβιτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Λεονίντ Βολίνσκι, στο διήγημά του «Μέσα από τη νύχτα» («Сквозь Ночь»), που δημοσιεύθηκε το 1963. Το διήγημα παρουσιάζεται ως μυθοπλασία, ωστόσο είναι βασισμένο στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα ο οποίος αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς, αλλά τελικά κατάφερε να αποδράσει.

Λ. Ν. Βολίνσκι

Λ. Ν. Βολίνσκι

Η αφήγηση ξεκινά στις 17 Σεπτεμβρίου 1941 σε κάποιο χωριό της Ουκρανίας, ενώ οι Γερμανοί έχουν σχεδόν περικυκλώσει τους Ρώσους.

«Μετά από αρκετά χρόνια διάβασα το βιβλίο του Γερμανού στρατηγού φον Τίππελσκιρχ: η άποψή του ήταν ότι η περικύκλωση των στρατευμάτων μας ανατολικά του Κιέβου απαίτησε τη συμμετοχή σημαντικών γερμανικών δυνάμεων και ουσιαστικά κατέστρεψε τα σχέδια του Χίτλερ, καθυστερώντας την επίθεση κατά της Μόσχας.

Εμείς, όμως, δεν γνωρίζαμε τίποτε. Οι νύχτες εκείνες, όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες προσπάθησαν να διασπάσουν τον γερμανικό κλοιό, αναζητώντας τον δρόμο τους μέσα από δάση και έλη κάτω από βροχή γερμανικών βομβών κι οβίδων… όλα αυτά δεν ήταν παρά μια τεράστια κι ανεξήγητη τραγωδία.

Τη νύχτα της 17ης Σεπτεμβρίου περιπλανιόμουν… είδα στον δρόμο χιλιάδες οχήματα να καίγονται. Δεν έπρεπε να τα βρουν οι Γερμανοί. Διέκρινα μια ομάδα δέκα περίπου ανώτερων κι ανώτατων αξιωματικών που κατευθύνονταν προς τη Λόχβιτσα, πιστεύοντας ότι εκεί ο δρόμος ήταν ακόμη ελεύθερος. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον διοικητή του Μετώπου, τον στρατηγό Κιρπονός.

Μόνο μετά από χρόνια έμαθα ότι εκείνη τη νύχτα (ή ίσως την επόμενη) είχε αυτοκτονήσει, αφού πρώτα αρνήθηκε να επιβιβαστεί στο αεροσκάφος που του είχαν στείλει με μεγάλη δυσκολία από τη Μόσχα… Μαζί του σκοτώθηκε κι ο Μιχαήλ Μπουρμίστενκο, το πολιτικό μέλος της Επιτροπής του Πολέμου, που πριν από τον πόλεμο ήταν δεύτερος γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας….

Στρατηγός Μ. Π. Κιρπονός

Στρατηγός Μ. Π. Κιρπονός

Το επόμενο πρωί, μαζί με άλλους τρεις συντρόφους είδαμε γερμανικά τεθωρακισμένα. Κρυφτήκαμε σ’ ένα χαντάκι. Οι Γερμανοί μας εντόπισαν κι άρχισαν να μας πυροβολούν με πολυβόλο. Ένας από μας σκοτώθηκε, οι υπόλοιποι παραδοθήκαμε. Ένας Γερμανός στρατιώτης που στην όψη έδειχνε εντάξει άνθρωπος, συμπαθητικός θα έλεγε κανείς, μας χαστούκισε και μας διέταξε να αδειάσουμε τις τσέπες μας. Μας ανάγκασαν να προχωρήσουμε τρέχοντας, ενώ μας ακολουθούσε ένα τεθωρακισμένο, μέχρι που φτάσαμε σε κάποιο χωριό που λεγόταν Κοβαλί. Στο τέλος της ημέρας είχαν συγκεντρωθεί εκεί δέκα χιλιάδες αιχμάλωτοι.

Λ. Βολίνσκι «Μέσα από τη Νύχτα»

Λ. Βολίνσκι «Μέσα από τη Νύχτα»

Την επομένη μας πρόσταξαν να παραταχθούμε. “Οι κομμισσάριοι, οι [υπόλοιποι] κομμουνιστές και οι Εβραίοι” διατάχθηκαν να παρουσιαστούν. Μόλις είχαν φτάσει δεκαπέντε άντρες των Ες Ες με μαύρες στολές και μια νεκροκεφαλή στα κασκέτα τους. Κάπου τριακόσιοι από μας προχώρησαν. Τους διέταξαν να μείνουν γυμνοί από τη μέση και πάνω και να παραταχθούν στην πλατεία. Τότε ο διερμηνέας των Γερμανών, που η έντονη προφορά του πρόδιδε ότι καταγόταν από τη Γαλικία, άρχισε να ουρλιάζει ότι δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτοί, κρύβονταν κι άλλοι ανάμεσά μας. Σε όποιον κατέδιδε κάποιον κομμουνιστή, κομμισσάριο ή Εβραίο, υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να πάρει τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του θύματος…. Ανάμεσα σε δέκα χιλιάδες άνδρες πάντα βρίσκεται μια ντουζίνα ανθρώπων αυτού του είδους. Το ποσοστό δεν είναι μεγάλο, αλλά υπάρχει… Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι αυτού του είδους.

Τελικά, εκτελέσθηκαν κάπου τετρακόσιοι άνθρωποι, ανά ομάδες των δέκα, αφού πρώτα υποχρεώθηκαν να σκάψουν οι ίδιοι τους τάφους τους.

Τους υπόλοιπους μας οδήγησαν σε ένα στρατόπεδο, έπειτα σε κάποιο άλλο… οι Γερμανοί στρατιώτες, άντρες που έδειχναν να είναι εντάξει άνθρωποι, ποιος ξέρει ίσως να ήταν κι εργάτες, σκότωναν χωρίς δεύτερη σκέψη όποιον καθυστερούσε στην πορεία ή κατέρρεε από την εξάντληση…»

Η μοίρα των Σοβιετικών αιχμαλώτων ήταν το κρύο, η πείνα, οι αρρώστιες, οι συνεχείς ταπεινώσεις, η απώλεια κάθε ίχνους ανθρώπινης αξιοπρέπειας και, τελικά, για τη συντριπτική πλειονότητά τους, ο θάνατος [Werth, όπ. π., τ. 1, σελ. 287 επ., ειδ. 295-296]. Υπολογίζεται ότι από τα περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αιχμαλώτων 3,6 εκατομμύρια δεν γύρισαν ποτέ στην πατρίδα τους.

Η διήγηση του Λεονίντ Κοτλιάρ: Παρόμοια είναι και η διήγηση του Ουκρανοεβραίου Λεονίντ Κοτλιάρ:

«Αιχμαλωτίστηκα στις 9 Σεπτεμβρίου 1941, Βρισκόμασταν τότε κοντά στην Καχόφκα, στην αριστερή όχθη του Δνείπερου… Ως Εβραίος ήξερα ότι γρήγορα θα με εκτελέσουν. Ζούσα επομένως τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου. Ο λοχίας μας καθόταν δίπλα μου. Μου ψιθύρισε: “Μη λες τίποτε. Κανείς δεν θα σε καταδώσει”… Μαζί μας ήταν ακόμη ένας κομμουνιστής, ο Νταβιντένκα, κι άλλοι δύο Εβραίοι, ο Ιλιά, δεν θυμάμαι το επώνυμό του, κι ο Μπέικελμαν. Και σ’ εκείνους είχαν υποσχεθεί ότι κανείς δεν θα τους καταδώσει.

Οι Γερμανοί μας διέταξαν να παραταχθούμε. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μας. Βγήκε ένας αξιωματικός. Πολύ γρήγορα άκουσα τη γνωστή διαταγή. “Να παρουσιαστούν οι Εβραίοι κι οι κομμουνιστές”. Παρουσιάστηκαν έξι ή επτά άτομα. Ο Μπέικελμαν, που τον είχαν διαβεβαιώσει ότι κανείς δεν επρόκειτο να τον καταδώσει, βγήκε κι εκείνος από τις γραμμές μας… Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε μ’ εκείνο ενός Ουκρανού στρατιώτη. Αμέσως κατάλαβα ότι επρόκειτο να με καταδώσει στη στιγμή. Το κατάλαβε κι ο λοχίας μας γιατί του έδωσε μια αγκωνιά και του είπε κάτι στο αυτί. Ο τύπος συγκρατήθηκε…

Δεν θυμάμαι πόσο καιρό μας πήρε για να φτάσουμε στο στρατόπεδο της Βαρβαρόφκα ή σ’ εκείνο του Νικαλάγιεφσκ, όπου βρεθήκαμε στις αρχές του Οκτώβρη. Αλλά σε κάθε στρατόπεδο που σταματούσαμε, οι Γερμανοί διέταζαν συνεχώς: “Εβραίοι και κομμουνιστές, ένα βήμα μπρος!” Και κάθε φορά όλο και βρισκόταν κάποιος να καταγγείλει έναν Εβραίο ή ένα μέλος του Κόμματος.

Οκτώβριος 1941, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 192_100  CC_BY_SA

Οκτώβριος 1941, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 192_100 CC_BY_SA

Μοιραία έφτασε κάποια στιγμή που κανείς δεν παρουσιαζόταν. Οι Γερμανοί ήταν δυσαρεστημένοι. Τότε, σε κάποια από αυτά τα στρατόπεδα, σκέφτηκαν να μας κατατάξουν ανά εθνότητα. Ο Γερμανός καλούσε μιαν εθνότητα και οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί, οι Αρμένιοι, οι Γεωργιανοί ή οι Τάταροι έβγαιναν από τη γραμμή. Ήμουν απελπισμένος. Η ώρα περνούσε κι εγώ δεν είχα ακόμη καταχωριστεί. Δεν τολμούσα να διαλέξω… Ξαφνικά, θυμήθηκα ότι κάποτε είχα επισκεφτεί ένα λόχο ναρκαλιευτών ως σύνδεσμος με το γραφείο του τάγματος. Οι στρατιώτες με είχαν ρωτήσει για την καταγωγή μου. “Μαντέψτε!”, τους αποκρίθηκα. Κάποιος είχε απαντήσει ότι πρέπει να ήμουν Τσιγγάνος και κανείς από τους υπόλοιπους δεν διαφώνησε. Αυτό, λοιπόν! Τσιγγάνος! Θα πρέπει να είμαι Τσιγγάνος!…

Στο τέλος, είχαμε απομείνει δύο, εγώ κι ένας τύπος με τεράστια μύτη και σταρένιο δέρμα. Ο κατάλογος των εθνοτήτων είχε εξαντληθεί.

“Τι είσαι εσύ;”, ρώτησε ο Γερμανός αξιωματικός τον διπλανό μου. “Jude, Jude!”, άρχισαν να φωνάζουν μερικοί κοροϊδιάρηδες. Με το άκουσμα της λέξης κι άλλοι αιχμάλωτοι ξέσπασαν σε γέλια. Οι δεσμοφύλακες άρχισαν να τους χτυπούν με τα ραβδιά τους στο κεφάλι και τα γέλια έσβησαν γρήγορα. “Έλληνας”, απάντησε φοβισμένα ο αιχμάλωτος. Όταν ο διερμηνέας στράφηκε στο μέρος μου, εγώ του απάντησα: “Είμαι Ουκρανός από τη μεριά της μάνας μου και Τσιγγάνος από τον πατέρα μου!” Διερμηνέας κι αξιωματικός κοντοστάθηκαν. “Εχμ… καλά. Πήγαινε μαζί με τους Ουκρανούς!”». [Λεονίντ Ισαάκοβιτς Κοτλιάρ σε Jean Lopez και Lasha Otkhmezuri « Grandeur et misère de l’Armée rouge », εκδ. Seuil, Παρίσι 2011, έκδ. τσέπης Perrin (συλλογή Tempus), Παρίσι 2015, κεφ. 5, σελ. 147 επ., ειδικότερα σελ. 148 και 150-152. Ο Κοτλιάρ είναι συγγραφέας του βιβλίου «Воспоминания Еврея-красноармейца» («Απομνημονεύματα ενός Εβραίου του Κόκκινου Στρατού»), 2011]

Ο Κοτλιάρ ήταν πολλαπλά τυχερός. Η μοίρα των Εβραίων στην κατεχόμενη Ουκρανία ήταν τραγική. Στις 29-30 Σεπτεμβρίου 34.000 Εβραίοι του Κιέβου οδηγήθηκαν στην τοποθεσία Μπάμπι Γιαρ και εκτελέστηκαν! Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Στα πεδία των μαχών, οι Γερμανοί προέλαυναν: στα μέσα Οκτωβρίου, μαζί με τους Ρουμάνους συμμάχους καταλάμβαναν μετά από πολιορκία την Οδησσό, η οποία προοριζόταν να γίνει η πρωτεύουσα της νέας ρουμανικής επαρχίας της Υπερδνειστερίας. Στα τέλη του μηνός η 6η Στρατιά του φον Ράιχενάου έπαιρνε το Χάρκοβο, οι δυνάμεις του Έριχ φον Μάνστάιν έφταναν στην Κριμαία και άρχιζαν να πολιορκούν τη Σεβαστούπολη. Τέλος, στις 19 Οκτωβρίου, οι στρατιές του φον Ρούντστεντ καταλάμβαναν αιφνιδιαστικά το Ροστόφ επί του Ντον, το «κλειδί του Καυκάσου».

β.   Το μαρτύριο του Λενινγκράντ

Στον Βορρά, τα στρατεύματα του γηραιού Βοροσίλοφ είχαν υποστεί αλλεπάλληλες πανωλεθρίες. Προσπάθησαν να αντισταθούν στο Τάλλιν, αλλά μετά από μια εβδομάδα πολιορκίας (19-26 Σεπτεμβρίου 1941), οι γερμανικές δυνάμεις τα υποχρέωναν να εκκενώσουν την πρωτεύουσα της Εσθονίας. Τώρα πια η Βέρμαχτ βάδιζε από τρεις κατευθύνσεις προς την παλιά πρωτεύουσα των τσάρων, ενώ οι Φινλανδοί σύμμαχοί της πλησίαζαν από τα βόρεια. Ίσως το Λενινγκράντ να έπεφτε, αλλά η Μόσχα έστειλε στις αρχές Σεπτέμβρη τον Ζούκοφ να οργανώσει στοιχειωδώς την άμυνα της πόλης. Το Λενινγκράντ είχε προσωρινά σωθεί, αλλά το μαρτύριό του μόλις άρχιζε στην πραγματικότητα, καθώς η πόλη είχε περικυκλωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά! Η πολιορκία θα κρατούσε 872 ημέρες, μέχρι τον Ιανουάριο του 1944. Τρία εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν μέσα στην τεράστια παγίδα που είχε στήσει η Βέρμαχτ. Το ένα εκατομμύριο δεν επρόκειτο να επιζήσει.

Οι σοβιετικές αρχές είχαν υποπέσει στα συνήθη εγκληματικά σφάλματα. Δεν είχαν φροντίσει για την εκκένωση της πόλης από τους αμάχους, δεν είχαν φροντίσει για προμήθειες τροφίμων και για αποθήκευση καυσίμων ενόψει μιας μακρόχρονης πολιορκίας. Και αυτά τα λιγοστά τρόφιμα ήταν συχνά άθλια υποκατάστατα. Κάποια στιγμή, οι αρχές ανακάλυψαν στις αποθήκες του λιμανιού 2.000 τόνους εντόσθια προβάτου που κανονικά θα προορίζονταν για υγειονομική ταφή: με αυτά παρασκεύασαν ένα άθλιο ζελέ το οποίο πάστωναν με κάθε μπαχαρικό μήπως και καλύψει την αβάσταχτη αποφορά των εντοσθίων. Αυτό ήταν το «κρέας» που δικαιούνταν οι κάτοικοι του Λενινγκράντ. Χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, χωρίς φωτισμό και θέρμανση, οι κάτοικοι είχαν για μόνους συντρόφους τους γερμανικούς βομβαρδισμούς, την πείνα και τον θάνατο. Ειδικά μετά τα μέσα Νοεμβρίου, όταν οι μερίδες τροφίμων που διανέμονταν με δελτίο μειώθηκαν για πέμπτη φορά, οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν μαζικά από λιμό. Για να θερμανθούν έκαιγαν τα βιβλία και τα έπιπλά τους. Για φαγητό έψαχναν στα ντουλάπια των σπιτικών φαρμακείων για γλυκερίνη, βαζελίνη ή μπριγιαντίνη για τα μαλλιά ή έσκιζαν τις ταπετσαρίες και με την ξυλουργική κόλλα που έξυναν από τους τοίχους έφτιαχναν σούπα. Οι άνθρωποι έπεφταν στον δρόμο και δεν ξανασηκώνονταν ποτέ. Πέθαιναν στη δουλειά, σε εργοστάσια και γραφεία, ή στο σπίτι, στον ύπνο τους.

Λενινγκράντ, Δεκέμβριος 1942

Λενινγκράντ, Δεκέμβριος 1942

Οι σοβιετικές αρχές προσπάθησαν να βρουν κάθε πιθανή κι απίθανη λύση που θα καθιστούσε δυνατό τον ανεφοδιασμό του Λενινγκράντ. Μέσω της παγωμένης λίμνης Λαντόγκα, μοναδικής διόδου όταν χάθηκε το Τιχβίν. Όταν το δεύτερο ανακτήθηκε τον Δεκέμβριο από τα στρατεύματα του Μερετσκόφ, μέσω 150 χλμ. δρόμων που βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Η αποκατάσταση των σιδηροδρομικών συγκοινωνιών υπήρξε αργή και σταδιακή, αναλόγως της προόδου στο μέτωπο του πολέμου. Αλλά το Λενινγκράντ άντεξε.

γ.   Η Μάχη της Μόσχας

Στις 16 Οκτωβρίου εξαπλώθηκε στη Μόσχα η φήμη ότι δύο γερμανικά τεθωρακισμένα είχαν φτάσει ως το Χίμκι, στα βορειοδυτικά περίχωρα της Μόσχας! Γρήγορα ο πανικός κυρίευσε τους Μοσχοβίτες: οι άνθρωποι συνωστίζονταν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα αυτοκίνητα στις εθνικές οδούς που οδηγούσαν στην Ανατολή. Υπουργεία και διπλωματικές αποστολές, όπως είχε ήδη αποφασιστεί, μεταφέρονταν στο Κούιμπισεφ (σημ. Σαμάρα), η Ακαδημία Επιστημών κι άλλα επιστημονικά κι εκπαιδευτικά ιδρύματα στο Καζάν του Ταταρστάν.

Μόσχα, Δεκέμβριος 1941: ενισχύσεις/ πηγή: RIA Novosti archive, image #429

Μόσχα, Δεκέμβριος 1941: ενισχύσεις/ πηγή: RIA Novosti archive, image #429

Στις 2 Οκτώβρη, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Γκουντέριαν έπαιρναν το Αριόλ. Λίγες μέρες μετά περικύκλωναν μεγάλες σοβιετικές δυνάμεις στη Βιάσμα. Οι Ρώσοι έριχναν στη μάχη ό,τι εφεδρεία είχαν, μεταφέροντας δυνάμεις από τη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Οι Γερμανοί, όμως, προχωρούσαν. Μέχρι τουλάχιστον εκείνη την παράξενη 16η Οκτωβρίου, όταν οι σιβηρικές εφεδρείες του Ροκοσσόφσκι κατόρθωναν να ανακόψουν την προέλασή τους. Η Μόσχα, όμως, βρισκόταν πάντα σε θανάσιμο κίνδυνο.

«Αργότερα, όταν όλα αυτά ανήκαν πια στο παρελθόν κι ενώ οι περισσότεροι ανακαλούσαν στη μνήμη τους εκείνη τη 16η Οκτωβρίου με θλίψη και πικρία, ο Σιντσόφ έμενε πάντα σιωπηλός. Αυτή την εικόνα της Μόσχας δεν μπορούσε να την αντέξει όπως δεν αντέχει κάποιος να βλέπει παραμορφωμένο από τον φόβο το πρόσωπο ενός αγαπημένου. Κι όμως, εκείνη τη μέρα, όχι μόνο γύρω από τη Μόσχα όπου οι στρατιώτες πολεμούσαν και σκοτώνονταν, αλλά και μέσα στην ίδια την πόλη υπήρξαν άνθρωποι που έκαναν οτιδήποτε ήταν δυνατό ώστε η πρωτεύουσα να μην παραδοθεί». [Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»]

Οι μάχες σε απόσταση 50 χλμ. από τη Μόσχα συνεχίζονταν σφοδρές. Ο Στάλιν, όμως, είχε επιλέξει να παραμείνει στην πρωτεύουσά του. Με δύο ιστορικές ομιλίες έδινε τον τόνο για την αντίσταση, επικαλούμενος τον ρώσικο πατριωτισμό. Ποτέ, άλλωστε, δεν υπήρξε ένθερμος οπαδός του διεθνισμού. Θιασώτης του «σοσιαλισμού σε μία χώρα» δεν είχε κανένα πρόβλημα να παραπέμψει στις ιδέες του κλασσικότερου εθνικισμού. Την παραμονή της επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης, μιλούσε στον σταθμό Μαγιακόφσκι του μοσχοβίτικου μετρό σε εκπροσώπους του τοπικού σοβιέτ, του ΚΚΣΕ και των ενόπλων δυνάμεων:

 Ι. Β. Στάλιν, 1942

Ι. Β. Στάλιν, 1942

«Και αυτοί οι άνθρωποι, δίχως τιμή και συνείδηση, αυτοί οι άνθρωποι που δεν έχουν ούτε ηθική ούτε μυαλό, είναι εκείνοι που διακηρύσσουν την εξόντωση του μεγάλου ρωσικού έθνους. Του έθνους του Πλεχάνοφ και του Λένιν, του Μπιελίνσκι και του Τσερνισέφσκι, του Πούσκιν και του Τολστόι, του Γκόρκι και του Τσέχοφ, του Γκλίνκα και του Τσαϊκόφσκι, του Σέτσενοφ και του Πάβλοφ, του Σουβόροφ και του Κουτούζοφ! Οι Γερμανοί εισβολείς θέλουν ένα πόλεμο εξόντωσης των λαών της Σοβιετικής Ένωσης. Ας κοπιάσουν. Αν θέλουν ένα τέτοιο πόλεμο θα τον έχουν.» (Ι. Β. Στάλιν, λόγος της 6ης Νοεμβρίου 1941)

Ανήμερα της επετείου μιλούσε στην Κόκκινη Πλατεία, σε ένα κοινό που το αποτελούσαν κυρίως στρατιώτες που είχαν μόλις επιστρέψει από το μέτωπο ή επρόκειτο να βρεθούν σε αυτό αμέσως μετά:

Μόσχα, 7 Νοεμβρίου 1941, πίνακας του Κονσταντίν Γιουόν, 1949

Μόσχα, 7 Νοεμβρίου 1941, πίνακας του Κονσταντίν Γιουόν, 1949

«Σύντροφοι, στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού και ναύτες του Κόκκινου Ναυτικού, αξιωματικοί και πολιτικά στελέχη, άνδρες και γυναίκες των ομάδων των παρτιζάνων! Ολόκληρος ο κόσμος έχει στρέψει τα μάτια του πάνω σας, πιστεύοντας ότι είστε η δύναμη που μπορεί να συντρίψει τις γερμανικές ορδές! Οι σκλαβωμένοι λαοί της Ευρώπης σας βλέπουν ως ελευθερωτές τους… Φανείτε άξιοι αυτής της υψηλής αποστολής… Ο πόλεμός σας είναι πόλεμος απελευθερωτικός, πόλεμος δίκαιος. Εμπνευστείτε από τις ηρωϊκές μορφές των μεγάλων προγόνων μας, από τον Αλέξανδρο Νιέφσκι και τον Ντμίτρι Ντανσκόι, τον Μίνιν και τον Παζάρσκι, τον Σουβόροφ και τον Κουτούζοφ! Θάνατος στους Γερμανούς εισβολείς! Ζήτω η ένδοξη πατρίδα μας, η ελευθερία κι η ανεξαρτησία της! Με το λάβαρο του Λένιν, εμπρός για τη νίκη!» (Ι. Β. Στάλιν, λόγος της 7ης Νοεμβρίου 1941)

Οι Σοβιετικοί συνέχιζαν να αμύνονται, ο χειμώνας πλησίαζε κι οι κουρασμένες γερμανικές δυνάμεις δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες για πόλεμο σε τέτοιες συνθήκες. Η ευκαιρία τους για μια γρήγορη, αποφασιστική επικράτηση είχε χαθεί. Είχε φτάσει η ώρα της χειμερινής σοβιετικής αντεπίθεσης. Η Στάφκα (Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση) είχε θέσει μέγιστους και ελάχιστους στόχους για την αντεπίθεση αυτή. Μόνον οι δεύτεροι επρόκειτο να πραγματοποιηθούν. Στον Βορρά ανακτήθηκε το Τιχβίν, καθιστώντας εκ νέου δυνατό τον ανεφοδιασμό του Λενινγκράντ. Στον Νότο ανακαταλήφθηκε το Ροστόφ, δέκα μόλις ημέρες μετά των απώλειά του. Τα σχέδια για την ανάκτηση του Χαρκόβου αποδείχθηκαν χιμαιρικά. Τα σοβιετικά κέρδη ήταν απλώς η δημιουργία του θυλάκου του Μπαρβένκοβο. Τέλος, ύστερα από μια μεγάλη αμφίβια επιχείρηση, οι Σοβιετικοί δημιούργησαν ένα προγεφύρωμα στη χερσόνησο του Κέρτς, στο νότιο άκρο της Κριμαίας.

Οι επιτυχίες ήταν εντυπωσιακότερες στο Μέτωπο της Μόσχας. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ΚΣ είχε κατορθώσει να προχωρήσει έως και 300 χλμ. Οι γερμανικές δυνάμεις, όμως, δεν είχαν περικυκλωθεί ούτε υποχωρήσει άτακτα. Είχαν μάλιστα κατορθώσει να κρατήσουν τον μεγάλο θύλακο του τριγώνου Ρζεφ-Γκιατσκ-Βιάσμα, σε απόσταση 120 χλμ. από τη σοβιετική πρωτεύουσα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΜΕΡΟΥΣ Ι: η κατάσταση των εμπολέμων στα τέλη του 1941

Στο τέλος της χρονιάς και οι δύο δυνάμεις, παρά τις μεγάλες απώλειες, πίστευαν ότι διατηρούσαν ακέραιες τις ελπίδες τους. Οι Σοβιετικοί είχαν την εντύπωση ότι τα δύσκολα είχαν περάσει, η γερμανική προέλαση είχε ανακοπεί και πλέον θα άρχιζε η ανάκτηση εδαφών. Οι Γερμανοί είχαν κατακτήσει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ και μπορούσαν εύλογα να θεωρούν την υποχώρηση στη Μόσχα τακτική αναδίπλωση. Είχαν ωστόσο χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Χίτλερ είχε αποδειχθεί ότι ήταν μάλλον απραγματοποίητα. Μια αίσθηση δυσαρέσκειας φαινόταν να επικρατεί. Ο Φύρερ ήταν δυσαρεστημένος με τους στρατηγούς του, τους οποίους κατηγορούσε για τις αποτυχίες. Ο φον Λέεμπ έχασε τη θέση του, ο φον Ρούντστεντ έπεσε προσωρινά σε δυσμένεια μετά την απώλεια του Ροστόφ, ο φον Μποκ απομακρύνθηκε ευσχήμως «λόγω ασθενείας».

Νοέμβριος 1941, Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν μέσα στη λάσπη/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1981-149-34A

Νοέμβριος 1941, Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν μέσα στη λάσπη/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1981-149-34A

Ακόμη πιο έντονη ήταν η δυσαρέσκεια μεταξύ των στρατιωτών. Τον Δεκέμβριο, ο διοικητής της 6ης Στρατιάς στρατάρχης φον Ράιχενάου ανακάλυπτε ότι το κτήριο του στρατηγείου του ήταν γεμάτο αντιπολεμικά συνθήματα. Σε άλλες περιπτώσεις, Γερμανοί κομμουνιστές που υπηρετούσαν στο Μέτωπο καλούσαν τους ομοϊδεάτες τους στη δημιουργία αντιστασιακών οργανώσεων με σκοπό την ανατροπή του ναζιστικού καθεστώτος. Άλλοι, πάλι, προτιμούσαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση με χιούμορ.

«Τα Χριστούγεννα δεν θα εορτασθούν εφέτος για τους εξής λόγους. Ο Ιωσήφ επιστρατεύθηκε. Η Παναγία υπηρετεί ως εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό. Το Θείο Βρέφος, μαζί με τα άλλα βρέφη και νήπια, στάλθηκε στην εξοχή για προστασία από τους βομβαρδισμούς. Οι τρεις μάγοι δεν πήραν βίζα: δεν κατέστη δυνατό να τους χορηγηθεί πιστοποιητικό αρίας καταγωγής. Το άστρο της Βηθλεέμ δεν πρόκειται να λάμψει λόγω της υποχρεωτικής συσκότισης. Οι βοσκοί είναι πλέον σκοποί ή κάνουν περιπολίες κι οι άγγελοι υπηρετούν στις διαβιβάσεις. Έμεινε μόνο το γαϊδουράκι, αλλά δεν μπορείς να κάνεις Χριστούγεννα μόνο μ’ αυτό.»

η Βέρμαχτ στην ΕΣΣΔ, Οκτώβριος 1941/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1989-030-27

η Βέρμαχτ στην ΕΣΣΔ, Οκτώβριος 1941/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1989-030-27

«Οδηγίες προς αδειούχους

Να θυμάστε ότι εισέρχεστε στην επικράτεια μιας εθνικοσοσιαλιστικής χώρας, στην οποία οι συνθήκες ζωής διαφέρουν αισθητά από εκείνες που έχετε συνηθίσει. Πρέπει να είστε διακριτικοί με τους κατοίκους, να προσαρμόζεστε στα ήθη και τα έθιμά τους και να αποφεύγετε τις συνήθειες που έχετε τόσο αγαπήσει.

– Μην ξηλώνετε το παρκέ και γενικά το πάτωμα. Οι πατάτες φυλάσσονται αλλού.
– Χρησιμοποιήστε κλειδιά για να ανοίγετε τις πόρτες. Η χρήση χειροβομβίδας επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
– Δεν είναι απαραίτητο να ρωτάτε πολίτες για το σύνθημα και το παρασύνθημα ούτε να πυροβολείτε αν δεν σας δώσουν τη σωστή απάντηση.
– Τα σκυλιά που είναι ζωσμένα με νάρκες και εκρηκτικά αποτελούν ιδιαιτερότητα της ΕΣΣΔ. Τα γερμανικά σκυλιά στη χειρότερη περίπτωση απλώς δαγκώνουν. Αν πυροβολείτε κάθε σκύλο που βλέπετε, μολονότι κάτι τέτοιο επιβάλλεται όταν βρίσκεστε στην ΕΣΣΔ, θα προκαλέσετε άσχημες εντυπώσεις.
– Στη Γερμανία, το γεγονός ότι ένα άτομο φορά γυναικεία ρούχα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι παρτιζάνος. Πάντως, να έχετε υπόψη ότι οι γυναίκες είναι εν γένει επικίνδυνες για οποιονδήποτε αδειούχο από το Μέτωπο.
– Γενικά, όταν είστε σε άδεια στην πατρίδα, να αποφεύγετε να κάνετε λόγο για την παραδεισένια ζωή σας στην ΕΣΣΔ. Μπορεί να θελήσουν να πάνε εκεί και άλλοι και να καταστρέψουν την ειδυλλιακή καθημερινότητά σας

[αμφότερα τα αποσπάσματα από Antony Beevor “Stalingradˮ, Viking 1998, επανέκδ. Penguin Books, Λονδίνο, σελ. 45-46]

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρη 1 (Η ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του 1930) και 2α (1941: Η Χρονιά του Τρόμου – Η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα και η σοβιετική αντίδραση)

Ιουνίου 21, 2015

«Ο πόλεμος είναι μια πράξη βίας. Ως προς την εκδήλωση της βίας αυτής δεν υπάρχει κανένα όριο». (Κάρολος φον Κλάουζεβιτς, 1780-1831, «Περί Πολέμου», βιβλίο Ι, κεφ. 1)

 Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Η σύγκρουση μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της κομμουνιστικής ΕΣΣΔ υπήρξε η μεγαλύτερη, η πιο αιματηρή ένοπλη σύρραξη στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Μια σύγκρουση λαών και ιδεολογιών, ένας ολοκληρωτικός πόλεμος που θα μπορούσε να λήξει μόνο με την εξόντωση ενός εκ των δύο εμπολέμων. Όχι μόνο η έκβασή του, αλλά κι ο ίδιος ο τρόπος διεξαγωγής του καθόρισε το μέλλον της Ευρώπης για δεκαετίες, κι ίσως το καθορίζει ακόμη. Ο πόλεμος αυτός διεξήχθη σε μια αχανή έκταση 1,5 εκ. τετραγωνικών χιλιομέτρων και «κατάπιε» 4,3 εκ. Γερμανούς και 10,6 εκ. Σοβιετικούς στρατιώτες. Στα θύματά του πρέπει να προσμετρήσουμε και τα πολλά εκατομμύρια αμάχων, κυρίως από σοβιετικής πλευράς. Ο πόλεμος αυτός περιλαμβάνει πράξεις απαράμιλλου θάρρους και πράξεις επονείδιστης δειλίας. Πράξεις στρατηγικής ιδιοφυΐας κι εγκληματικές αμέλειες. Βιαιοπραγίες, εκτελέσεις, σφαγές αμάχων. Το δράμα των αιχμαλώτων πολέμου. Εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες με αποκορύφωμα το αίσχος της Σοά. Αμέτρητες ζωές που θυσιάστηκαν στο βωμό της Μεγάλης Ιστορίας.

Η αποτίμηση της σύγκρουσης αυτής στη δυτική ιστοριογραφία ταλανιζόταν επί μακρόν από στερεότυπα: παραδοχή των εξηγήσεων που έδιναν Γερμανοί στρατιωτικοί στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την τελική αποτυχία τους, απόρριψη των σοβιετικών ιστορικών μελετών ως αμιγώς προπαγανδιστικών έργων (συχνά, όχι αδικαιολόγητα), αντιλήψεις που αποτελούσαν απόρροια του Ψυχρού Πολέμου, θεμελιώδης εχθρότητα προς την κομμουνιστική ΕΣΣΔ και γεωπολιτική αντιπαλότητα της Δύσης προς τη Ρωσία. Η επικράτηση της Σοβιετικής Ένωσης εξηγείται υπεραπλουστευτικά ως συνέπεια της αριθμητικής υπεροχής και του ανεξάντλητου ανθρώπινου και υλικού δυναμικού της. Οι ιδέες αυτές συσκότιζαν την ιστορική αλήθεια και δυσχέραιναν τις προσπάθειες κατανόησης ενός από τα σημαντικότερα γεγονότα του 20ού αιώνα.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Η ΕΣΣΔ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1930

Χάρτης των περιοχών που πλήγηκαν από λιμό το 1933

Στο εσωτερικό της, η Σοβιετική Ένωση φέρει το βάρος δύο μεγάλων ανθρωπογενών καταστροφών. Κατά το χρονικό διάστημα 1931-1933, τραγικές αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ έχουν ως αποτέλεσμα την εκδήλωση μιας σειράς φοβερών λιμών: η βίαιη και αδέξια μετάβαση από την παραδοσιακή οργάνωση της αγροτικής οικονομίας στη σοβιετική των κολχόζ και σοβχόζ, η στενόμυαλη επιμονή να τηρηθούν απαρεγκλίτως εντελώς εξωπραγματικά οικονομικά πλάνα, η εγκληματική απαίτηση της πολιτικής ηγεσίας για συμμόρφωση προς τις αποφάσεις της ανεξαρτήτως κόστους έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια περισσότερων από 6 εκατομμύρια ανθρώπινων ζωών, κυρίως στην Ουκρανία, τη νότια Ρωσία (περιοχές του Κουμπάν και του Κάτω Βόλγα), τα νότια Ουράλια, τη Δυτική Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Το 1937-38, εξίσου καταστροφικές αποδεικνύονται οι σταλινικές εκκαθαρίσεις στο στράτευμα, το κόμμα και τους κύκλους των διανοουμένων. Ακόμη και σήμερα είναι δυσχερής ο υπολογισμός του ακριβούς αριθμού εκείνων που εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν ή εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα του Γκουλάγκ.

Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική ανάπτυξη, η μαζική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και η βελτίωση των συνθηκών ζωής του πληθυσμού δημιουργούν την πεποίθηση ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο.

Στο εξωτερικό, η θέση της ΕΣΣΔ σε ένα ευμετάβλητο, εξαιρετικά ασταθές και επικίνδυνο περιβάλλον είναι ιδιαίτερα περίπλοκη: καθεστώς πολιτικά ανάδελφο, η Σοβιετική Ένωση αντιμετωπίζει με δυσπιστία τόσο τις καπιταλιστικές δυνάμεις της Δύσης όσο και την ιδεολογικά αντίπαλη ναζιστική Γερμανία. Η σοβιετική ηγεσία δεν έχει ξεχάσει τη συμμετοχή των Βρετανών και των Γάλλων (μαζί με τους Έλληνες, Πολωνούς, Ρουμάνους και άλλους συμμάχους τους) στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο. Φοβάται επίσης ότι οι δυτικοί θα προσπαθήσουν να στρέψουν τη γερμανική επιθετικότητα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν, πάντως, ξεσπάσει η κρίση μεταξύ Γερμανίας και Τσεχοσλοβακίας για το ζήτημα των Σουδητών, ο Στάλιν θα προσφερθεί να στείλει στρατεύματα για να εγγυηθεί την εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας. Τα στρατεύματα αυτά, όμως, πρέπει να περάσουν από πολωνικό έδαφος κι η Πολωνία δεν θα δώσει άδεια διέλευσης. Για εύλογους ιστορικούς λόγους, φοβάται εξίσου τη Γερμανία και τη σοβιετική Ρωσία, πιστεύει δε ότι όσο δεν συμμαχεί με τη δεύτερη μπορεί να γλιτώσει από τυχόν επίθεση της πρώτης. Επιπλέον, διεκδικεί κι εκείνη το μερίδιό της από ενδεχόμενο διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας. Με αυτά τα δεδομένα και την ενδοτικότητα της Βρετανίας του Τσάμπερλαιν και της Γαλλίας του Νταλαντιέ φτάνουμε στις επονείδιστες Συμφωνίες του Μονάχου, στις 29-30 Σεπτεμβρίου 1938, όταν η εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας θυσιάζεται από τους δυτικούς στον βωμό της πολιτικής του κατευνασμού της χιτλερικής Γερμανίας.

Συμφωνίες του Μονάχου, 29 Σεπτεμβρίου 1938: Τσάμπερλαιν, Νταλαντιέ, Χίτλερ, Μουσσολίνι και Τσάνο. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-R69173 / CC-BY-SA

Α.   ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΩΣ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ

Οι φόβοι των Σοβιετικών για τη θέση της Δύσης ενισχύονται: στο διάστημα μεταξύ των Συμφωνιών του Μονάχου και της εισβολής των στρατευμάτων του Γ΄ Ράιχ στην Τσεχοσλοβακία (Μάρτιος 1939), ιδίως δε μετά τη συνάντηση του Γάλλου Υπουργού Εξωτερικών Ζωρζ Μποννέ με τον Γερμανό ομόλογό του Γ. φον Ρίμπεντροπ (Δεκέμβριος 1938), οι γαλλικές εφημερίδες επιδίδονται σε εκστρατεία προπαγάνδας για τη δημιουργία μιας «Μεγάλης Ουκρανίας» η οποία θα αποσχιζόταν από την ΕΣΣΔ. Του νέου κράτους θα ηγούταν κάποιο ανδρείκελο, χρηματοδοτούμενο από τη Γερμανία, σαν τον Βασίλι Μπισκούπσκι ή τον Πάβλο Σκοροπάντσκι.

Β. Μ. Μόλοτοφ

Η «εκατονταετής» ειρήνη που θα διασφάλιζαν οι Συμφωνίες του Μονάχου, όπως έλεγαν κάποιοι στη Δύση, δεν κράτησε ούτε έξι μήνες! Στις 15 Μαρτίου 1939, η Γερμανία εισέβαλλε στην Τσεχοσλοβακία. Οχτώ ημέρες μετά, αποσπούσε το Μέμελ/ Κλάιπεντα από τη Λιθουανία. Στη Μόσχα, με διάταγμα του Ανωτάτου Σοβιέτ της 4ης Μαΐου 1939, ο Βιατσεσλάφ Μ. Μόλοτοφ, πρόεδρος του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ, αντικαθιστούσε τον Μαξίμ Λίτβινοφ, ένθερμο θιασώτη της συνεργασίας με τη Δύση εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας, στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών. Ήταν αυτό μια ένδειξη ότι θα άλλαζε κι η σοβιετική εξωτερική πολιτική;

Όχι απαραίτητα. Οι Σοβιετικοί φαίνεται να κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας με τη Δύση. Από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο του 1939 διαπραγματεύονται διαρκώς με τους Βρετανούς και τους Γάλλους με σκοπό τη συμμαχία κατά των ναζί. Η ΕΣΣΔ επιθυμεί μια συμμαχία με συγκεκριμένους όρους: πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς οι στρατιωτικές δυνάμεις που θα διαθέσει κάθε χώρα σε περίπτωση πολέμου. Σύμφωνα με το σχέδιο συμφωνίας που πρότειναν οι Σοβιετικοί, αν η Γερμανία στραφεί κατά της Γαλλίας και της Βρετανίας, η ΕΣΣΔ θα συμβάλει με δυνάμεις ίσες με το 60 % των αγγλογαλλικών. Εάν στραφεί κατά της Πολωνίας ή της Ρουμανίας, η ΕΣΣΔ θα διαθέσει τις ίδιες δυνάμεις με το ΗΒ και τη Γαλλία. Εάν, τέλος, στόχος της επίθεσης είναι η ίδια η Σοβιετική Ένωση, τότε Βρετανία και Γαλλία θα πρέπει να διαθέσουν δυνάμεις ίσες με το 70 % των σοβιετικών. Οι Γάλλοι δεν είναι αρνητικοί, αλλά αργούν να συμφωνήσουν. Οι Βρετανοί δεν έχουν καμία διάθεση να δεσμευθούν με τέτοιο τρόπο. Προτιμούν μια συμφωνία με ασαφείς όρους, την οποία πιστεύουν ότι θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν ως διπλωματικό χαρτί στο μέλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διαπραγματεύσεις δεν καταλήγουν πουθενά.

Β.   ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ ΩΣ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η διστακτικότητα της Δύσης, θα οδηγήσει τη σοβιετική ηγεσία στον κυνικό ρεαλισμό. Η γερμανική ηγεσία, προκειμένου να διασφαλίσει τα νώτα της λίγο πριν εισβάλει στην Πολωνία, προσεγγίζει την ΕΣΣΔ. Τον Αύγουστο του 1939, ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ και ο πρέσβης στη Μόσχα κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ προτείνουν στους Σοβιετικούς την υπογραφή συμφώνου μη επιθέσεως. Το δέλεαρ είναι σημαντικό: διασφάλιση της ειρήνης, έστω και προσωρινή, ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων (η γερμανική πολεμική βιομηχανία χρειάζεται απεγνωσμένα τις πρώτες ύλες που παράγει η ΕΣΣΔ), κατευνασμός της Ιαπωνίας με την οποία η ΕΣΣΔ βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και δυνατότητες εδαφικής επέκτασης για τους Σοβιετικούς με τρόπο που θα εγγυάται μεγαλύτερη ζώνη ασφάλειας. Με ιδιαίτερη διακριτικότητα όσον αφορά τη δημοσιότητα του γεγονότος, οι δύο ΥπΕξ υπογράφουν το σύμφωνο στις 23 Αυγούστου.

28 8 1939, υπογραφή Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ

Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, η ναζιστική Γερμανία εισβάλλει απρόκλητα στην Πολωνία. Κι ενώ οι γερμανικές δυνάμεις προελαύνουν παρά την ηρωϊκή, μα απέλπιδα, αντίσταση των Πολωνών, αρχίζουν να γίνονται αντιληπτοί και οι μυστικοί όροι του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ: στις 17 Σεπτεμβρίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλλει στην ανατολική Πολωνία. Τρεις ημέρες αργότερα έχει ήδη καταλάβει το Λβίφ, το Κόβελ, το Βίλνο/ Βίλνιους και το Γκρόντνο, αιχμαλωτίζοντας χιλιάδες Πολωνούς αξιωματικούς και στρατιώτες. Οι απλοί στρατιώτες απελευθερώθηκαν σχετικά γρήγορα, όχι όμως και οι αξιωματικοί. Αρκετοί από τους δεύτερους δεν θα επιζήσουν της αιχμαλωσίας: τον Απρίλιο του 1943 γερμανικές δυνάμεις ανακάλυπταν στο δάσος του Κάτυν, κοντά στο κατεχόμενο Σμολένσκ, τους μαζικούς τάφους χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών που είχαν εκτελεστεί, πιθανώς το 1940, από τους πράκτορες του Εν Κα Βε Ντε (του διαβόητου Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων/ Народный комиссариат внутренних дел). Η επιχείρηση στην Πολωνία παρουσιάζεται στη σοβιετική κοινή γνώμη ως απελευθέρωση της δυτικής Λευκορωσίας και Ουκρανίας!

Φινλανδός πολυβολητής

Ο Χειμερινός Πόλεμος με τη Φινλανδία: Με την ασφάλεια που της παρέχει το Σύμφωνο Ρ.-Μ., η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επιχείρηση εδαφικής επέκτασης, αυτή τη φορά προς Βορρά. Τα σοβιετοφινλανδικά σύνορα απέχουν μόλις 30 χλμ. από τη μεγαλούπολή του Λενινγκράντ. Η σοβιετική ηγεσία αποστέλλει στη φινλανδική τελεσίγραφο ζητώντας εδαφικές παραχωρήσεις (προτείνοντας πάντως και αμοιβαίες ανταλλαγές εδαφών). Για να αυξήσει την πίεση, προχωρά και στη συγκρότηση μιας κυβέρνησης ανδρεικέλων, αυτής της «ΛΔ Φινλανδίας», υπό τον Όττο Κουουσίνεν, η οποία θα μείνει γνωστή στην Ιστορία ως «κυβέρνηση του Τεριγιόκι». Οι Φινλανδοί αρνούνται τους όρους του τελεσιγράφου και στις 30 Νοεμβρίου ξεσπά ο πόλεμος. Οι Σοβιετικοί αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες: αφού ο Κόκκινος Στρατός προχώρησε σε φινλανδικό έδαφος σταματά στην αμυντική γραμμή Μάννερχάιμ, όπου θα καθηλωθεί για πάνω από δύο μήνες. Μπορεί η αριθμητική υπεροχή να ανήκει στους Σοβιετικούς, αλλά οι Φινλανδοί έχουν καλύτερο οπλισμό και είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι για ένα χειμερινό πόλεμο στον Βορρά. Μόλις στα τέλη Φεβρουαρίου ο Κόκκινος Στρατός κατορθώνει να διασπάσει τη φινλανδική άμυνα και να αναγκάσει τον Φινλανδό στρατάρχη Μάννερχάιμ σε συνθηκολόγηση (12 Μαρτίου). Οι όροι της είναι χειρότεροι για τους Φινλανδούς από το τελεσίγραφο του Νοεμβρίου: ειδικά η παραχώρηση του Βίμποργκ και οι χιλιάδες πρόσφυγες που θα εγκαταλείψουν την πόλη θα ενισχύσουν μοιραία τα εχθρικά αισθήματα για την ΕΣΣΔ. Επιπλέον, ο Πόλεμος του Χειμώνα κόστισε στην ΕΣΣΔ μεγάλες απώλειες (48 χιλ. νεκροί, 158 χιλ. τραυματίες), ενώ οι αποτυχίες του Κόκκινου Στρατού θα πρέπει να επέτρεψαν σε κάποιους να συναγάγουν συμπεράσματα για το πραγματικό αξιόμαχό του.

Η παράλληλη επέκταση: Τον Απρίλιο του 1940, η Γερμανία καταλαμβάνει τη Δανία και τη Νορβηγία. Ένα μήνα αργότερα ξεκινά την εντυπωσιακή επίθεσή της κατά των χωρών της Μπενελούξ και της Γαλλίας. Στις 14 Ιουνίου οι γερμανικές δυνάμεις εισέρχονται στο Παρίσι. Στις 22 Ιουνίου ο στρατάρχης Πεταίν συνθηκολογεί. Στο μεταξύ, η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επέκτασή της: στις 17-23 Ιουνίου καταλαμβάνει αστραπιαία τις τρεις Βαλτικές Δημοκρατίες (Λιθουανία, Λεττονία, Εσθονία), και στο τέλος του μήνα αποσπά από τη Ρουμανία τη Βεσσαραβία και τη Μπουκοβίνα. Έχει πλέον ανακτήσει σχεδόν το σύνολο των εδαφών της τσαρικής Ρωσίας (με την εξαίρεση μέρους της γερμανοκρατούμενης Πολωνίας), αλλά κατέχει πλέον και εδάφη που δεν ανήκαν ποτέ στην αυτοκρατορία των τσάρων (η Γαλικία και η Μπουκοβίνα ανήκαν ως το 1918 στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων).

Το Λονδίνο κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, φθινόπωρο 1940

Η Μάχη της Αγγλίας και η σταδιακή σοβιετική μεταστροφή: Τον Ιούλιο του 1940, οι Γερμανοί αρχίζουν να βομβαρδίζουν τη Βρετανία. Ο πρώτος μεγάλος βομβαρδισμός του Λονδίνου ανάγεται στις 7 Σεπτεμβρίου. Τα γεγονότα αυτά σηματοδοτούν μια σταδιακή μεταστροφή της σοβιετικής κοινής γνώμης, προφανώς με την άτυπη έγκριση της πολιτικής ηγεσίας: τον Οκτώβριο, η Πράφντα δημοσιεύει ρεπορτάζ του ανταποκριτή της στο Λονδίνο στα οποία παρουσιάζεται με ιδιαίτερη συμπάθεια η βρετανική αντίσταση στις γερμανικές επιθέσεις. Η μεταστροφή αυτή παρατηρείται και στους κύκλους των διανοουμένων: την ίδια εποχή, η Αχμάτοβα γράφει το ποίημά της «Προς Λονδρέζους»:

«Του Σαίξπηρ το εικοστό τέταρτο το δράμα
γράφει ο Χρόνος με το αμείλικτό του χέρι.
Κι εμείς, οι καλεσμένοι στη φριχτή γιορτή,
πέρα από το σκοτεινό ποτάμι,
κάλλιο να διαβάσουμε τον Άμλετ, τον Καίσαρα, τον Βασιλέα Ληρ.
Κάλλιο στον τάφο της να συνοδέψουμε τη λατρευτή Ιουλιέττα,
δαυλούς κρατώντας, τραγουδώντας.
Κάλλιο να δούμε μέσα απ’ του Μακμπέθ το παραθύρι.
ρίγη να νιώσουμε μπρος στους φονιάδες, τους κακούργους.
Μα όχι αυτό, όχι αυτό, όχι αυτό…
το δράμα αυτό είναι αβάσταχτο να το διαβάσουμε!» [Άννα Αχμάτοβα «Προς Λονδρέζους», πιθ. φθινόπωρο 1940, εκδόθηκε στη Συλλογή «Избранное Стихи», Τασκένδη 1943.]

Οι γερμανοσοβιετικές σχέσεις διαταράσσονται – η επίσκεψη Μόλοτοφ στο Βερολίνο: Και κάπως έτσι, παρά τη φαινομενική ηρεμία, καθίσταται σαφές ότι κάτι δεν πάει καλά στις γερμανοσοβιετικές σχέσεις. Και οι δύο πλευρές έχουν την αίσθηση ότι πρόκειται για παρά φύση «συμμαχία». Οι Γερμανοί είναι ανήσυχοι με τη σοβιετική εδαφική επέκταση, ιδίως όταν πια οι τυπικά σύμμαχοι έχουν πλησιάσει πολύ τις ρουμανικές πετρελαιοπηγές. Επομένως, είτε η ΕΣΣΔ θα συμμετάσχει ουσιαστικά στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας είτε θα είναι καλύτερο για τη δεύτερη να ξεμπερδεύει μιαν ώρα αρχύτερα με τον ιδεολογικό εχθρό του «ιουδαιομπολσεβικισμού»! Όλα αυτά θα φανούν ακόμη περισσότερο κατά την επίσκεψη του Μόλοτοφ στο Βερολίνο (12-14 Νοεμβρίου). Ο Χίτλερ προτείνει τη σοβιετική συμμετοχή στον διαμελισμό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά οι Σοβιετικοί ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σταθερότητα στα Βαλκάνια.

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Το βράδυ της 13ης Νοεμβρίου, παρατίθεται επίσημο δείπνο στη σοβιετική πρεσβεία στο Βερολίνο, το οποίο διακόπτεται λόγω βρετανικού βομβαρδισμού. Στο καταφύγιο του υπουργείου εξωτερικών, ο Ρίμπεντροπ επαναλαμβάνει στον Μόλοτοφ τη γερμανική πρόταση. Ακολουθεί η εξής στιχομυθία (η οποία, βέβαια, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ στον σοβιετικό τύπο: την εκμυστηρεύθηκε ο Στάλιν στον Τσέρτσιλλ, ο οποίος και την κατέγραψε στα απομνημονεύματά του):
Ρίμπεντροπ: «Δεν έχετε, όμως, απαντήσει ακόμη στο ουσιώδες ερώτημα. Θα συνεργαστεί η ΕΣΣΔ στη μεγάλη εκκαθάριση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας;
Μόλοτοφ: «Αν είστε τόσο βέβαιος ότι η Αγγλία είναι τελειωμένη, τότε τι στο καλό κάνουμε σε αυτό το καταφύγιο

ΜΕΡΟΣ Ι

Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ: Από την έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα ως και τη Μάχη της Μόσχας

«Θα έλεγε κάποιος ότι όλοι περίμεναν τον πόλεμο εδώ και καιρό, κι όμως, την τελευταία ώρα, το ξέσπασμα του πολέμου ήταν κάτι σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν προφανώς αδύνατο να προετοιμαστείς για μια δυστυχία τόσο φριχτή». [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (1915-1979) «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые»), 1959]

Α.   ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΣΑ

α.   Ο Χίτλερ αποφασίζει να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ

Κατά τα φαινόμενα, η επόμενη κίνηση του Χίτλερ θα πρέπει να ήταν η εισβολή στη Βρετανία. Μόνο που λόγοι τόσο «τεχνικής» όσο και ιδεολογικής φύσης καθιστούσαν το εγχείρημα αυτό εξαιρετικά δυσχερές. Το σχέδιο μιας απόβασης στη Βρετανία ενείχε σχεδόν αξεπέραστες δυσκολίες. Ο τελευταίος στην ιστορία που τα είχε καταφέρει, χάρη σε ευνοϊκές συγκυρίες, ήταν ένας Νορμανδός Δούκας σχεδόν 900 χρόνια πιο πριν. Επιπλέον, για τον Χίτλερ, μια τέτοια επίθεση κατά των Άγγλων ήταν αντίθετη προς τις ιδεολογικές πεποιθήσεις του. Ο ηγέτης του ναζισμού ποτέ δεν είχε κρύψει τον θαυμασμό του για τους Άγγλους: ήταν η άλλη «κυρίαρχη» φυλή, με την οποία θα μοιραζόταν τον κόσμο. Το πρότυπο του Χίτλερ για μια αχανή γερμανική αυτοκρατορία στην Ανατολή δεν ήταν άλλο από τη βρετανική Ινδία: πώς λίγοι κυρίαρχοι κατορθώνουν να επιβληθούν στα εκατομμύρια των ιθαγενών. Αργά ή γρήγορα, Γερμανία και Βρετανία θα έφταναν σε φιλικό διακανονισμό. Αν μάλιστα έβγαινε από τη μέση ο μόνος σοβαρός δυνητικός σύμμαχος των Βρετανών, η ΕΣΣΔ, τότε όλα θα γίνονταν πιο απλά. Επιπλέον, η Γερμανία θα ξεμπέρδευε με τον αιώνιο ιδεολογικό αντίπαλο, «το όνειδος του ιουδαιομπολσεβικισμού». Στις 18 Δεκεμβρίου 1940, ο Χίτλερ παίρνει την οριστική απόφασή του να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ! Ήταν περήφανος για την επιχείρηση που είχσ σχεδιασθεί κι απόλυτα αισιόδοξος για την κατάληξή της.

«Όταν η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα αρχίσει, ολόκληρη η υφήλιος θα κρατήσει την ανάσα της

«Απλώς θα χτυπήσουμε την πόρτα κι ολόκληρο το σαθρό οικοδόμημα θα καταρρεύσει μονομιάς!»

Ο πόλεμος αυτός θα ήταν διαφορετικός: φυλετικός, δίχως περιορισμούς. Η Βέρμαχτ δεν όφειλε να τηρήσει το δίκαιο του πολέμου, μια και «η ΕΣΣΔ δεν δεσμευόταν από τις σχετικές συνθήκες». Κομμισσάριοι και στελέχη του ΚΚΣΕ, Εβραίοι και αντάρτες θα παραδίδονταν στις ειδικές ομάδες των Ες Ες και τη στρατιωτική αστυνομία προς εκτέλεση. Ο άμαχος πληθυσμός, ως «Σλάβοι υπάνθρωποι», δεν θα ετύγχαναν καμιάς προστασίας, ούτε θα δικαιούνταν τρόφιμα ή ό,τι άλλο.

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, τα γερμανικά στρατεύματα θα εισβάλουν στη Σοβιετική Ένωση σε διάταξη τρίαινας αποτελούμενης από τρεις ομάδες στρατιών: Βορρά, υπό τον Βίλχελμ φον Λέεμπ, Κέντρου, υπό τον Φέντορ φον Μποκ, και Νότου, υπό τον Γκερτ φον Ρούντστεντ. Ο τρομερά φιλόδοξος στόχος είναι η κατάληψη ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ μέχρι το Αρχανγκέλσκ, τα Ουράλια και το Αστραχάν στις εκβολές του Βόλγα!

β.   Το σοβιετικό «μούδιασμα» και η έναρξη του πολέμου

Όσο πλησίαζε το θέρος του 1941 τόσο πύκνωναν τα μηνύματα με αποδέκτη τη σοβιετική κυβέρνηση σχετικά με επικείμενη γερμανική εισβολή. Έχοντας προφανώς επίγνωση του ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν ανέτοιμος για μια τέτοια σύγκρουση, η ηγεσία της ΕΣΣΔ προσπαθούσε απελπισμένα να αναβάλει το μοιραίο, προσποιούμενη ότι όλα έβαιναν καλώς όσον αφορά τις γερμανοσοβιετικές σχέσεις.

Στις 5 Μαΐου, ο Στάλιν δεξιωνόταν στο Κρεμλίνο αποφοίτους στρατιωτικών σχολών. Τους μίλησε για περίπου σαράντα λεπτά. Την επομένη, η Πράβντα συνόψιζε τον λόγο σε πέντε ή έξι ανώδυνες γραμμές. Το περιεχόμενο της ομιλίας επρόκειτο να γίνει γνωστό πολύ αργότερα.

«Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή και δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης πολύ σύντομα… Με όλα τα διπλωματικά μέσα που διαθέτει, η σοβιετική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό, τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο. Τότε θα είναι πολύ αργά για τους Γερμανούς. Μπορεί να το κατορθώσουμε, μπορεί και όχι…».

Επισήμως όλα συνέχιζαν να είναι ήρεμα. Άλλωστε, οι μεθοριακές σοβιετικές δυνάμεις είχαν λάβει διαταγές να μην αντιδρούν σε ύποπτες κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων, προκλήσεις ή παραβιάσεις του εναέριου χώρου της ΕΣΣΔ. Στις 14 Ιουνίου, το πρακτορείο ΤΑΣΣ εξέδιδε το περιβόητο ανακοινωθέν με το οποίο προσπαθούσε να πείσει ότι οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Γερμανία ήταν περίπου ανέφελες. Οι προσεκτικοί παρατηρητές περίμεναν τις γερμανικές αντιδράσεις. Δεν υπήρξε καμία.

Στα απομνημονεύματά του, ο Σοβιετικός στρατηγός Ιβάν Φεντιουνίνσκι διηγείται ένα παράξενο περιστατικό:

«Στις 18 Ιουνίου, εμφανίστηκε σε κάποιο σοβιετικό φυλάκιο ένας Γερμανός λιποτάκτης. Ισχυριζόταν πως, ενώ ήταν μεθυσμένος, χτύπησε έναν αξιωματικό. Είχε τον φόβο ότι θα τον περνούσαν από στρατοδικείο και θα τον τουφέκιζαν. Διατεινόταν ότι συμπαθούσε τους Ρώσους γιατί ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής. Στο τέλος, είπε σε αυτούς που τον ανέκριναν ότι, στις 22 Ιουνίου στις 4 το πρωί, ο γερμανικός στρατός θα εισέβαλε στη Ρωσία

Είχε ήδη πέσει η σύντομη νύχτα της 21ης Ιουνίου όταν ο Γερμανός πρεσβευτής στη Μόσχα, o κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ επισκέφτηκε τον Λαϊκό Επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων Βιατσεσλάφ Μιχάιλοβιτς Μόλοτοφ, έπειτα από επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις του δεύτερου. Ο φον Σούλενμπουργκ, που αγνοούσε τα πάντα για τις αποφάσεις που είχε λάβει ο Χίτλερ κι η ναζιστική ηγεσία εδώ και μήνες, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Επιστρέφοντας στην πρεσβεία, βρήκε τις οδηγίες του ΥπΕξ φον Ρίμπεντροπ: θα έπρεπε να μεταβεί αμέσως εκ νέου στο Κρεμλίνο και, χωρίς καμία συζήτηση, να διαβάσει στον Μόλοτοφ ένα τηλεγράφημα του Χίτλερ που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά συγκεκαλυμμένη κήρυξη πολέμου. Ο Ρώσος ΥπΕξ άκουσε αμίλητος το τηλεγράφημα κι έπειτα είπε στον φον Σούλενμπουργκ: «Πόλεμος, λοιπόν… Πιστεύετε ότι αξίζαμε κάτι τέτοιο;» [Alexander Werth (Александр Верт) “Russia At War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 195-201, 225]

Είχε αρχίσει να χαράζει. Την ίδια ώρα, τρία εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες, μαζί με ένα εκατομμύριο συμμάχους τους, (Ρουμάνους, Ούγγρους, Σλοβάκους και Ιταλούς) εισέβαλλαν στη Σοβιετική Ένωση, αρχίζοντας μια προέλαση που επρόκειτο σύντομα να τους φέρει στα περίχωρα της Μόσχας και του Λενινγκράντ και στις όχθες του Βόλγα. Η πιο μεγάλη πολεμική αναμέτρηση της Ιστορίας είχε μόλις αρχίσει.

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα φωτογραφία Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20  Grimm, Arthur  CC-BY-SA

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20 Grimm, Arthur CC-BY-SA

γ.   Η γερμανική προέλαση και η πανωλεθρία του Κόκκινου Στρατού

Οι πρώτες εβδομάδες του πολέμου αποτελούν πραγματική πανωλεθρία για τον Κόκκινο Στρατό. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δυνάμεις του υποχωρούν άτακτα ή προβάλλουν αντίσταση χωρίς συντονισμό και υποστήριξη και συχνά περικυκλώνονται από τις γερμανικές. Μεγάλος αριθμός αεροσκαφών και αρμάτων μάχης καταστρέφονται. Στη Μόσχα, η σύγχυση της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας είναι πρόδηλη: υπάρχει απόλυτη αδυναμία κατανόησης της κατάστασης. Οι αρχικές διαταγές της πρώτης ημέρας καταδεικνύουν ότι στο σοβιετικό επιτελείο νομίζουν πως είναι απλώς κάποια γερμανική πρόκληση στην οποία δεν πρέπει να ενδώσουν οι σοβιετικές δυνάμεις. Όταν πλέον γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για κανονική εισβολή, οι διαταγές που δίνονται είναι εντελώς εξωπραγματικές. Το επιτελείο κάνει λόγο για επιχειρήσεις στο εχθρικό έδαφος και βομβαρδισμό των πόλεων της Ανατολικής Πρωσίας, τη στιγμή που ο Κόκκινος Στρατός υποχωρεί παντού!
Στην Ουκρανία, ήδη από τις αρχές του Ιουλίου, οι σοβιετικές δυνάμεις έχουν υποχωρήσει πέρα από τα παλαιά (προ του 1939) σύνορα! Σχεδόν ολόκληρη η Λευκορωσία και η πρωτεύουσά της, το Μινσκ, είχε καταληφθεί, όπως και μεγάλο μέρος των Βαλτικών Δημοκρατιών.

Εξηγήσεις για την υποχώρηση: Πώς εξηγείται η πανωλεθρία αυτή των Σοβιετικών;

– Οι Γερμανοί έχουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, υπεροχή σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό (αριθμητική και ποιοτική). Έχουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο εκτελούν. Τα στρατεύματά τους είναι εμπειροπόλεμα και έχουν άριστο ηθικό, ειδικά μετά τον αστραπιαίο θρίαμβο της προηγούμενης χρονιάς στη Δύση.

– Ο Κόκκινος Στρατός πληρώνει διπλά το τίμημα των εκκαθαρίσεων του 1937-38, όταν διώχθηκαν κάπου 15.000 αξιωματικοί, δηλαδή ποσοστό περίπου 15 % του σώματος (το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο όσον αφορά τους ανώτατους αξιωματικούς). Όσοι έχουν απομείνει είναι σε μεγάλο βαθμό άπειροι (οι μόνες πρόσφατες πολεμικές εμπειρίες του Κόκκινου Στρατού αφορούσαν ειδικές περιπτώσεις: τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον πόλεμο στην Άπω Ανατολή κατά των Ιαπώνων, όταν ο Ζούκοφ είχε συντρίψει τους Ιάπωνες στον ποταμό Χαλκίν-Γκολ της Μογγολίας το 1939). Επιπλέον, οι εκκαθαρίσεις αποδεικνύονται καταστροφικές και διότι έχουν ενισχύσει διάφορες ιδεοληψίες και τον στείρο δογματισμό σε επίπεδο τακτικής και στρατηγικής. Η άμυνα παραμελείται εντελώς. Η αξία των τεθωρακισμένων και της κινητικότητας των μονάδων απορρίπτεται ως «ξεπερασμένη αστική ιδεοληψία». Ας θυμηθούμε ότι το γνωστότερο θύμα των εκκαθαρίσεων ήταν ο εκτελεσθείς στρατάρχης Μιχαήλ Νικολάγιεβιτς Τουχατσέφσκι, ο οποίος είχε αναπτύξει ιδιαίτερα πρωτοποριακές θεωρίες στρατηγικής και τακτικής (πίστευε λ.χ. ότι η πραγματική αξία μιας μονάδας βρίσκεται στον συσχετισμό της δύναμης πυρός και των δυνατοτήτων της κίνησης – ήταν θιασώτης των επιχειρήσεων σε βάθος κ.λπ.).

– Η γερμανική εισβολή βρίσκει τον Κόκκινο Στρατό ενώ ακόμη εξελίσσεται πρόγραμμα ριζικής αναδιοργάνωσης και εξοπλισμού του (βλ. άρθρο του, τότε, στρατηγού Ζούκοφ στην Πράφντα της 23ης Φεβρουαρίου 1941). Τα περισσότερα αεροσκάφη και άρματα μάχης που διαθέτει ανήκουν σε ξεπερασμένους τύπους. Επιπλέον, τα πληρώματά τους είναι ελλιπώς εκπαιδευμένα. Π.χ. οι πιλότοι των σοβιετικών αεροπλάνων που προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τη γερμανική εισβολή είχαν σε αρκετές περιπτώσεις μόλις 4-15 ώρες πτήσης, την ώρα που ο αντίστοιχος αμερικανικός στρατιωτικός κανονισμός απαιτούσε 150 ώρες πτήσης για να κριθεί πιλότος ως μάχιμος! Κι ακόμη, η ΕΣΣΔ δεν διέθετε σοβαρή αυτοκινητοβιομηχανία: η έλλειψη αυτή συνεπαγόταν θεμελιώδη αδυναμία του Κόκκινου Στρατού σε θέματα συγκρότησης μηχανοκίνητων μονάδων, μεταφορών, εφοδιασμού και υποστήριξης.

– Τέλος, η εδαφική επέκταση της ΕΣΣΔ προς Δυσμάς αποτελούσε επιπρόσθετο μειονέκτημα σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης: οι αμυντικές οχυρώσεις ήταν πρόχειρες κι ελλιπείς, τα στρατιωτικά αεροδρόμια λιγοστά. Ειδικά στις περιπτώσεις εδαφών που ποτέ δεν ανήκαν στη Ρωσία (Γαλικία, Μπουκοβίνα) η στάση του πληθυσμού ήταν έως και εχθρική προς τις σοβιετικές δυνάμεις. Στη δυτική Ουκρανία λ.χ., οι ομάδες των εθνικιστών ανταρτών του Μπαντέρα είχαν την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν το ξεκίνημα της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα προβαίνοντας σε πολυάριθμα σαμποτάζ που επέτειναν τη σύγχυση και τον πανικό του σοβιετικού στρατού.

Στο οχυρό του Μπρεστ-Λιτόφσκ: Και όμως… όπου υπήρχαν οι στοιχειώδεις έστω προϋποθέσεις, ο Κόκκινος Στρατός προέβαλε αντίσταση έως κι ηρωική. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν αυτό της φρουράς του οχυρού του Μπρεστ-Λιτόφσκ.

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Το Μπρεστ, κάποτε Μπρεστ-Λιτόφσκ, βρίσκεται στη Λευκορωσία στα σύνορα της χώρας με την Πολωνία. Η πόλη αποτελούσε πολωνικό έδαφος μέχρι το 1795, όταν, με τον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας, κατέληξε στη Ρωσία. Για να διασφαλισθεί η άμυνα της πόλης και της περιοχής της από κάθε πιθανό εισβολέα, οι Ρώσοι έχτισαν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ένα από τα πιο επιβλητικά φρούρια της εποχής σε ένα νησί που σχηματίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Μπουγκ και Μοχαβέτς.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το φρούριο κατελήφθη από τους Γερμανούς. Από την πόλη του Μπρεστ-Λιτόφσκ έστειλαν οι Γερμανοί ένα από τα πιο προκλητικά τελεσίγραφα στη Ρωσία των Μπολσεβίκων πλέον, στα τέλη του 1917. Στο οχυρό της πόλης υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1918, μετά από διαπραγματεύσεις μηνών, η Συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ η οποία έθετε τέρμα στον πόλεμο μεταξύ Γερμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας των Λένιν και Τρότσκι.

Η πόλη αλλάζει χέρια κάμποσες φορές μεταξύ Γερμανών, Ρώσων και Πολωνών στους οποίους και καταλήγει το 1921. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα αποτελέσει το θέατρο σκληρών μαχών δύο φορές. Η πρώτη πολιορκία της πόλης και του οχυρού ανάγεται στον Σεπτέμβριο του 1939, όταν η πολωνική φρουρά του οχυρού υπό τον στρατηγό Κονστάντυ Πλισόφσκι θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποκρούσει την επίθεση των γερμανικών δυνάμεων του στρατηγού Χάιντς Γκουντέριαν. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το φρούριο στις 17/18-9-1939, αλλά 4 ημέρες μετά το παραδίδουν στους Σοβιετικούς σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ. Σε λιγότερο από δύο χρόνια θα χρειαστεί να το πολιορκήσουν εκ νέου.

Οι Γερμανοί έφτασαν στην πόλη ήδη από την πρώτη ημέρα της εισβολής. Δύο ημέρες μετά, στις 24 Ιουνίου 1941, η πόλη είχε καταληφθεί, όχι όμως και το οχυρό της, όπου αντιστέκεται ηρωϊκά ισχυρή σοβιετική δύναμη. Μέχρι το τέλος του Ιουνίου οι Γερμανοί έχουν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του οχυρού. Ωστόσο θα συνεχίσουν να υπάρχουν μεμονωμένα σημεία αντίστασης μέσα στο φρούριο τουλάχιστον έως τις 24 Ιουλίου. Σε κάποιον από εκείνους τους γενναίους υπερασπιστές ανήκει κι η χαραγμένη στον τοίχο θρυλική επιγραφή: «Я умираю, но не сдаюсь! Прощай, Родина! 20.VII.41» («Εγώ πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι! Αντίο Πατρίδα! 20 Ιουλίου 1941»). Τον συγκεκριμένο χώρο στον οποίο βρέθηκε η επιγραφή τον υπερασπίζονταν στρατιωτικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε.

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Το σύνολο σχεδόν της φρουράς θυσιάστηκε, εκτός από λίγους βαριά τραυματισμένους τους οποίους αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί. Κάποιοι από αυτούς κατόρθωσαν να επιζήσουν στην αιχμαλωσία. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι, μετά την απελευθέρωσή τους το 1945, αντί να τους υποδεχτούν στην πατρίδα ως ήρωες, τους έστειλαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γκουλάγκ ως ύποπτους συνεργασίας με τον εχθρό.

Β.   Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ

α.   Η σοβιετική ηγεσία παίρνει τον λόγο

Ο πρώτος που απευθύνθηκε στον σοβιετικό λαό μετά τη γερμανική εισβολή ήταν ο ΥπΕξ Μόλοτοφ, το βράδυ της 22ας Ιουνίου. Ο Μόλοτοφ δεν ήταν σπουδαίος ρήτορας κι η κάπως εκνευριστική ένρινη φωνή του δεν βοηθούσε τα πράγματα. Ίσως, όμως, τα κομπιάσματα του λόγου του Μόλοτοφ να ήταν ό,τι πιο κατάλληλο για να φανεί η έκπληξη της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Μόλοτοφ στάθηκε στον απρόκλητο και άδικο χαρακτήρα της εισβολής, προσπάθησε να φανεί πατριωτικός, αλλά οι λέξεις κι ο τόνος του πρόδιναν πικρία, ταπείνωση και κάποια αμηχανία. Ίσα που κατάφερε να ψελλίσει ότι «ο αγώνας μας είναι δίκαιος, θα νικήσουμε».

Πολύ πιο ενδιαφέρων και γλαφυρός υπήρξε ο λόγος που εκφώνησε λίγο αργότερα ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσέρτσιλλ:

«Κανείς δεν υπήρξε σταθερότερος πολέμιος του κομμουνισμού κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 ετών απ’ ό,τι εγώ. Δεν πρόκειται να απαρνηθώ τίποτε από όσα έχω πει επί του θέματος αυτού. Όμως…
Βλέπω τους Ρώσους στρατιώτες πάνω στη γενέθλια γη τους. Τους βλέπω να υπερασπίζουν τις εστίες τους, εκεί που οι μάνες και οι γυναίκες τους προσεύχονται (ω, ναι, υπάρχουν στιγμές που όλοι προσεύχονται) για τη σωτηρία των αγαπημένων τους. Βλέπω χιλιάδες ρώσικα χωριά όπου οι άνθρωποι μοχθούν σκληρά καλλιεργώντας τη γη για να επιβιώσουν, εκεί, όμως, όπου υπάρχουν οι πρωταρχικές χαρές της ανθρώπινης ζωής, εκεί όπου παίζουν κοπέλες και παιδιά. Και βλέπω να εφορμά ενάντια σε αυτούς τους ανθρώπους η τρομακτική πολεμική μηχανή των ναζί. Βλέπω τον ανόητο Ούνο, υπάκουο και βίαιο ρομπότ, να ορμά σαν τις ακρίδες

Ο λόγος του Βρετανού πρωθυπουργού ήταν υπόσχεση άμεσης συμμαχίας. Ήταν πιθανώς το πρώτο ενθαρρυντικό μήνυμα που λάμβανε η σοβιετική ηγεσία την αποφράδα εκείνη 22α Ιουνίου.

Κι έπειτα, αφού πέρασαν δώδεκα ολόκληρες δραματικές ημέρες, ο Στάλιν μίλησε. Ο λόγος του μεγάλου αρχηγού άρχιζε απροσδόκητα:

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

«Σύντροφοι, πολίτες, αδερφοί κι αδερφές μου, μαχητές του στρατού και του ναυτικού μας! Απευθύνομαι σε σας, φίλοι μου

Ο Στάλιν δεν προσπάθησε να εξωραΐσει την κατάσταση. Την περιέγραψε με ακρίβεια και, παρά τον δραματικό χαρακτήρα της με ψυχραιμία. Δικαιολόγησε το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ ως μοναδικό τρόπο για διασφάλιση της ειρήνης. Έπειτα, εξέθεσε ένα πραγματικό πρόγραμμα πολέμου, ενός πολέμου ολοκληρωτικού που θα απαιτούσε τη συστράτευση όλων των δυνάμεων της σοβιετικής κοινωνίας και, δίχως αμφιβολία, μεγάλες θυσίες. Μαζική επιστράτευση, συγκρότηση ομάδων πολιτοφυλακής, οργάνωση πολιτικής άμυνας, χρήση όλων των παραγωγικών δομών στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, διαταγή περί «καμμένης γης» ώστε ο εισβολέας να μη βρίσκει τίποτε, ανταρτοπόλεμος στα κατεχόμενα από τον εχθρό εδάφη. Τέλος εξέφρασε ευγνωμοσύνη προς τον Τσέρτσιλλ και τη Βρετανία, καθώς και στην κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Η καλύτερη περιγραφή της αίσθησης που προκάλεσε στον σοβιετικό λαό το διάγγελμα του Στάλιν περιέχεται στο μυθιστόρημα του Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»:

Κ. Μ. Σίμονοφ

Κ. Μ. Σίμονοφ

«Ο Στάλιν μιλούσε αργά, βαριά, με έντονη γεωργιανή προφορά. Κάποια στιγμή, στη μέση του λόγου του, τον ακούσαμε, μετά τον ήχο του κρυστάλλου ενός ποτηριού, να πίνει νερό. Μιλούσε χαμηλόφωνα και θα μπορούσε να φαίνεται απολύτως ήρεμος αν δεν ήταν η βαριά, λαχανιασμένη ανάσα κι ο ήχος του νερού που έπινε.

Μολονότι, όμως, ήταν συγκινημένος, ο τόνος του εξακολουθούσε να είναι σταθερός, η σιγανή φωνή του ηχούσε δίχως διακυμάνσεις, δίχως ερωτηματικά… Κι από την αντίθεση μεταξύ αυτού του σταθερού λόγου και του τραγικού χαρακτήρα της κατάστασης την οποία εξέθετε, διαφαινόταν μια δύναμη, μια δύναμη που δεν ξάφνιαζε. Από τον Στάλιν θα το περίμενε κανείς.

Τον Στάλιν μπορούσε να τον συμπαθεί κάποιος με διάφορους τρόπους: απεριόριστα ή με επιφυλάξεις, με θαυμασμό και ορισμένο φόβο. Ορισμένοι, μάλιστα, δεν τον συμπαθούσαν καν. Κανείς, όμως, δεν αμφέβαλλε για το θάρρος και τη σιδερένια του θέληση. Ακριβώς αυτές οι ικανότητες έμοιαζαν τώρα οι πλέον απαραίτητες για τον άνθρωπο που ηγείται μιας εμπόλεμης χώρας.

Ο Στάλιν δεν χαρακτήριζε την κατάσταση ως τραγική. Ήταν δύσκολο να τον φανταστείς να προφέρει αυτή τη λέξη. Εκείνα, όμως, για τα οποία μιλούσε – η μαζική επιστράτευση, τα κατεχόμενα εδάφη, ο ανταρτοπόλεμος – σήμαιναν το τέλος των ψευδαισθήσεων. Είχαμε υποχωρήσει σχεδόν παντού και μάλιστα κατά πολύ. Η αλήθεια ήταν πικρή, αλλά κάποιος την έλεγε επιτέλους, και μαζί με την αλήθεια νιώθαμε τη γη πιο στέρεη κάτω από τα πόδια μας.

Ο Στάλιν περιέγραφε το δυστυχές ξεκίνημα αυτού του γιγάντιου και τρομερού πολέμου δίχως να αλλάξει το συνηθισμένο λεξιλόγιό του, μιλούσε για τις μεγάλες δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσουμε το ταχύτερο δυνατό και σε όλα αυτά δεν διαισθανόσουν την αδυναμία, αλλά τη δύναμη.

Αυτά τουλάχιστον σκεφτόταν ο Σιντσόφ ξαπλωμένος, ενώ βογγούσε ο ετοιμοθάνατος διπλανός του, και δεν σταματούσε να αναθυμάται κάθε λεπτομέρεια του λόγου του Στάλιν και το κάλεσμά του που συγκινούσε κατευθείαν τις καρδιές: “Φίλοι μου!”, λέξεις που ολόκληρο το νοσοκομείο τις επαναλάμβανε εκείνη την ημέρα.

“Φίλοι μου…”, μουρμούριζε ο Σιντσόφ και ξαφνικά κατάλαβε πως απ’ οτιδήποτε σπουδαίο, ακόμη και τεράστιο, είχε πετύχει ο Στάλιν έλειπαν πάντα αυτές οι λέξεις που ακούστηκαν σήμερα: “Αδερφοί κι αδερφές μου! Φίλοι μου!”. Ή μάλλον έλειπε το αίσθημα που έκρυβαν τούτες οι λέξεις. Να ήταν άραγε μοναχά η τραγωδία ενός πολέμου που γέννησε τις λέξεις αυτές, το αίσθημα αυτό;

Το ουσιώδες, αυτό που έμενε στην ψυχή μετά το διάγγελμα του Στάλιν, ήταν η πελώρια προσδοκία μιας αλλαγής: ότι όλα θα πήγαιναν καλύτερα…»

β.   Η πρώτη αναχαίτιση του γερμανικού Blitzkrieg: Σμολένσκ

Το πρόγραμμα πολέμου που είχε εξαγγείλει στις 3 Ιουλίου ο Στάλιν άρχισε σταδιακά να τίθεται σε εφαρμογή. Η στρατιωτική διοίκηση χωρίστηκε σε τρεις «άξονες»: ΒΔ με επικεφαλής τον στρατάρχη Βοροσίλοφ (και πολιτικό επίτροπο τον Ζντάνοφ), Δ με επικεφαλής τον στρατάρχη Τιμοσένκο (π.επ. Μπουλγκάνιν) και ΝΔ υπό τον στρατάρχη Μπουντιόννι (π.επ. Χρουστσόφ). Στις 16 Ιουλίου επανήλθε στο στράτευμα ο θεσμός της διπλής διοίκησης: δίπλα σε κάθε αξιωματικό, διοίκηση ασκούσε και ο κομμισσάριος του κόμματος (σε επίπεδο λόχου: πολιτικός καθοδηγητής/ политический руководитель). Σχεδόν ταυτόχρονα ξεκινούσε η τεράστια προσπάθεια μετεγκατάστασης των βιομηχανικών μονάδων από τη Δύση στα Ουράλια, τον Βόλγα και την Κεντρική Ασία.

Την ίδια μέρα, οι εμπροσθοφυλακές των στρατευμάτων του φον Μποκ συνάντησαν απροσδόκητα σκληρή αντίσταση ενώ πλησίαζαν στο Σμολένσκ. Η σοβιετική διοίκηση είχε αποφασίσει να δώσει απόλυτη προτεραιότητα στον άξονα Σμολένσκ-Μόσχας παρατάσσοντας ό,τι καλύτερο διέθετε σε στράτευμα και οπλισμό. Στο Σμολένσκ, επίσης, ο ΚΣ εμφάνισε για πρώτη φορά κι ένα όπλο σχεδόν μυθικό: τους πολλαπλούς εκτοξευτήρες πυραύλων που έμειναν στην Ιστορία με το προσωνύμιο «Κατιούσα». Πολύ πιο εξελιγμένοι και αποτελεσματικοί από τους αντίστοιχους γερμανικούς, σκόρπιζαν τον τρόμο στις τάξεις της Βέρμαχτ. Οι Γερμανοί στρατιώτες έκαναν λόγο για «αρμόνιο του Στάλιν»!

"Κατυούσα"

«Κατυούσα»

Τυπικά η Μάχη του Σμολένσκ είναι σοβιετική ήττα, μια και η πόλη έπεσε. Στην πραγματικότητα αποτελεί κομβικό σημείο του πολέμου, δεδομένου ότι η αντίσταση του Κόκκινου Στρατού καθυστέρησε δραματικά τη γερμανική προέλαση. Μέχρι τον Αύγουστο οι δυνάμεις της Βέρμαχτ δεν είχαν κατορθώσει να διασπάσουν τη σοβιετική άμυνα στη γραμμή Γιάρτσεβο-Γέλνιγια-Ντέσνα, κάπου 30 χλμ. ανατολικά του Σμολένσκ. Ίσως αυτή η καθυστέρηση να ήταν το γεγονός που απέτρεψε την πραγματοποίηση του μαξιμαλιστικού σχεδίου του Χίτλερ για προέλαση μέχρι τα Ουράλια!

Η αξία αυτής της σχετικής επιτυχίας που κόστισε αρκετές απώλειες επρόκειτο να αποδειχθεί πολύ αργότερα. Προς το παρόν, νέες μεγάλες συμφορές περίμεναν τη Σοβιετική Ένωση.

[Πρόκειται, εκ νέου, για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που οργάνωσε, στις 19 Ιουνίου 2015, η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου. Για να μη διαταράξω τη ροή του κειμένου, προτίμησα να μην παραθέσω διαδικτυακούς συνδέσμους (ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει ευχερώς πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα στις διάφορες γλωσσικές εκδόσεις της Βικιπαίδειας) ούτε και πλήρεις παραπομπές. Το βασικό βοήθημα (που οδήγησε στη διαμόρφωση της δομής του κειμένου και αποτέλεσε την πηγή των περισσότερων από τα πρωτότυπα κείμενα που παρατίθενται) είναι το συγκλονιστικό έργο του Alexander Werth (Александр Верт) «Η Ρωσία σε πόλεμο». Πολλά στοιχεία αντλήθηκαν και από τα βιβλία και άρθρα των Ζαν Λοπέζ, Ντ, Γκλάντς, Μπορίς Λωράντ και Άντονυ Μπήβορ. Στο τέλος της σειράς των αναρτήσεων θα παρατεθεί ενδεικτική βιβλιογραφία. Τέλος, αποκλίνοντας από τη συνήθη τακτική μου, επέλεξα να μεταγράψω τα ρωσικά ονόματα συμβατικά, με βάση τη γραφή και όχι την προφορά, διορθώνοντας μόνο τα σφάλματα τονισμού: π.χ. Μόλοτοφ (και όχι Μολότοφ, κατά τη συνήθη ελληνική μεταγραφή, ή Μόλαταφ, κατά τη ρωσική προφορά). Έχω την εντύπωση ότι κάτι τέτοιο θα προκαλέσει μικρότερη σύγχυση στους αναγνώστες.]

Μύθοι και στερεότυπα για τον Μεσαίωνα

Νοεμβρίου 6, 2014
Αδελφοί του Λιμπούρ "Les Très Riches Heures du duc de Berry", Μάιος

Αδελφοί του Λιμπούρ «Les Très Riches Heures du duc de Berry», Μάιος

[Δεν πρόκειται ακριβώς για νέα ανάρτηση, αλλά για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που διοργάνωσε στις 17 Οκτωβρίου 2014 η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου (Centre culturel Altrimenti, Λουξεμβούργο). Οι φίλοι του ιστολογίου θα διαπιστώσουν ότι το κείμενο περιέχει σχεδόν αυτούσιες κάποιες από τις παλαιότερες αναρτήσεις (όπως το «Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα», την «Ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο», τη «Γυναίκα στον Μεσαίωνα» ή το «Ψάχνοντας για μάγισσες στον Μεσαίωνα»), καθώς και στοιχεία από άλλες. Η όποια αξία του έγκειται στο ότι παρέχει μια συνθετική και, κατά το δυνατόν, συνοπτική εικόνα των θέσεων του ιστολογίου όσον αφορά το πλέον προσφιλές θέμα του. Ακριβώς επειδή πρόκειται για ομιλία, το κείμενο δεν περιέχει παραπομπές. Υπάρχει, όμως, μια ενδεικτική βιβλιογραφία στο τέλος του. Επίσης, για να διατηρήσω τη ροή του, επέλεξα να μην προσθέσω συνδέσμους. Για τις όποιες απορίες, οι φίλοι μπορούν να ανατρέξουν στη Βικιπαίδεια ή, ακόμη καλύτερα, να υποβάλουν το σχετικό ερώτημα μέσω σχολίου, ώστε να έχουμε κι εδώ μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.]

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εάν επιχειρήσετε να εισαγάγετε τη λέξη «Μεσαίωνας» σε κάποια διαδικτυακή μηχανή αναζήτησης, θα δείτε την οθόνη σας να πλημμυρίζει με ευρήματα στα οποία ο όρος και τα παράγωγά του χρησιμοποιούνται με σημασία σαφώς μειωτική. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν σχέση με την ομώνυμη ιστορική περίοδο, αλλά με γεγονότα της επικαιρότητας. Οι κατάφωρες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας, ο περιορισμός ή η κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων χαρακτηρίζονται πάντα ως «Εργασιακός Μεσαίωνας». Ειδήσεις από ταραγμένες περιοχές του πλανήτη συνοδεύονται από επισημάνσεις περί «μεσαιωνικής βαρβαρότητας» και «μεσαιωνικών σφαγών». Τα, εντελώς σύγχρονα, βασανιστήρια είναι οπωσδήποτε «μεσαιωνικά» για τα ΜΜΕ. Πρωθυπουργός κράτους μέλους της ΕΕ και της Ευρωζώνης χαρακτηρίζει το πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας ως «μέτρο καθαρά μεσαιωνικό». Κάποιος άλλος, αναφερόμενος στα μέτρα λιτότητας της Ελληνικής Κυβέρνησης, κυκλοφορεί διαδικτυακή αφίσα στην οποία αναγράφεται ότι «η Κυβέρνηση αποφάσισε να μετατρέψει ολόκληρη της χώρα σε θεματικό πάρκο… για τον Μεσαίωνα»! Η σύγχρονη επιδείνωση της κατάστασης όσον αφορά τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα και, ως εκ τούτου, τις συνθήκες ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού βαφτίζεται άνευ άλλου τινός «επιστροφή στον Μεσαίωνα». Η πολιτική και οικονομική ολιγαρχία που επωφελείται από αυτήν την αναδιανομή πλούτου και δικαιωμάτων χαρακτηρίζεται ως «νέα φεουδαρχία».

Με άλλα λόγια, η λέξη Μεσαίωνας αποτελεί για τον άνθρωπο της εποχής μας το κατεξοχήν κακέμφατο, τον απολύτως μειωτικό χαρακτηρισμό. Στο φαντασιακό μας, ο Μεσαίωνας έχει καταγραφεί ως εποχή σκοταδισμού και προλήψεων, επιδημιών, κοινωνικής αδικίας και καταπίεσης, βίας και πολέμων. Η εποχή του Μαύρου Θανάτου και της Ιεράς Εξέτασης.

Ανταποκρίνονται, όμως, όλα αυτά στην ιστορική πραγματικότητα; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει καταρχάς να ορίσουμε την ίδια την έννοια του Μεσαίωνα. Διαπιστώνουμε τότε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ιστορική περίοδο χιλίων περίπου χρόνων της οποίας την αρχή και το τέλος δυσκολευόμαστε αφάνταστα να καθορίσουμε, έστω και με τρόπο εντελώς συμβατικό.

Σόλιδος του Οδόακρου

Σόλιδος του Οδόακρου

Πότε αρχίζει ο Μεσαίωνας; Μας απαντούν συνήθως ότι αυτό συνέβη στις 4 Σεπτεμβρίου 476, όταν ο αρχηγός ενός βαρβαρικού μισθοφορικού σώματος, ο Οδόακρος, εκθρόνισε, με τρόπο σχετικά ειρηνικό, τον τελευταίο Ρωμαίο αυτοκράτορα της Δύσης, έναν ανήλικο που έφερε το συμβολικό όνομα Ρωμύλος Αυγουστύλος. Πιστεύετε άραγε ότι το συγκεκριμένο γεγονός σήμαινε για τους ανθρώπους που ζούσαν τότε πραγματική «αλλαγή εποχής»; Πολύ δύσκολα. Ο ίδιος ο Οδόακρος έκανε δέμα τα σύμβολα της αυτοκρατορικής εξουσίας και τα έστειλε συστημένα στον αυτοκράτορα της Ανατολής, τον Ζήνωνα. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν έπαυσε βέβαια να υφίσταται το 476. Γότθοι ηγεμόνες, όπως ο Θεοδώριχος ο Μέγας, θα συνέχιζαν να διοικούν την Ιταλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, η κοινωνική οργάνωση κι η νοοτροπία τους δεν θα μεταβληθεί στους αμέσως επόμενους αιώνες κατά τρόπο που να μαρτυρά ρήξη με το παρελθόν. Αυτό θα σας το επιβεβαιώσουν κι οι ιστορικοί που ειδικεύονται στην Ύστερη Αρχαιότητα.

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Εξίσου δυσχερής είναι και ο καθορισμός του τέλους του Μεσαίωνα. Κάποιοι αναζητούν ένα μεμονωμένο γεγονός που σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής. Την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, για παράδειγμα, το 1453, από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Γεγονός αναμφισβήτητα μεγάλης συμβολικής σημασίας, που όμως δεν επηρέασε κατά τρόπο καθοριστικό τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Για αυτόν τον λόγο, άλλοι επιλέγουν το 1492, το έτος ανακάλυψης της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Εξαιρετικά σημαντικό γεγονός, μόνο που οι συνέπειές του δεν έγιναν άμεσα αισθητές στην Ευρώπη. Έτσι, μια άλλη σχολή προτιμά ένα κριτήριο πιο λειτουργικό. Μας λένε, έτσι, ότι ο Μεσαίωνας τελειώνει όταν εκδηλώνεται σαφώς η Αναγέννηση. Η συμπαθής αυτή ταυτολογία προσκρούει σε μιαν άλλη δυσκολία: πότε συμβαίνει αυτό; Οι στοιχειωδώς ρεαλιστές θα απαντήσουν ότι δεν συμβαίνει την ίδια χρονική στιγμή για όλη την Ευρώπη, στην Ιταλία ίσως βρισκόμαστε στην Αναγέννηση ήδη από το 1450, ίσως και νωρίτερα (για ορισμένους ήδη από το 1370!), στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες, όμως, πρέπει να φτάσουμε στον 16ο αιώνα για να δώσουμε καταφατική απάντηση στο ερώτημα.

Όποιες χρονολογίες και να επιλέξουμε αυτό που διαπιστώνουμε στην πραγματικότητα είναι ότι, κατά την παγιωμένη αντίληψη, ο Μεσαίωνας ορίζεται εξ αντιδιαστολής και μάλιστα διττής, κάτι που μαρτυρά περιφρόνηση. Μεσαίωνας είναι ό,τι δεν ανήκει ούτε στην Αρχαιότητα ούτε στην Αναγέννηση και τους Νεότερους Χρόνους. Περιφρόνηση ως προς τη μέθοδο οριοθέτησης, περιφρόνηση όμως και ως προς την ονομασία. Πώς είναι δυνατό να ονομάζουμε «μέση», δηλαδή ενδιάμεση, μεταβατική, μια ολόκληρη χιλιετία ανθρώπινης Ιστορίας; Πώς είναι δυνατό να την αντιμετωπίζουμε ως εποχή ομοιόμορφη και στατική;

Ας επιχειρήσουμε να διακρίνουμε την ιστορική αλήθεια για αυτήν την τόσο συκοφαντημένη εποχή του Μεσαίωνα, επισημαίνοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, τις σταθερές και τις μεταβολές του σε πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο κι εξετάζοντας όλες αυτές τις κατηγορίες που εδώ και μερικούς αιώνες τον αμαυρώνουν.

ΜΕΡΟΣ Ι
ΕΠΟΧΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ;

Όπως προείπαμε, βιώνουμε σήμερα μια σαφή επιδείνωση των συνθηκών ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού, στην Ελλάδα μάλιστα με τρόπο ακόμη πιο ακραίο. Συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και των υπηρεσιών που παρείχε, κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, ψαλίδισμα των κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων, εξαφάνιση κάθε στοιχείου κοινωνικής πρόνοιας με «λογικές» εξοικονόμησης πόρων. Διαπιστώνεται μια τάση που θέτει εν αμφιβόλω τον πυρήνα του δημοκρατικού κράτους δικαίου και πρόνοιας. Συνειδητοποιούμε ότι ίσως τα όσα γνωρίζαμε και θεωρούσαμε δεδομένα δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα ευημερίας και δικαιοσύνης που αφορούσε ένα σύντομο διάστημα μέσα στην απεραντοσύνη του ιστορικού χρόνου κι ένα περιορισμένο κομμάτι της ανθρωπότητας. Επιστρέφουμε, επομένως, σε εποχές του παρελθόντος και συγκεκριμένα, όπως πολλοί υποστηρίζουν, στον Μεσαίωνα της φεουδαρχίας. Τα σύγχρονα οικονομικά συμφέροντα ταυτίζονται με τους φεουδάρχες, οι εργαζόμενοι με τους δουλοπάροικους. Πόσο ακριβές είναι αυτό;

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα ακόμη στερεότυπο που εκφέρεται με όρους συμβατικού λόγου, χωρίς να προϋποθέτει κάποια διαδικασία στοιχειώδους επιβεβαίωσης ως προς την ιστορική αλήθεια.

Α.   ΤΟ ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

α.   Άρχοντες και δουλοπάροικοι

Μας διαβεβαιώνουν ότι ο Μεσαίωνας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής ανισότητας κι αδικίας, μια και το μεγαλύτερο μέρος το πληθυσμού ήταν δουλοπάροικοι που εργάζονταν σκληρά και ζούσαν σε συνθήκες απίστευτης εξαθλίωσης, δίχως καθόλου δικαιώματα. Ο ισχυρισμός αυτός ενέχει χονδροειδείς ανακρίβειες.

1.   Οι δουλοπάροικοι του Μεσαίωνα δεν είναι σκλάβοι!

Μολονότι και για τους δουλοπάροικους τα μεσαιωνικά κείμενα χρησιμοποιούν τον όρο servus, δηλαδή αυτόν ακριβώς που για τους Ρωμαίους σήμαινε τον δούλο, το νομικό καθεστώς και η θέση των δουλοπάροικων του Μεσαίωνα απέχει παρασάγγες από εκείνη των δούλων της Αρχαιότητας. Εάν πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε αντιστοιχία με θεσμούς της ρωμαϊκής ειδικά εποχής, θα διαπιστώσουμε ότι η σχέση κυρίου και δουλοπάροικου κατά τον Μεσαίωνα βρίσκεται πολύ πιο κοντά στη σχέση κυρίου και πελάτη στα χρόνια της Ρώμης. Ο βασικός περιορισμός έγκειται στο ότι ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει χωρίς άδεια τη γη που καλλιεργεί. Ο περιορισμός αυτός δεν είναι τόσο παράλογος για κοινωνίες κατεξοχήν αγροτικές με μεγάλη ανάγκη για εργατικά χέρια.

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Κατά τα λοιπά, ο δουλοπάροικος έχει νομική προσωπικότητα, αντιθέτως προς τον δούλο. Ως υποκείμενο δικαίου διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα, έχει τη δική του περιουσία και φυσικά συνάπτει συμβάσεις για τη διαχείρισή της. Επιπλέον, η μεσαιωνική κοινωνία, ακόμη και στη φεουδαλική εκδοχή της, δεν χαρακτηρίζεται από τα στεγανά που εμείς της αποδίδουμε. Όπως μαρτυρούν τα έγγραφα της εποχής, ο δουλοπάροικος δεν είναι καν απαραίτητο να είναι αγρότης, μπορεί να είναι τεχνίτης που κατοικεί σε μια πόλη, ενώ επίσης μπορεί να συνάψει γάμο με άτομο που τυπικά έχει την ιδιότητα του ελεύθερου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Ζωρζ Ντυμπύ, σχολιάζοντας το έγγραφο μιας δικαιοπραξίας που βρισκόταν στα αρχεία της μονής του Κλυνύ: ο δουλοπάροικος Αλώμ, κάτοικος της κωμόπολης του Μπλανό, νυμφεύεται στο γειτονικό Οζάν τη Μαρχίλδη, γυναίκα που νομικά χαρακτηρίζεται ως ελεύθερη. Αποκτούν μαζί περιουσιακά στοιχεία τα οποία και διαθέτουν ελεύθερα, ενώ τα παιδιά τους υπάγονται στο νομικά ευνοϊκότερο καθεστώς, εν προκειμένω αυτό του ελεύθερου.

Ακόμη κι ο περιορισμός βάσει του οποίου ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει άνευ άλλου τινός τη γη που καλλιεργεί είναι στην πράξη σχετικός: αν το θέλει οπωσδήποτε, ο δουλοπάροικος μπορεί, με λίγο θάρρος, να εγκαταλείψει τον τόπο του και να αναζητήσει τη τύχη του αλλού. Αν ταξιδέψει κάπως μακριά (ας πούμε σε απόσταση 500 χιλιομέτρων), δηλώσει ψευδώς ότι είναι ελεύθερος και δώσει όρκο υποταγής στον τοπικό άρχοντα (που δεν είναι απαραίτητα φυσικό πρόσωπο, μπορεί να πρόκειται για μια μονή ή έναν καθεδρικό ναό) θα καταφέρει να εγκατασταθεί και να προκόψει χωρίς πολλές σκοτούρες ή προβλήματα. Τα εργατικά χέρια είναι πάντα και παντού ευπρόσδεκτα στον Μεσαίωνα κι οι ντόπιοι δεν έχουν κανένα συμφέρον να ψάξουν διεξοδικά μήπως ο νεοφερμένος έχει κάποιον αφέντη που βρίσκεται πέντε μέρες μακριά (πρβλ. το παράδειγμα του πατέρα της Μαρχίλδης στο έγγραφο που παραθέτει ο Ντυμπύ).

2.   Η πλειονότητα των πολιτών δεν έχει την ιδιότητα του δουλοπάροικου

Οι δουλοπάροικοι αποτελούν απλώς ένα τμήμα της φεουδαλικής κοινωνίας. Τα περισσότερα άτομα έχουν την ιδιότητα του ελεύθερου και φυσικά διαθέτουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην καθημερινότητά τους. Βεβαίως, ο άρχοντας ασκεί εξουσία, επιβάλλει και εισπράττει φόρους, δικάζει και τιμωρεί, άρα εκ των πραγμάτων καταπιέζει τους υποτελείς του. Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει ότι αυτή η καταπίεση παρεκκλίνει σημαντικά από τον μέσο όρο της Ιστορίας. Συνήθως, μάλιστα, η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου είναι πολύ χαλαρότερη απ’ ό,τι πιστεύουμε. Ακόμη και σε περιοχές όπου επικρατεί η φεουδαρχία, ο περισσότερος κόσμος δεν πρόκειται να δει σχεδόν ποτέ αυτόν που τυπικά είναι κυρίαρχός του. Ας θυμηθούμε το διάσημο παράδειγμα του Μονταγιού για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικά στη συνέχεια: το μικρό χωριό των Πυρηναίων υπάγεται στη δικαιοδοσία του κόμητος της Φουά. Αυτός ασκεί την εξουσία του μέσω δύο προσώπων: του καστελλάνου, όσον αφορά τα ζητήματα ασφάλειας, και του βαΐλου, για τις αστικές υποθέσεις (ο δεύτερος είναι σχεδόν πάντα κάποιος από τους προύχοντες του χωριού). Ο κόμης δεν πρέπει να έχει εμφανιστεί ποτέ στο χωριό. Η – απομακρυσμένη – εξουσία του δεν εκλαμβάνεται ως καταπίεση από τους κατοίκους. Αντιθέτως, ο κόμης είναι ιδιαίτερα αγαπητός, κυρίως γιατί αποτελεί τη μόνη ελπίδα προστασίας των χωρικών, πολλοί από τους οποίους έχουν ασπασθεί την «αίρεση» των Καθαρών, έναντι της Εκκλησίας και ειδικά της Ιεράς Εξέτασης.

Συμπερασματικά, αν κάποιος θέλει να βρει παραδείγματα εξαθλίωσης για να τα συγκρίνει με τις ζοφερές προοπτικές των σύγχρονων εργαζομένων, δεν έχει λόγο να τα αναζητήσει ειδικά στο Μεσαίωνα.

β.   Γιατί σήμερα «δεν επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα» – Η άσκηση εξουσίας

"Les Très Riches Heures du duc de Berry", Αύγουστος

«Les Très Riches Heures du duc de Berry», Αύγουστος

Ως κοινός παρονομαστής μεταξύ του Μεσαίωνα και των εξελίξεων της εποχής μας προβάλλεται η απίσχνανση της κεντρικής εξουσίας του κράτους και η αντίστοιχη ενδυνάμωση ιδιωτικών κέντρων εξουσίας. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι εσχάτως οι κρατικές οντότητες εμφανίζονται να παραιτούνται από σημαντικό μέρος των εξουσιών τους, τις οποίες μεταθέτουν ή των οποίων αποδέχονται τον σφετερισμό τους από πόλους εξουσίας οικονομικού κι επιχειρηματικού χαρακτήρα. Η τάση αυτή επιδεινώνεται εξαιτίας της αδυναμίας και της έλλειψης βουλήσεως που επιδεικνύει η κρατική εξουσία όσον αφορά τον έλεγχο των οικονομικών παραγόντων, έλεγχος που έχει καταστεί εκ των πραγμάτων δύσκολος εξαιτίας του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος. «Παρομοίως», στον Μεσαίωνα η κεντρική εξουσία εμφανίζεται αδύναμη έναντι των τοπικών φεουδαρχών, οι οποίοι ασκούν σχεδόν απόλυτη εξουσία στην περιοχή δικαιοδοσίας τους. Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή οι ομοιότητες είναι μάλλον επιφανειακές.

1.   Η διαφορά ως προς τον τρόπο κατανομής και άσκησης της εξουσίας

Με κάποια δόση ελευθερίας, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η κατανομή της εξουσίας στον Μεσαίωνα (βασιλιάς-φεουδάρχες) είναι κάθετη, ενώ στην εποχή μας (κρατικές οντότητες-οικονομικά συμφέροντα) οριζόντια. Στον Μεσαίωνα υπάρχει κατά τόπον κατάτμηση ομοειδούς εξουσίας. Η εξουσία που ασκεί ο βασιλιάς δεν διαφοροποιείται ποιοτικά από αυτήν που ασκούν οι φεουδάρχες, παρά μόνον ως προς τα όρια της κατά τόπον δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, τόσο στην περίπτωση του βασιλιά όσο και αυτή των φεουδαρχών πρόκειται για την κλασσική μορφή εξουσίας που συναντούμε, σε πιο εξελιγμένη μορφή, και στα σύγχρονα κράτη (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, στρατιωτική και αστυνομική, επιβολής φόρων κ.ο.κ.). Το μόνο που διακρίνει την κεντρική εξουσία από τις κατά τόπους, είναι η θέση του βασιλιά ως επικυρίαρχου των φεουδαρχών, η οποία ισοδυναμεί με μια μάλλον χαλαρή εποπτεία. Σήμερα, αντιθέτως, οι οικονομικοί παράγοντες δεν ασκούν εξουσία με τον ίδο τρόπο που το πράττουν τα κράτη: καθορίζουν τις συνθήκες των αγορών, ασκούν οικονομικές και άλλες πιέσεις στην εκτελεστική εξουσία, χειραγωγούν την κοινή γνώμη μέσω φίλα προσκείμενων ΜΜΕ κ.ο.κ. Επιπλέον, το ίδιο οικονομικό κέντρο εξουσίας δεν δρα στην επικράτεια ενός μόνον κρατικού μορφώματος, αλλά περισσοτέρων, ενδεχομένως και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο ένας πόλος διαφοροποιείται από τον άλλο ως προς την άσκηση εξουσίας και τοπικά και ποιοτικά, στοιχείο που δεν υπάρχει στη φεουδαρχία του Μεσαίωνα.

2.   Η διαφορά ως προς τον χαρακτήρα της εξουσίας

Είναι προφανές ότι η εξουσία που ασκείται σήμερα από οικονομικά συμφέροντα είναι απρόσωπη. Φορείς της είναι επιχειρηματικά σχήματα με μορφή συνήθως εταιρική που είναι δύσκολο έως αδύνατο να προσωποποιηθούν. Άλλωστε και αφεαυτής η άσκηση τέτοιας εξουσίας έχει ακαθόριστο χαρακτήρα, από την άποψη ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί σε ποιό ποσοστό καθόρισε την μία ή την άλλη εξέλιξη καθένας από τους οικονομικούς παράγοντες ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση, η εξουσία των οικονομικών συμφερόντων εκλαμβάνεται ως απρόσωπη από τους ίδιους τους εξουσιαζόμενους (οι οποίοι συχνά αδυνατούν να κατανοήσουν ποιός ακριβώς είναι ο υπεύθυνος για κάποιο δυσμενές γι’ αυτούς αποτέλεσμα, για αυτό και κατηγορούν συλλήβδην τα κέντρα οικονομικής εξουσίας, συνήθως μαζί με τους εκάστοτε φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, ή καταφεύγουν σε θεωρίες συνωμοσίας). Στο σημείο αυτό, η διαφορά με την κατάσταση στα χρόνια του Μεσαίωνα είναι χαοτική.

Η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζομένου κατά τον Μεσαίωνα είναι σαφώς προσωπική. Η σύναψή της προϋποθέτει την αποδοχή και των δύο μερών. Δεν υπάρχει τίποτε χαρακτηριστικότερο ή πιο συμβολικό για τη φεουδαλική κοινωνία του Μεσαίωνα από το hommage (λατ. hommagium, hominium hominagium). Στα ελληνικά το αποδίδουμε συνήθως ως «όρκο υποτελείας», αλλά η μετάφραση αυτή αδυνατεί να περιγράψει επακριβώς την έννοια του θεσμού. Το hommage περιλαμβάνει βεβαίως μια τελετή, κατά την οποία ο υποτελής-βασσάλος γονατίζει μπροστά στον επικυρίαρχό του, του δίνει τα χέρια του και στη συνέχεια προφέρει τον όρκο υποτελείας σ’ αυτόν. Πρωτίστως, όμως, είναι μια αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ του βασσάλου και του επικυρίαρχου. Ο βασσάλος αναλαμβάνει στρατιωτική υποχρέωση, δεσμευόμενος να συνδράμει στην άμυνα και ασφάλεια των εδαφών του επικυρίαρχου (ost, υποχρέωση χρονικής διάρκειας 40 ημερών ετησίως) και να συμμετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις του δεύτερου εκτός των εδαφών του (chevauchée), να τον συμβουλεύει σε θέματα διοίκησης, άμυνας και απονομής δικαιοσύνης και, τέλος, να του παράσχει τη βοήθειά του στις λεγόμενες τέσσερις περιπτώσεις (συνεισφορά στα λύτρα για την απελευθέρωση του κυρίου σε περίπτωση αιχμαλωσίας του, στα έξοδα για την εκπαίδευση του πρωτότοκου γιου του κυρίου ως ιππότη, στα έξοδα του γάμου της μεγαλύτερης κόρης του και στις δαπάνες που θα υποβληθεί ο κύριος αν εκστρατεύσει σε σταυροφορία). Από την πλευρά του, ο επικυρίαρχος εγγυάται για την ασφάλεια του βασσάλου, της οικογένειας και των ανθρώπων του και του παραχωρεί ένα φέουδο, μεταβιβάσιμο κληρονομικά στους απογόνους του βασσάλου. Βέβαια, οι δομές και οι σχέσεις της μεσαιωνικής κοινωνίας αποδεικνύονται πιο σύνθετες στην πράξη: τίποτε δεν εμποδίζει έναν κατώτερο άρχοντα να δώσει όρκο υποτελείας σε περισσότερους του ενός επικυρίαρχους. Η πλειονότητα κυρίων μπορεί να προκαλέσει σύγκρουση καθηκόντων στον βασσάλο, στην όχι και τόσο απίθανη περίπτωση που θα έρθουν αντιμέτωποι δύο από τους επικυρίαρχούς του. Προκειμένου να επιλυθούν τέτοιες συγκρούσεις, ο Μεσαίωνας εφευρίσκει τον θεσμό του hommage lige, την κατά προτεραιότητα υποτέλεια δηλαδή: στρατιωτική υποχρέωση οφείλεται πρωτίστως στον άρχοντα του οποίου κατέστη λίζιος ο βασσάλος.

Hommage

Hommage

Το hommage δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ αρχόντων. Έστω και χωρίς λαμπρές τελετές, επικυρώνει την ιεραρχική υποταγή και του απλού λαού, περιλαμβανομένων και των δουλοπάροικων. Κατά κανόνα, άλλωστε, κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέτει σε αμφισβήτηση τη σχέση υποτέλειας. Όχι μόνο γιατί αυτό επιτάσσει η κυρίαρχη αντίληψη της εποχής, αλλά και γιατί πρακτικά η σχέση είναι ακριβώς αυτή της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Ο άρχοντας υποχρεούται να εγγυηθεί την προστασία όλων των υποτελών του. Στο κάτω-κάτω, αυτή την έννοια δεν έχει κι η γνωστή γαλλική φράση « noblesse oblige »; Το να είσαι άρχοντας συνεπάγεται υποχρώσεις. Αυτό δηλαδή που δεν συμβαίνει με τους «φεουδάρχες» της εποχής μας, που διεκδικούν τα πάντα, ζητούν οτιδήποτε, επιβάλλουν όσα επιθυμούν, ενώ οι υποτελείς τους (που δεν έδωσαν κανένα όρκο υποτελείας) καταλήγουν να έχουν μόνο υποχρεώσεις.

Β.   ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ

Η επικράτηση της φεουδαρχίας δεν είναι ούτε καθολική, ούτε διαχρονική. Παρότι για τον σύγχρονο άνθρωπο η φεουδαρχία παρουσιάζεται ως το σήμα κατατεθέν του Μεσαίωνα, στην πραγματικότητα δεν αφορά ούτε ολόκληρη την ιστορική περίοδο, ούτε φυσικά όλες τις περιοχές της Ευρώπης (έστω της Δυτικής). Στην ολοκληρωμένη μορφή του, το φεουδαλικό σύστημα επικρατεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περίπου τριών αιώνων (από το δεύτερο μισό του 11ου έως τα μέσα του 14ου αι.) και απαντά κυρίως στη Βόρεια Γαλλία (όπου και το αρχέτυπο του συστήματος), σε σημαντικό βαθμό στην Αγγλία των Νορμανδών και λιγότερο σε αγροτικές περιοχές της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Σημαντικό μέρος της Ευρώπης δεν γνωρίζει ουσιαστικά ποτέ τη φεουδαρχία. Οι εμπορικές «δημοκρατίες» της Ιταλίας διοικούνται συλλογικά από μια αριστοκρατία εμπόρων και επιχειρηματιών: ήδη από το δεύτερο μισό του δέκατου αιώνα, το Αμάλφι εμφανίζει τα χαρακτηριστικά αυτά και προαναγγέλει τη δράση των πιο ολοκληρωμένων και σαφώς μακροβιότερων περιπτώσεων της Βενετίας, της Γένοβας ή της Πίζας. Η πλειονότητα των ιταλικών πόλεων, τουλάχιστον βορείως της παπικής επικράτειας, λειτουργεί με τον τρόπο αυτό (που είναι σαφέστατα περισσότερο συγκρίσιμος με τον καπιταλισμό των νεότερων χρόνων απ’ ό,τι η φεουδαρχία). Τα ίδια ισχύουν για τις πολυάριθμες ελεύθερες πόλεις της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, από την κοιλάδα του Ρήνου και το Στρασβούργο, έως τη Λυβέκη και τις πόλεις της Χανσεατικής Ένωσης, στη Βόρεια ή στη Βαλτική Θάλασσα, αλλά και για εκείνες των Κάτω Χωρών ή της ανατολικής Γαλλίας που αποτελούν κέντρα έντονης εμπορικής δραστηριότητας.

α.   Η εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα στα χρόνια του Μεσαίωνα

Μεσαιωνική τράπεζα

Μεσαιωνική τράπεζα

Πολλοί, και μεταξύ τους ακόμη κι οικονομολόγοι και ιστορικοί άλλων περιόδων, έχουν στο μυαλό τους μια πολύ γραφική εικόνα για τον έμπορο του Μεσαίωνα. Τον φαντάζονται να διασχίζει κάποια χερσαία εμπορική οδό που οδηγεί από την Ιταλία σε κάποια πόλη του Βορρά ταλαιπωρημένο και κατάκοπο, οδηγώντας υποζύγια φορτωμένα με εμπορεύματα και σακιά με τορνέζια, υπέρπυρα ή κάποιο άλλο νόμισμα της εποχής, προκειμένου να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές του. Κάποιοι, μάλιστα, είναι έτοιμοι να μας διαβεβαιώσουν ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονται με αντιπραγματισμό κι ότι υφάσματα ανταλλάσσονται με κοτόπουλο! Μόνο που η αλήθεια είναι διαφορετική.

Ο Ιταλός έμπορος του παραδείγματός μας δεν έχει μαζί του στην πραγματικότητα παρά λίγα μετρητά. Για τις συναλλαγές του θα χρησιμοποιήσει αξιόγραφα (κυρίως συναλλαγματικές, αλλά και επιταγές και γραμμάτια) ή μπορεί να προτιμήσει τη μεταφορά χρηματικού ποσού από την τράπεζά του! Στη έδρα του τηρεί λογιστικά βιβλία (διπλά μάλιστα) και πιθανώς διατηρεί με την τράπεζά του αλληλόχρεο λογαριασμό. Τα εμπορεύματά του συνήθως τα ασφαλίζει έναντι παντός κινδύνου. Οι διαφορές δεν είναι και πολλές από τον επιχειρηματία της εποχής μας.

Οι τράπεζες άλλωστε της εποχής προσφέρουν πολλές και διάφορες χρηματοπιστωτικές κι άλλες υπηρεσίες. Έχουν υποκαταστήματα στα περισσότερα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Οι πιο πολλές από αυτές είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές των Μπάρντι, των Περρούτσι και των Ατσαγιόλι στη Φλωρεντία. Οι τελευταίοι, έχοντας αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του ανδεγαυικού βασιλικού οίκου της Νάπολής, θα ανταμειφθούν με το Δουκάτο των Αθηνών. Με λίγη τύχη θα μπορούσαμε ίσως να θαυμάζουμε τον πύργο τους δίπλα στα Προπύλαια της Ακρόπολης. Τον κατεδάφισε, όμως, το Ελληνικό Δημόσιο (με χρηματοδότηση του Ερρίκου Σλήμαν) στα τέλη του 19ου αιώνα, για να μη «μολύνει» την αγνότητα του Ιερού Βράχου!

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Υπάρχουν όμως και κρατικές τράπεζες (αυτή της Βενετίας ή η Μόντε ντέι Πάσκι της Σιένας) ή τράπεζες που ανήκουν στα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες και Ιωαννίτες). Έτσι, ένας Γάλλος ευγενής που επιθυμεί να ταξιδέψει στα φραγκικά κράτη της Ανατολής και τους Άγιους Τόπους δεν πρόκειται να πάρει μαζί του μετρητά: θα απευθυνθεί στον ειδικό και θα καταθέσει ένα χρηματικό ποσό στο πλησιέστερο διοικητήριο των Ναϊτών. Εφοδιασμένος με τα απαραίτητα αποδεικτικά θα εισπράξει το ποσό σε μετρητά από κάποιο διοικητήριο ή την έδρα του Τάγματος στον προορισμό του. Το Τάγμα θα αφαιρέσει βεβαίως την προμήθειά του για τις υπηρεσίες που προσέφερε.

Μιλώντας όμως για μεσαιωνικό εμπόριο μία είναι η πόλη που έρχεται πρώτη στο μυαλό μας. Η Βενετία.

1.   Η ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο

Το όνομά του είναι άγνωστο στον μέσο άνθρωπο της εποχής μας, αλλά ο Ρομάνο Μαϊράνο είναι αληθινός σταρ για όσους μελετούν την Ιστορία του Μεσαίωνα, τούτο δε χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία: η τελευταία απόγονος της οικογένειας αποφάσισε προς το τέλος της ζωής της να μονάσει. Αποσύρθηκε στο κοινόβιο του Αγίου Ζαχαρία όπου και μετέφερε τα οικογενειακά αρχεία, σώζοντάς τα από την καταστροφή. Έτσι, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας κάπου διακόσια εμπορικά έγγραφα, στην πλειονότητά τους συμβάσεις, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για την επιχειρηματική σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο, Ενετού εμπόρου του 12ου αιώνα.

Ο Μαϊράνο είναι γόνος οικογένειας ευγενών, πρόσφατα εγκατεστημένων στο Ριάλτο. Τα ίχνη των πρώτων εμπορικών κινήσεών του ανάγονται στα 1150, όταν ο νεότατος Μαϊράνο δανείζεται για την πρώτη εμπορική αποστολή του. Προφανώς η επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής, μια και εξοφλεί χωρίς προβλήματα το ποσό του δανείου. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται. Σχεδόν αμέσως μετά τον γάμο μεταφέρει τις δραστηριότητές του στην Κωνσταντινούπολη (στα πρώτα ταξίδια του μεταφέρει συνήθως στη Βασιλεύουσα φορτία ξυλείας). Συνεργάζεται με τον αδελφό του, τον Σαμουήλ, και μαζί προβαίνουν στη σύσταση μιας οικογενειακής εταιρίας (fraterna societas). Έχουν τακτικές εμπορικές συναλλαγές με την ηπειρωτική Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, ο Ρομάνο αγοράζει ακίνητα στη Βασιλεύουσα, η εκμετάλλευση των οποίων του αποφέρει ικανά κέρδη για να αναλάβει εμπορικές αποστολές μεγαλύτερης εμβέλειας: πλέον ταξιδεύει προς την Άκρα, την Τύρο, την Αντιόχεια και τα άλλα λιμάνια της φραγκικής Ανατολής, αλλά και προς τη μουσουλμανική Αλεξάνδρεια. Την ίδια περίοδο καταγράφονται τακτικές εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές του με το Τάγμα των Ναϊτών.

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Το 1163, μετά από δεκαετή απουσία από τη μητρόπολη, ο Ρομάνο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία με αποκλειστικό σκοπό την αγορά του πρώτου ιδιόκτητου εμπορικού πλοίου του. Το 1165 τον βρίσκουμε στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Χρηματοδοτεί ένα συμπατριώτη του έμπορο, τον Μάρκο Έντσιο: οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ταξιδέψουν με το πλοίο του Μαϊράνο για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Από την Άκρα θα βρεθούν στον Χάνδακα της Κρήτης κι από εκεί θα συνεχίσουν ως την Αλεξάνδρεια για να επιστρέψουν από το αιγυπτιακό λιμάνι στη βάση τους. Προς το τέλος του 1167 ο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία για να αγοράσει το δεύτερο πλοίο του. Δανείζεται από οχτώ πλούσιους συμπολίτες του συνολικό ποσό 796 υπέρπυρων. Το δάνειο θα επιστραφεί εντόκως την άνοιξη του 1168 (με επιτόκιο 44%!).

Τον Οκτώβριο του 1169 ο Μαϊράνο βρίσκεται πίσω στην Κωνσταντινούπολη, μολονότι οι ενετικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες τους για τη ραγδαία επιδείνωση των διπλωματικών σχέσων μεταξύ της Γαληνοτάτης και του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Αρχικά, φαίνεται να δικαιώνεται για τη ριψοκίνδυνη απόφασή του. Οι δουλειές του στην Πόλη πηγαίνουν όλο και καλύτερα. Αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας που διαθέτει στη Βασιλεύουσα ο λατίνος πατριάρχης του Γκράντο. Αποκτά επίσης το ιδιαιτέρως επικερδές μονοπώλιο της είσπραξης των δικαιωμάτων για τη ζύγιση των εμπορευμάτων των Ενετών της πόλης. Ωστόσο, το 1171 ξεσπά η καταιγίδα που πολλοί φοβούνταν: ο Μανουήλ διατάσσει τη σύλληψη και απέλαση όλων των Ενετών υπηκόων και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τους. Ο Μαϊράνο κατορθώνει να ξεφύγει με το πλοίο του που ήταν ελλιμενισμένο στην Κωνσταντινούπολη, σώζοντας κι αρκετούς συμπατριώτες του, χάνει όμως την περιουσία του. Κατεστραμμένος οικονομικά αδυνατεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Δίχως να απογοητευτεί, ξαναρίχνεται στον αγώνα, στο δρομολόγιο Βενετία-Αλεξάνδρεια. Κύριος χρηματοδότης του είναι η πάμπλουτη και ισχυρή οικογένεια Τζιάνι: ο δόγης (από το 1172 έως το 1178) Σεμπαστιάνο και ο γιος του (και μετέπειτα δόγης κι αυτός, 1205-1229) Πιέτρο, στους οποίους ο Μαϊράνο προμηθεύει φορτία πιπεριού και στυπτηρίας.

Πάντα έτοιμος να εκμεταλλευθεί νέους εμπορικούς δρόμους, ο Μαϊράνο διαβλέπει ευκαιρίες στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της πατρίδας του και της παραδοσιακής αντιπάλου, της νορμανδικής Σικελίας του Γουλιέλμου Β΄ του Καλού. Παραγγέλλει τη ναυπήγηση ενός ακόμη εμπορικού πλοίου και ταξιδεύει στο Μαγκρέμπ, όπου προμηθεύεται μάλλινα και δέρματα, προϊόντα απαραίτητα για την ενετική βιοτεχνία ένδυσης. Το 1183 έχει πλέον εξοφλήσει όλα τα χρέη του. Μετά το 1184, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου, καθώς ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός δέχεται να καταβάλει και κάποιες αποζημιώσεις για τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία των Ενετών της Πόλης, ο Μαϊράνο επιστρέφει στο δρομολόγιο προς Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται μάλιστα ότι το 1190 μεταφέρει ξανά στη Βασιλεύουσα το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του. Έχοντας φτάσει σε μάλλον προχωρημένη ηλικία σταματά να ταξιδεύει, αναθέτοντας τις εμπορικές αποστολές στους γιους του. Περιορίζεται στον ρόλο του χρηματοδότη και στη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ή τον τόπο θανάτου του, είμαστε όμως βέβαιοι ότι άφησε τον εμπορικό του οίκο σε ανθηρή κατάσταση, καθιστώντας τον μια από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις της Μεσογείου.

2.   Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ενετικού εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα

Δουκάτο, περ. 1400

Δουκάτο, περ. 1400

i. Ένα οικουμενικό εμπόριο χωρίς διακρίσεις, φραγμούς κι ενδοιασμούς: Οι Ενετοί, όπως και γενικά οι έμποροι από τις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας, συνδέουν εμπορικά την καθολική Δύση, το ορθόδοξο Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταφέρουν στην Ανατολή πρώτες ύλες (ξυλεία και μέταλλα) και γυρίζουν στη Δύση με προϊόντα πολυτελείας για τις εύπορες τάξεις (μπαχαρικά, μεταξωτά από το Βυζάντιο, κοσμήματα και χειροτεχνήματα), χωρίς να περιφρονούν και την εμπορία φθηνότερων ειδών πρώτης ανάγκης (μάλλινα και δερμάτινα). Η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και, όπως είναι φυσικό, δεν υπόκειται σε φραγμούς: όταν εμπορεύονται όπλα ή πρώτες ύλες για στρατιωτικό εξοπλισμό εφαρμόζουν τη διαχρονική πολιτική των εμπόρων όπλων, πωλώντας και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, δηλ. τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου και τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, της Τρίπολης και της Αντιόχειας. Δεν πτοούνται από τις παπικές απαγορεύσεις και τους αφορισμούς ούτε από τις αποφάσεις των χριστιανών ηγεμόνων.

Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται άμεσα από την ασταθή διπλωματική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων της Μεσογείου. Για ιστορικούς λόγους το Βυζάντιο αποτελεί τον κατεξοχήν εμπορικό εταίρο των Ενετών (ήδη από τον 11ο αι. και επί Αλέξιου Κομνηνού οι Ενετοί έμποροι τυγχάνουν πλήρους απαλλαγής από το κομμέρκιο, δηλαδή τον φόρο ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων), εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η ζωή του Μαϊράνο, οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου είναι ταραχώδεις. Επομένως, συμφέρον της Βενετίας είναι να διατηρεί πάντα εναλλακτικές εμπορικές οδούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε, βασικό μέλημα των ενετικών αρχών είναι να κρατούν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις τρεις βασικές οδούς (Βενετία-Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια λιμάνια της Μικράς Ασίας ή της Μαύρης Θάλασσας, Βενετία-Αλεξάνδρεια, Βενετία-χριστιανικά λιμάνια της Συρίας και Παλαιστίνης). Φυσικά, κάθε νέα προοπτική εμπορικού δρόμου είναι ευπρόσδεκτη για τη Γαληνοτάτη.

Εξαιρουμένων των μάλλον σύντομων περιόδων εχθρότητας, τα ξένα κράτη βλέπουν θετικά τις δραστηριότητες των Ενετών εμπόρων. Στα περισσότερα λιμάνια (Αλεξάνδρεια, Άκρα, Τύρος, Κωνσταντινούπολη) τους παραχωρείται εμπορικός σταθμός (fondaco, από το αραβικό funduk, με αμφιλεγόμενο ελληνικό έτυμο τη λέξη «πανδοχείο»), όπου οι έμποροι συναλλάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία, ενώ το κράτος υποδοχής μπορεί να εισπράξει άμεσα φόρους και δασμούς επί των εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι Ενετοί (κι οι υπόλοιποι Ιταλοί) έμποροι έχουν στα λιμάνια αυτά τις συνοικίες τους (με την εκκλησία, αφιερωμένη συνήθως στον Άγιο Μάρκο, τον φούρνο. τον μύλο και τα λουτρά τους), όπου ζουν όπως και στην πατρίδα τους, ενώ τα συμφέροντά τους τα εκπροσωπεί ένας ομοεθνής τους πρόξενος.

ii. Καινοτόμες μορφές συμβάσεων και εταιριών: Η εφευρετικότητα των Ενετών εμπόρων εκφράζεται με νέες μορφές εμπορικών συμβάσεων και εταιριών. Συχνή είναι η περίπτωση της ρογκαντία: η κεφαλαιουχική εταιρία που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων αναθέτει την πώλησή τους σ’ έναν έμπορο έναντι αμοιβής. Η επιχείρηση αποδεικνύεται συνήθως ιδιαίτερα επωφελής και για τον ταξιδιώτη έμπορο. Μπορεί να μη συμμετέχει στα εταιρικά κέρδη, αλλά εκτός της προκαθορισμένης αμοιβής έχει τη δυνατότητα να προβεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και σε δικές του συναλλαγές. Για παράδειγμα, το 1156, στο πλαίσιο μιας ρογκαντία, ο Μαϊράνο είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά και πώληση εμπορευμάτων στη γραμμή Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη-Αλεξάνδρεια. Παρότι δεν έχει συμμετοχή στα κέρδη της εταιρίας, αποκτά σημαντικά ποσά παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσθέσει και να πωλήσει και δικά του εμπορεύματα στη διαδρομή.

Ακόμη συχνότερη, όμως, είναι η περίπτωση των εταιρικών μορφών στις οποίες ο έμπορος δεν παρέχει απλώς εργασία, αλλά συμμετέχει και στα κέρδη, συνήθως δε και στο εταιρικό κεφάλαιο. Η σύμβαση έχει περιορισμένη χρονική ισχύ (μπορεί να αφορά μία μόνον εμπορική αποστολή) και συνάπτεται μεταξύ ενός ή πλειόνων κεφαλαιούχων-χρηματοδοτών και ενός εμπόρου, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την πώληση των εμπορευμάτων. Στη μορφή της κομμέντα (την οποία χρησιμοποιούν συνήθως στη Γένοβα), ο έμπορος δεν μετέχει στο κεφάλαιο, κρατά όμως το 1/4 των κερδών, αποδίδοντας τα υπόλοιπα στους κεφαλαιούχους. Σύμφωνα, όμως, με τη βενετσιάνικη εκδοχή της κομμέντα, δηλ. την κολλεγκάντσα, ο χρηματοδότης παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου (συνήθως τα 2/3), ενώ ο έμπορος συνεισφέρει με το υπόλοιπο κεφάλαιο. Τα κέρδη της επιχείρησης μοιράζονται μεταξύ βασικού κεφαλαιούχου και εμπόρου στο μισό, ενώ τυχόν ζημίες κατανέμονται αναλόγως της εισφοράς του κάθε εταίρου. Ως εκ της φύσεώς της, η κολλεγκάντσα είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον έμπορο που μετέχει σ’ αυτήν.

Το αρχείο του Μαϊράνο μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κολλεγκάντσας. Το 1167, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου είναι τότε εγκατεστημένος, ο Μαϊράνο συνάπτει εμπορική σύμβαση με έναν άλλο Βενετό έμπορο, τον Ντομένικο Γιάκομπ. Για τους σκοπούς της εταιρίας, ο Μαϊράνο παρέχει το πλοίο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και συμμετέχει με τα 2/3 του κεφαλαίου (κι επομένως των εμπορευμάτων), ενώ ο συνεταίρος του συμμετέχει με το 1/3 του κεφαλαίου και αναλαμβάνει το επιχειρησιακό σκέλος: ο Γιάκομπ θα συνοδέψει τα εμπορεύματα στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια στον Αλμυρό της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, θα ενωθεί με την πρώτη ενετική μούδα που κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα θα λάβει χώρα κι η απόδοση λογαριασμών: ο Γιάκομπ θα επιστρέψει στον Μαϊράνο το κεφάλαιό του (τα 2/3 του εταιρικού), καθώς και το ήμισι των κερδών που απέφερε η επιχείρηση, ενώ ο ίδιος θα κρατήσει το δικό του μερίδιο από το κεφάλαιο (1/3) και τα άλλα μισά κέρδη. Η κολλεγκάντσα, με τις διάφορες παραλλαγές της, συντελεί ευεργετικά στη συσσώρευση κεφαλαίων και γενικά στην ανάπτυξη της εμπορικής κίνησης: ο έμπορος που έχει την ευθύνη της επιχείρησης, συνοδεύοντας το εμπόρευμα, έχει την άδεια να προβεί σε οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες κρίνει επικερδείς. Εκμεταλλευόμενος τις διαφορές τιμών των εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων σταθμών του, πολλαπλασιάζει τα κέρδη της εταιρίας, αλλά και τα προσωπικά του κέρδη.

Χαρακτηριστικό του Ενετού επιχειρηματία είναι ακριβώς η συμμετοχή του σε πολλές εταιρίες διαφορετικών τύπων και εμβέλειας. Εναλλάσσεται στους ρόλους του κεφαλαιούχου και του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιεί τους εμπορικούς κινδύνους, σε τέτοιο σημεία που δεν καταφεύγει σχεδόν ποτέ στην ασφάλιση των εμπορευμάτων του (όπως κάνουν συστηματικά οι Φλωρεντινοί).

iii. Μια κρατικώς ελεγχόμενη οικονομία: Το ενετικό οικονομικό θαύμα δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αποκλειστικά χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η οικονομία της Βενετίας κατευθύνεται κι ελέγχεται από το Δημόσιο. Η Γαληνοτάτη καθορίζει τα δρομολόγια, τον χρόνο απόπλου και τα εκάστοτε φορτία εμπορευμάτων για τις μούδες (mude), τις οργανωμένες ναυτικές αποστολές που αναχωρούν τακτικά για τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς: στα κονβόϊ αυτά συμμετέχουν εμπορικά πλοία ιδιωτών που συνοδεύονται από γαλέρες, συνήθως ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οι γαλέρες, η καθεμία με 200 κωπηλάτες και 20 βαλλιστριδοφόρους, μεταφέρουν τα μεγάλης αξίας εμπορεύματα και αποτελούν εγγύηση για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των ιδιωτών. Οι προδιαγραφές ασφάλειας των πλοίων των ιδιωτών, ο εξοπλισμός, το πλήρωμα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής στα πλοία καθορίζονται με νόμους και διοικητικές πράξεις του ενετικού κράτους, ενώ η τήρησή τους ελέγχεται από τους δημοσίους υπαλλήλους. Επιπλέον, η Γαληνοτάτη ρυθμίζει λεπτομερώς τις εμπορικές δραστηριότητες αλλοδαπών σε ενετικό έδαφος, έχει το μονοπώλιο άλατος, ελέγχει αυστηρά το εμπόριο των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, απαγορεύει στις ενετικές τράπεζες τη δανειοδότηση αλλοδαπών προκειμένου το χρήμα τους να είναι διαθέσιμο αποκλειστικά στους Ενετούς υπηκόους και, φυσικά, στο ίδιο το κράτος.

Με τους τρόπους αυτούς και με όλες τις ιδιαιτερότητές του, το μεσαιωνικό εμπόριο μοιάζει να αποτελεί μάλλον ευτυχές παράδειγμα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα κι επιβράβευσης του τολμηρού επιχειρηματικού πνεύματος. Πώς, όμως, διοικούνταν οι εμπορικές πόλεις αυτές;

β.   Απόπειρες δημοκρατικής οργάνωσης

Σιένα

Σιένα

Ανεξάρτητες αρχές και διαμεσολαβητές: Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούμε στη Δύση (και φυσικά και στην Ελλάδα) να πολλαπλασιάζονται οι λεγόμενες ανεξάρτητες αρχές. Ένας από τους κύριους σκοπούς πολλών από αυτές είναι να ελαχιστοποιήσουν τις περιπτώσεις αντιδικίας στις διαφορές μεταξύ Δημοσίου και πολίτη, προκρίνοντας τη διαμεσολάβηση ως τρόπο επίλυσής τους. Έχουμε έτσι τον Συνήγορο του Πολίτη, τον Συνήγορο του Καταναλωτή, τους διάφορους Συμπαραστάτες του Δημότη και, σε επίπεδο ΕΕ, τον Ευρωπαίο Μεσολαβητή. Λαμπρή ιδέα και μάλιστα πρωτότυπη… ή μήπως όχι;

Διαμεσολαβητές στις ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα – οι Ποδεστάτοι: Λίγες είναι οι ιδέες που δεν έχουν ξαναχρησιμοποιηθεί στην Ιστορία της Ανθρωπότητας κι οι διαμεσολαβητές δεν είναι μία από αυτές. Γιατί, πώς θα σας φαινόταν αν η Πολιτεία ανέθετε τη διακυβέρνησή της συνολικά σ’ έναν διαμεσολαβητή και μάλιστα αλλοδαπό;

Με αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης πειραματίστηκαν οι ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα, μεταξύ του τέλους του 12ου και των μέσων του 13ου αιώνα. Προερχόμενος από την ανώτερη αριστοκρατία κάποιας άλλης πόλης, όχι απαραίτητα γειτονικής, και με θητεία συνήθως ετήσια, ο ποδεστάτος καταφθάνει συνοδευόμενος από στρατιά συμβούλων και προσωπικών φρουρών. Συγκαλεί το δημοτικό συμβούλιο κι αναλαμβάνει την εφαρμογή των αποφάσεών του, όπως και τη συνέλευση των πολιτών (arengo), είναι εγγυητής της ενότητας και της ομόνοιας της πόλης και, κυρίως, επιλύει τις διαφορές μεταξύ των πολιτών, λειτουργώντας καθαρά ως διαμεσολαβητής, χωρίς να δεσμεύεται από ένα σώμα κωδικοποιημένου δικαίου κι εκτιμώντας ελεύθερα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη κριτήρια όχι μόνο νομικά, αλλά πρωτίστως πολιτικά. Η αλλοδαπή προέλευσή του εγγυάται την έλλειψη οικογενειακών και πελατειακών δεσμών και, επομένως, την ουδετερότητά του.

Ο ρόλος του ποδεστάτου δεν μπορεί να γίνει ευχερώς κατανοητός αν δεν ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας των μεσαιωνικών και αναγεννησιακών ιταλικών πόλεων ως κοινωνιών σύγκρουσης (και ενδημικής βίας). Σύγκρουσης ανάμεσα σε αντίπαλες φράξιες της αριστοκρατίας και σύγκρουσης μεταξύ των ευγενών και των λαϊκών τάξεων (popolo minuto).

Από την ιστορία του θεσμού δεν λείπουν φυσικά κι οι παρεκτροπές. Αν σε κάποιες περιπτώσεις ο θεσμός καταδεικνύει τις σχέσεις ισοτιμίας μεταξύ συμμάχων πόλεων (Σιένα και Περούτζα ανταλλάσσουν εθιμικά ποδεστάτους), συχνά αποτελεί μέσο επιβολής της θέλησης του ισχυρού. Σε διακρατικό επίπεδο, για παράδειγμα, μια τοπική δύναμη σαν τη Φλωρεντία μπορεί να επιβάλλει στις μικρότερες πόλεις της περιοχής (Πράτο, Σαν Τζιμινιάνο) να «επιλέγουν» αποκλειστικά Φλωρεντινούς ποδεστάτους. Σε εσωτερικό επίπεδο, η άνοδος των λαϊκών τάξεων συνεπάγεται και την αμφισβήτηση της ουδετερότητας του ποδεστάτου που κατηγορείται όλο και συχνότερα ότι ευνοεί τους ευγενείς.

Οι «αγανακτισμένοι» στους δρόμους της Φλωρεντίας: Το πείραμα μοιάζει άρρηκτα συνδεδεμένο με τις πολιτικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες των ιταλικών πόλεων. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία του συνοδεύεται από διάφορα ενδιαφέροντα περιστατικά. Όπως μας διηγείται ο Φλωρεντινός πολιτικός και ιστορικός Ντίνο Κομπάνι («Cronica delle cose occorrenti ne’ tempi suoi»), το 1295 κάποιος ευγενής, ο Κόρσο Ντονάτι, έστειλε τους μπράβους του να ξυλοκοπήσουν έναν άλλον ευγενή (και συγγενή του), τον Σιμόνε Γκαλαστρόνε. Η συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων σωματοφυλάκων είχε ως αποτέλεσμα ένα νεκρό. Κληθείς να επιλύσει τη διαφορά, ο Λομβαρδός ποδεστάτος Ιωάννης του Λουτσίνο δικαίωσε τον Ντονάτι που είχε ξεκινήσει την ιστορία! Η κρίση του ποδεστάτου προκάλεσε την οργή των πολιτών της Φλωρεντίας, οι οποίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους φωνάζοντας συνθήματα που θυμίζουν τους σύγχρονους «αγανακτισμένους» «Θάνατος στον Ποδεστάτο» και «Να καεί, να καεί» (όχι βέβαια η χαρακτηριζόμενη ως οίκος ανοχής Βουλή, αλλά) «το μέγαρο του ποδεστάτου»!

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Οι αποτυχημένες απόπειρες δημοκρατικότερης διακυβέρνησης: Η άνοδος ακριβώς των λαϊκών τάξεων θα οδηγήσει και τον θεσμό του ποδεστάτου σε παρακμή. Δύο είναι τα κύρια μέσα της λαϊκής συμμετοχής στην εξουσία: οι φορολογικές απογραφές (estimi), που συνεπάγονται τη φορολόγηση κάθε προσώπου αναλόγως της περιουσίας του, και η αμιγώς δικαστική επίλυση των διαφορών (βάσει κυρίως του ποινικού δικαίου). Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι οι μεσαιωνικές κοινωνίες οδηγήθηκαν από τη διαμεσολάβηση στη δικαστική επίλυση διαφορών, ενώ οι σύγχρονες ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία. Ο χρόνος θα δείξει ποιος είχε δίκιο!

Οι απόπειρες για μια πιο δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας δεν στέφθηκαν τελικά από επιτυχία. Μετά από μια περίοδο έντονων συγκρούσεων, σε όλες σχεδόν τις ιταλικές πόλεις επικράτησαν τελικά ολιγαρχικά καθεστώτα. Στη Βενετία ο κύκλος των ευγενών που είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα συμβούλια διοίκησης της πόλης συρρικνωνόταν όλο και περισσότερο, καταλήγοντας σε έναν κλειστό αριθμό λίγων αριστοκρατικών οικογενειών, στη Φλωρεντία ή στο Μιλάνο εκπρόσωποι μίας μόνον οικογένειας κυβερνούσαν συχνά ως ντε φάκτο μονάρχες (Μέδικοι, Βισκόντι, Σφόρτσα).

Η τελική αποτυχία, όμως, δεν αναιρεί την αξία της προσπάθειας. Άλλωστε το μέλλον δεν το γνωρίζουμε και θα ήταν πρόωρο να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να επιβληθεί εκ νέου στις κοινωνίες μας το πρότυπο της ολιγαρχικής διακυβέρνησης.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΩΣ ΕΠΟΧΗ ΑΚΡΑΙΑΣ ΒΙΑΣ

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολύ συχνά, ο Μεσαίωνας εμφανίζεται ως συνώνυμο της βίας και της βαρβαρότητας. Πιθανότατα θα γνωρίζετε ότι η Α΄ Σταυροφορία ολοκληρώθηκε με λουτρό αίματος: όταν στις 15 Ιουλίου 1099 οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ κατέσφαξαν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της, μουσουλμάνους, Εβραίους, ακόμη και χριστιανούς, μια και μες στη μάχη δεν υπάρχει χρόνος να καταλάβεις τη θρησκεία του καθενός κι άλλωστε «όλοι ίδιοι έμοιαζαν με τις ανατολίτικες φορεσιές τους»! Θα έχετε ίσως ακούσει και για τη σφαγή όλων των κατοίκων της Μπεζιέ στο γαλλικό νότο, το 1209, στο πλαίσιο της Σταυροφορίας κατά των Καθαρών. Σύμφωνα με μία παράδοση που διασώζει ο κιστερκιανός μοναχός Καισάριος Χάιστερμπαχ, όταν οι στρατηγοί ρώτησαν τον παπικό λεγάτο Αρνάλδο Αμαλάριχο, ηγούμενο της μονής του Σιτώ, πώς θα μπορούσαν να διακρίνουν τους καλούς χριστιανούς από τους αιρετικούς όταν θα καταλάμβαναν την πόλη, εκείνος τους απάντησε κυνικά: «Σκοτώστε τους όλους κι ο Θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του»! («Tuez-les tous, Dieu reconnaîtra les siens.»/ «Cædite eos. Novit enim Dominus qui sunt eius.»).

Ποια εποχή, όμως, δεν γνώρισε πολέμους, λεηλασίες και σφαγές;

Α.   Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

α.   Μια δραστηριότητα που αφορά λίγους

Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος κατά τον Μεσαίωνα αφορά ένα περιορισμένο μέρος του πληθυσμού το οποίο ασχολείται λόγω θέσεως ή εξ επαγγέλματος με τα στρατιωτικά: άρχοντες, ιππότες και επαγγελματίες/ μισθοφόρους πολεμιστές. Δεν υπάρχει καθολική υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας που να βαρύνει το σύνολο του ανδρικού πληθυσμού, όπως στις πόλεις-κράτη της Αρχαιότητας και στα εθνικά κράτη των Νεότερων Χρόνων. Η πολεμική δραστηριότητα είναι περιορισμένη χρονικά (εκστρατείες γίνονται μόνο την άνοιξη και το καλοκαίρι και πάλι όχι σε περιόδους γεωργικών εργασιών), η αριθμητική δύναμη των στρατιωτικών σωμάτων είναι συνήθως μικρή και τα όπλα δεν είναι τόσο φονικά. Προτιμότερο είναι να αιχμαλωτισθεί ο αντίπαλος, γιατί αυτό θα αποφέρει και λύτρα, παρά να φονευθεί. Ακόμη κι ο Εκατονταετής Πόλεμος μεταξύ του γαλλικού και του αγγλικού βασιλικού οίκου, μολονότι διήρκεσε τυπικά περισσότερο από εκατό χρόνια (1337-1453), αποτελείται από διάσπαρτες στον χρόνο ολιγόμηνες εκστρατείες που πλήττουν συγκεκριμένα μόνο τμήματα της γαλλικής επικράτειας.

Η θεωρητική δικαιολόγηση: το σχήμα των τριών τάξεων. Το γεγονός ότι ο μεσαιωνικός πόλεμος αφορά ορισμένους μόνον αποδεικνύεται κι από το αντίστοιχο θεωρητικό υπόβαθρο: στις αρχές του 11ου αιώνα, ο Ανταλμπερόν, επίσκοπος της Λαν, κι ο Γεράρδος, επίσκοπος του Καμπραί, διατύπωναν για πρώτη φορά την τριμερή διάκριση των τάξεων που επρόκειτο να σημαδέψει το φαντασιακό της φεουδαλικής κοινωνίας. Τρεις τάξεις αποτελούν τη μεσαιωνική κοινωνία: οι oratores (αυτοί που προσεύχονται, δηλαδή ο κλήρος περιλαμβανομένων των μοναχών) οι bellatores (αυτοί που πολεμούν για να διασφαλίσουν την ύπαρξη του κράτους, δηλαδή οι ιππότες και κατ’ επέκταση οι ηγεμόνες και οι ευγενείς) και οι laboratores (κυριολεκτικά αυτοί που οργώνουν τη γη και συνεκδοχικά το σύνολο του εργαζόμενου λαού).

Οι Τρεις Τάξεις

Οι Τρεις Τάξεις

Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Υπάρχει, βεβαίως, μια σημαντική εξαίρεση: πρόκειται για τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες, Ιωαννίτες και Τεύτονες ιππότες) τα οποία συγκροτήθηκαν κατά τον 12ο αιώνα για να διασφαλίσουν την άμυνα των χριστιανικών κρατών της Συρίας και Παλαιστίνης. Τα μέλη τους δίνουν θρησκευτικούς όρκους και υποχρεούνται να τηρούν έναν κανόνα που μοιάζει με εκείνους των μοναστικών ταγμάτων, αλλά έχουν ως κύρια ενασχόληση τον πόλεμο με τις δυνάμεις του ισλάμ. Το γεγονός εξηγείται ευχερώς: η συγκρότηση των ΣΘΤ αποτελεί μια ρεαλιστική απάντηση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα, τη λειψανδρία όσον αφορά την υπεράσπιση των σταυροφορικών κρατών. Και πάλι, η παρέκκλιση αυτή από τον κανόνα των τριών τάξεων με διακριτούς ρόλους συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις. Ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ χρειάστηκε να βάλει τα δυνατά του για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της σύστασης του Τάγματος του Ναού με το «De laude novae militiae».

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

β.   Μια δραστηριότητα που ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες

Επιπλέον, ο μεσαιωνικός πόλεμος αποτελεί δραστηριότητα η οποία ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες. Από πολύ νωρίς, έχοντας επίγνωση της αποστολής της ως εγγυήτριας της κοινωνικής ειρήνης και προστάτιδας του ποιμνίου της, η Καθολική Εκκλησία θέτει κανόνες στη διεξαγωγή του πολέμου. Οι κανόνες αυτοί θα αναπτυχθούν σταδιακά για να αποτελέσουν στην τελική μορφή τους ένα μεσαιωνικό δίκαιο των ένοπλων συγκρούσεων, αντίστοιχο του οποίου θα αργήσουμε πολύ να συναντήσουμε στους Νεότερους Χρόνους.

Η Ειρήνη του Θεού: Μέσα από συλλογικές διεργασίες και συνελεύσεις κληρικών και λαϊκών, οι πρώτες από τις οποίες ανάγονται ήδη στον 10ο αιώνα, αναπτύσσεται κι επικρατεί η ιδέα της «Ειρήνης του Θεού». Βάσει των κανόνων που θεσπίζονται διασφαλίζεται η προστασία των κληρικών, των ναών και της εκκλησιαστικής περιουσίας, αφενός, και της σωματικής ακεραιότητας και των υλικών αγαθών των αμάχων και δη των φτωχών. Στους εμπόλεμους που παραβιάζουν τους κανόνες αυτούς επιβάλλονται ποινές που φτάνουν μέχρι του αποκλεισμού τους από την κονωνία των πιστών.

Η Ανακωχή του Θεού: Ένα δεύτερο στάδιο θέσπισης περιοριστικών κανόνων, αποτελεί η λεγόμενη «Ανακωχή του Θεού», βάσει της οποίας οι πολεμικές δραστηριότητες απαγορεύονται σε ορισμένο διάστημα της εβδομάδας (από το βράδυ της Τετάρτης έως το πρωί της Δευτέρας) και σε ορισμένες περιόδους του έτους που σχετίζονται με σημαντικές θρησκευτικές εορτές: Σαρακοστή, Πάσχα, σαρανταήμερο 15 Νοεμβρίου έως 24 Δεκεμβρίου και Χριστούγεννα. Με τον τρόπο αυτό η Εκκλησία κατορθώνει να περιορίσει τη δυνατότητα ένοπλων δραστηριοτήτων σε 80 μόλις ημέρες του έτους.

Τελικά, η συλλογική μνήμη της Ευρώπης δεν συγκράτησε τόσο τους μεσαιωνικούς πολέμους. Εν μέσω Αναγέννησης, οι θρησκευτικοί πόλεμοι και ειδικά ο Τριακονταετής είναι αυτοί που θα σημαδέψουν το φαντασιακό των ανθρώπων με τη σκληρότητα και την ανεπανάληπτη βιαιότητά τους. Κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ, όταν πολλοί αξιωματικοί της Βέρμαχτ αναζητούν στα ημερολόγια και τα απομνημονεύματά τους ένα ιστορικό προηγούμενο πολέμου εξίσου απάνθρωπου με τον δικό τους, αναφέρουν αυθόρμητα τον Τριακονταετή και ποτέ κάποια μεσαιωνική σύρραξη.

Β.   ΒΙΑΙΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΩΞΕΙΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Η βία δεν περιορίζεται μόνο στις πολεμικές συγκρούσεις. Υπάρχει και η άσκησή της από φορείς εξουσίας στο εσωτερικό των κοινωνιών.

α.   Η Ιερά Εξέταση

Γκόγια, Escena de Inquisición

Γκόγια, Escena de Inquisición

Το 1231, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ ιδρύει την Ιερά Εξέταση με αποστολή τη δίωξη και εξάλειψη των αιρέσεων. Η Ιερά Εξέταση θα στελεχωθεί πρωτίστως από μέλη του Τάγματος των Δομινικανών και, στη συνέχεια, των Φραγκισκανών. Βασικός στόχος της την εποχή εκείνη είναι το δόγμα των Καθαρών. Οι Καθαροί είναι δυϊστές, πιστεύουν στην ύπαρξη δύο αντιπάλων αρχών, αυτής του Καλού, του Θεού, και του Κακού, το οποίο είναι δημιουργός και κύριος του υλικού κόσμου. Για ορισμένους, είναι μια μετεξέλιξη της μεγάλης παράδοσης του Δυϊσμού που ξεκινά με τον ζωροαστρισμό, για να συνεχιστεί με τους Γνωστικούς, τους Μανιχαίους, τους Παυλικιανούς και τους Βογομίλους. Για άλλους, πάλι (κι αυτή είναι σήμερα η κρατούσα άποψη), είναι χριστιανοί αντιφρονούντες που κηρύσσουν την επιστροφή στην αγνότητα των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Η αλήθεια ίσως να βρίσκεται κάπου στη μέση. Σε κάθε περίπτωση, οι Καθαροί έχουν τη δική τους εκκλησιαστική οργάνωση κι ιεραρχία και είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στη Λομβαρδία και τη ΝΔ Γαλλία, όπου χαίρουν της συμπάθειας και πολλών τοπικών αρχόντων. Με άλλα λόγια, αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για την Καθολική Εκκλησία, η οποία έχει μόλις διεξαγάγει εναντίον τους μια πολεμική εκστρατεία, τη Σταυροφορία κατά των Καθαρών (1208-1229), που έχει στεφθεί από σχετική μόνον επιτυχία.

Δεν πρόκειται, φυσικά, να υποστηρίξω ότι η Ιερά Εξέταση ήταν κάτι το συμπαθητικό. Αποτέλεσε σαφώς μηχανισμό δίωξης και καταστολής. Η ύπαρξη, όμως, ενός τέτοιου μηχανισμού δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα του Μεσαίωνα: διαχρονικά, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι φορείς εξουσίας καταφεύγουν σε αντίστοιχες πρακτικές. Η Ιερά Εξέταση δεν αποτελεί μέσο άσκησης τυφλής βίας, αντιθέτως υπακούει σε συγκεκριμένους κανόνες που ρυθμίζουν τη δράση της όσον αφορά τη δίωξη, την ανάκριση και την ποινική δίκη των κατηγορουμένων ως αιρετικών. Ο ιεροεξεταστής δεν έχει ως σκοπό να κατασκευάσει ενόχους, ούτε να καταδικάσει χωρίς να δώσει στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να συμμορφωθεί προς τους κανόνες της Εκκλησίας. Ένα παράδειγμα ίσως είναι διαφωτιστικό.

β.   Το αρχείο ιεροεξεταστή του Ιάκωβου Φουρνιέ

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο Ιάκωβος Φουρνιέ (1285-1342), είναι ένας κληρικός ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν ξυλουργός ή αρτοποιός. Είναι όμως ιδιαίτερα ευφυής κι εξαιρετικά μορφωμένος. Στην περίπτωσή του το «ασανσέρ της κοινωνικής ανόδου» θα λειτουργήσει θαυμάσια. Το 1334, έπειτα από λαμπρή σταδιοδρομία στα εκκλησιαστικά αξιώματα, θα εκλεγεί πάπας, με το όνομα Βενέδικτος ΙΒ΄, θέση στην οποία θα επιδείξει μάλιστα αξιοθαύμαστο μεταρρυθμιστικό έργο.

Ο Φουρνιέ υπήρξε επίσκοπος της πόλης Παμιέ στη νοτιοδυτική Γαλλία από το 1317 ως το 1326. Με την ιδιότητά του αυτή προήδρευε του τοπικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης, στα όρια της κατά τόπον αρμοδιότητας του οποίου περιλάμβανονταν περιοχές όπου επιβίωνε η αίρεση των Καθαρών, μεταξύ αυτών και το γνωστό μας Μονταγιού. Χάρη στην οξυδέρκεια, την εργατικότητα, την προσοχή στη λεπτομέρεια και τη σχολαστική τήρηση της ποινικής δικονομίας που χαρακτήριζαν τον Φουρνιέ γνωρίζουμε σήμερα τα πάντα για την καθημερινή ζωή στο Μονταγιού, όσον αφορά χρονική περίοδο τριάντα χρόνων. Σχηματίστηκαν 98 δικογραφίες που αφορούσαν 114 άτομα (25 από αυτά ήταν από το Μονταγιού). Από τις υποθέσεις μόνο 5 κατέληξαν στην επιβολή της θανατικής ποινής σε αιρετικούς (4 μέλη της αίρεσης των λεγόμενων «Πτωχών της Λυών» και ένας καθ’ υποτροπήν Καθαρός). Το αρχείο ιεροεξεταστή του Φουρνιέ (λατινικό χειρόγραφο αριθ. 4080 της βιβλιοθήκης του Βατικανού) εκδόθηκε και μεταφράστηκε στα γαλλικά με επιμέλεια του Ζαν Ντυβερνουά (Τουλούζη, 1965, 3 τόμοι). Υπήρξε το βασικό υλικό για τη μνημειώδη μελέτη του Γάλλου ιστορικού Εμμανυέλ Λε Ρουά Λαντυρί με θέμα την κοινωνία του Μονταγιού.

Για να αστειευθούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακόμη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο θα δυσκολευόταν να εντοπίσει παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις δίκες της Ιεράς Εξέτασης. Υπερβάλλουμε, βέβαια, μια και οι δίκες αυτές διεξάγονταν χωρίς την παρουσία δικηγόρου του κατηγορουμένου, ενώ οι αποφάσεις δεν ήταν δεκτικές εφέσεως. Ωστόσο τηρούνταν πάντα οι κανόνες της εφαρμοστέας ποινικής δικονομίας. Μεταξύ άλλων υπήρχαν πάντα διερμηνείς και μεταφραστές για κάθε εξέταση μάρτυρα ή ανάκριση κατηγορουμένου. Από τις δικογραφίες που χειρίστηκε τότε ο Φουρνιέ διαπιστώνουμε ότι οι κατηγορούμενοι αθωώνονταν στην περισσότερες περιπτώσεις. Οι συχνότερες ποινές ήταν η υποχρέωση κάποιου προσκυνηματικού ταξιδιού κι έπειτα η φυλάκιση ή η κάθειρξη. Η θανατική ποινή επιβαλλόταν μόνον σε όσους είχαν κριθεί καθ’ υποτροπήν αιρετικοί.

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Γιατί, όμως, η Ιερά Εξέταση έχει τόσο κακή φήμη; Η απάντηση δεν είναι άλλη από την Ισπανική Ιερά Εξέταση, η οποία κατά τον 16ο και 17ο αιώνα εξαπολύει απηνείς διωγμούς εναντίον των Εβραίων και μουσουλμάνων της Ιβηρικής που είχαν υποχρεωθεί με τη βία να προσηλυτισθούν. Φυσικά δεν βρισκόμαστε πλέον στον Μεσαίωνα. Επιπλέον, η Ισπανική Ιερά Εξέταση δεν ελέγχεται από την Αγία Έδρα, αλλά από το ισπανικό στέμμα. Η αγριότητά της απορρέει άμεσα από τη βούληση της κρατικής εξουσίας να επιβληθεί με κάθε μέσο στους υπηκόους της.

Ο Μεσαίωνας υπήρξε και βίαιος. Το να χαρακτηρίζει, όμως, η εποχή μας το Μεσαίωνα ως κατεξοχήν εποχή βαρβαρότητας αποτελεί τραγική ειρωνεία. Δεν είναι μακρινός, νομίζω, ο 20ός αιώνας των δύο παγκοσμίων πολέμων, των πυρηνικών και των άλλων όπλων μαζικής καταστροφής, των στρατοπέδων του Γκουλάγκ, των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κι εξόντωσης, της Σοά.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΕΠΟΧΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ;

Καταπιεσμένες από αυταρχικούς και βίαιους συζύγους, καταπιεσμένες από τους φεουδάρχες, καταπιεσμένες από την Εκκλησία που τις θεωρεί σύμβολα της αμαρτίας και του κακού, όταν δεν τις στέλνει στην πυρά για να τις κάψει σαν μάγισσες, οι γυναίκες του Μεσαίωνα φαίνεται να ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Ή, τουλάχιστον, αυτό μας λέει το σχετικό στερεότυπο. Πόσο, όμως, ανταποκρίνεται στην αλήθεια; Ας εξετάσουμε πρώτα τρεις ευρύτατα διαδεδομένους μύθους σχετικά με τη θέση της Γυναίκας στα χρόνια του Μεσαίωνα, πριν δούμε ποια ήταν στην πραγματικότητα.

Α.   ΟΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ

Οι Νεότεροι Χρόνοι επιχείρησαν να αμαυρώσουν τη φήμη του Μεσαίωνα με δύο εντελώς παράλογες κατηγορίες και με μια αληθοφανή συκοφαντία.

α.   Παντελώς αστήρικτες κατηγορίες

1.   Οι ζώνες αγνότητας

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ο μύθος: Το στερεότυπο μας είναι πολύ γνώριμο. Πριν ξεκινήσει για κάποια σταυροφορία, ο άρχοντας θέλει να βεβαιωθεί ότι η σύζυγός του θα παραμείνει πιστή καθ’ όλη τη διάρκεια της απουσίας του. Για τον λόγο αυτό, της φορά μια ζώνη αγνότητας, την οποία κλειδώνει και φεύγοντας παίρνει μαζί του το κλειδί. Ο μύθος δεν μας πληροφορεί για το τι θα συμβεί έτσι και χαθεί αυτό το πολύτιμο κλειδί, ενώ ας πούμε ο ήρωάς μας καλπάζει σε κάποιο οροπέδιο της Ανατολίας, αν πέσει σε τρικυμία το γενοβέζικο καράβι που τον μεταφέρει στους Άγιους Τόπους ή ενώ πολεμά τους μουσουλμάνους στην Παλαιστίνη. Ούτε αν, όπως είναι πολύ πιθανό από στατιστική άποψη, δεν επιστρέψει ποτέ στην πατρίδα του.

Η αλήθεια: μια σατανική εφεύρεση των Νεότερων Χρόνων. Η ιστορική πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η πρώτη περιγραφή αντικειμένου που μοιάζει κάπως με αυτό που αποκαλούμε ζώνη αγνότητας ανάγεται στις αρχές του 15ου αιώνα και περιλαμβάνεται στο σύγγραμμα «Bellifortis» του Γερμανού στρατιωτικού μηχανικού Κορράδου Κάυζερ του Άιχστεττ, ο οποίος σημειώνει ότι, όπως είχε ακούσει, κάποιοι ηλικιωμένοι πλούσιοι Φλωρεντινοί το χρησιμοποιούσαν για να εξασφαλίσουν ότι οι κατά πολύ νεότερες γυναίκες τους δεν θα τους απαιτούσαν. Η διαβολική αυτή εφεύρεση φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε, σπάνια είναι η αλήθεια, κατά τον 16ο και 17ο αιώνα σε γυναίκες… εν μέσω της υπέρλαμπρης Αναγέννησης. Η χρήση της διαδίδεται κατά τον 18ο αιώνα για ένα διαφορετικό σκοπό από αυτόν του μύθου: μέχρι και πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιούταν σε αγόρια και κορίτσια για να αποτρέψει την αυτοϊκανοποίηση. Στ’ αλήθεια πονηροί οι Νεότεροι Χρόνοι: καταλόγισαν στον δύσμοιρο Μεσαίωνα μια δικιά τους διεστραμμένη εφεύρεση!

Και να ήταν μόνον οι ζώνες αγνότητας…

2.   Το διαβόητο ius primae noctis

Ο, ιδιαίτερα δημοφιλής, μύθος μάς λέει ότι την πρώτη νύχτα του γάμου ενός ζεύγους δουλοπάροικων δεν κοιμόταν με τη νύφη ο γαμπρός, αλλά ο άρχοντάς τους!

Ούτε αυτός ο μύθος περιέχει έστω κι έναν κόκκο αλήθειας. Η πρώτη μνεία στο υποτιθέμενο αυτό δικαίωμα του φεουδάρχη γίνεται στα μέσα του 16ου αιώνα από τον Γάλλο νομομαθή Ιωάννη Παπόν. Αργότερα ο μύθος του διαβόητου ius primae noctis θα διαδοθεί από μορφές του Διαφωτισμού, όπως ο Βολταίρος («Σπουδή περί των Ηθών», 1756), και ιστορικούς του 19ου αιώνα, όπως ο Ζυλ Μισλέ. Στην πραγματικότητα, ο μύθος οφείλεται σε μια παροιμιώδη γκάφα του Παπόν: μελετώντας μεσαιωνικά έγγραφα της περιοχής του, είδε να αναφέρεται κάποιο «droit de cuissage». Μόνο που το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν είχε καμία σχέση με προνόμια ερωτικού χαρακτήρα. Αφορούσε απλώς το προνόμιο κάποιου να ψήνει ψωμί για ολόκληρη την κοινότητα του χωριού!

Μολονότι δεν στηρίζεται σε κανένα απολύτως στοιχείο από τις πηγές, ο μύθος του ius primae noctis εξακολουθεί να γνωρίζει επιτυχία ακόμη και στην εποχή μας. Η ειρωνεία έγκειται στο ότι, όπως αποδεικνύουν κοινωνιολογικές κι ιστορικές μελέτες, στη Γαλλία των χρόνων της βιομηχανικής επανάστασης αναγνωριζόταν ότι ο εργοστασιάρχης κι ο επιστάτης είχαν εθιμικά ένα αντίστοιχο δικαίωμα πάνω στις εργατριές τους!

β.   Έκαιγαν πράγματι μάγισσες τον Μεσαίωνα;

World Without End

World Without End

Δεν πρέπει να υπάρχει μυθιστόρημα, τηλεοπτική σειρά ή κινηματογραφική ταινία με θέμα τον Μεσαίωνα που να μην περιέχει μία τουλάχιστον σκηνή στην οποία κάποια μάγισσα θα καίγεται στην πυρά! Στα πολύ επιτυχημένα μυθιστορήματα του Ουαλού συγγραφέα Κεν Φόλλεττ, τα οποία έχουν μεταφερθεί και στην τηλεόραση, ειδικότερα δε στον «Κόσμο Χωρίς Τέλος», έχει κανείς την εντύπωση ότι κάθε είκοσι σελίδες κάποια γυναίκα κατηγορείται για μαγεία, δικάζεται κι ενίοτε καταδικάζεται σε θάνατο και μάλιστα με πολλούς και διάφορους τρόπους εκτέλεσης. Ακόμη κι ο Ουμπέρτο Έκο, που τον Μεσαίωνα τον γνωρίζει όσο λίγοι, υποκύπτει στον πειρασμό, βάζοντας στο «Όνομα του Ρόδου» την νεαρή χωρική που γνωρίζει ο Άντσο να καταδικάζεται ως μάγισσα. Και στην Ελλάδα, ιστορικός και μέλος του Κοινοβουλίου που δεχόταν επικρίσεις, επειδή είχε επιχειρήσει να αποδομήσει κάποιον από τους μύθους που περιέχει η επίσημη εθνική αφήγηση της Ιστορίας, έβρισκε καταφύγιο στον μύθο περί μαγισσών, δηλώνοντας ότι «στην ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει ένα κυνήγι μαγισσών. Αν θέλουν μάγισσες ας τις αναζητήσουν στον Μεσαίωνα».

Η αδιαφορία του Μεσαίωνα: Δεν θα ήταν δυνατό να υποστηριχθεί ότι οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας ήταν άγνωστες στις μεσαιωνικές κοινωνίες. Απαντούν σε όλες τις εποχές και σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ενώ κάποιες από αυτές ενσωματώνονται, επίσημα ή ανεπίσημα, σε θρησκείες. Όποιος όμως προσπαθήσει να μελετήσει τον Μεσαίωνα αναζητώντας ψυχώσεις και κυνήγια μαγισσών θα έχει την εντύπωση ότι διασχίζει μια έρημο και θα απογοητευθεί.

Μερικές παράγραφοι σε ένα σύγγραμμα εκκλησιαστικού δικαίου των αρχών του 9ου αιώνα, όπου ο τότε επίσκοπος Ραιτίας προτείνει την επιβολή ατιμωτικών ποινών (χωρίς να μνημονεύει ρητώς τη θανατική ποινή) σε όσους ασχολούνται με τη μαγεία και μαγγανεία. Στοργικές συμβουλές για την καθοδήγηση των παραπλανημένων αυτών ψυχών από τον ηγούμενο Ρηγίνο της Πρυμ περίπου έναν αιώνα αργότερα. Κανένα ίχνος διωγμών, δικών και καταδικών! Είναι προφανές ότι η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την κοινωνία του Μεσαίωνα.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται ακόμη και σε εποχές κατά τις οποίες η Καθολική Εκκλησία εξαπολύει απηνείς διωγμούς κατά των αιρέσεων, έχοντας ήδη προβεί στη σύσταση της Ιεράς Εξέτασης. Στο κλασικό του σύγγραμμα «Practica officii Inquisitionis heretice pravitatis» (Τουλούζη, περ. 1323-1324), γνωστό και ως «Εγχειρίδιο του Ιεροεξεταστή», ο Βερνάρδος Γκι δεν αφιερώνει ούτε δύο σελίδες στη μαγεία, ενώ οι αναφορές στο δυϊστικό δόγμα των Καθαρών καταλαμβάνουν το μισό περίπου βιβλίο και η εξέταση της αίρεσης των Πτωχών της Λυών απαιτεί μερικές δεκάδες σελίδες.

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Η μεταστροφή: Είναι αλήθεια ότι το γεγονός που σηματοδοτεί ποιοτική αλλαγή της στάσης της δυτικής Εκκλησίας έναντι της μαγείας είναι σχεδόν σύγχρονο με τη συγγραφή του έργου του δομινικανού ιεροεξεταστή: τον Αύγουστο του 1326, ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ (Ιάκωβος Ντιέζ της Καόρ) εκδίδει τη βούλλα «super illius specula», με την οποία οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας εξομοιώνονται με αίρεση. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι ο Ιωάννης ΚΒ΄ (στον οποίο παραδόξως κάποιοι αποδίδουν τη συγγραφή αλχημιστικών βιβλίων) είχε προσωπικούς λόγους να απεχθάνεται τη μαγεία: παραλίγο να δολοφονηθεί από τον επίσκοπο της γενέτειράς του, τον Ούγο Ζερώ, τον οποίο είχε παραπέμψει σε δίκη για οικονομικές ατασθαλίες. Μέσα στην τρέλα και τον πανικό του, ο Ζερώ δεν είχε αρκεσθεί στην προσπάθειά του να δηλητηριάσει τον ποντίφηκα, αλλά είχε καταφύγει και σε πρακτικές μαγείας, καίγοντας κέρινα ομοιώματα του αντιπάλου του!

Στην πραγματικότητα, το πιο σημαντικό είναι η αλλαγή στάσης της κοινωνίας, η οποία ανάγεται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρέλκει, ίσως, η υπόμνηση, των γεγονότων που σημάδεψαν την εποχή: μακροχρόνια οικονομική κρίση, ραγδαία επιδείνωση των κλιματολογικών συνθηκών και, κυρίως, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που ξεκληρίζει το ένα τρίτο τουλάχιστον του πληθυσμού της Ευρώπης. Είναι δύσκολο για τον σύγχρονο άνθρωπο να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο σημάδεψε τη συλλογική συνείδηση των κοινωνιών της εποχής μια συμφορά τέτοιου μεγέθους. Σε όλα αυτά ας προστεθεί και η αυξανόμενη τάση της κεντρικής εξουσίας (κρατικής και εκκλησιαστικής) για στενότερο έλεγχο των κοινωνιών, κάτι που συνεπάγεται την όλο και μεγαλύτερη χρήση μεθόδων καταστολής. Πρόκειται, όμως, για στοιχεία που δεν χαρακτηρίζουν τόσο τη φεουδαλική οργάνωση του Μεσαίωνα όσο τα κράτη κατά τους Νεότερους Χρόνους.

Το κυνήγι μαγισσών, χαρακτηριστικό γνώρισμα των Νεότερων Χρόνων: Οι πρώτες δίκες για μαγεία (χωρίς καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζης κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Ακόμη, όμως, και κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα αποτελούν περιστασιακό φαινόμενο. Η πραγματική φρενίτιδα με τη μαγεία και το κυνήγι μαγισσών αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Αναγέννησης και των Νεότερων Χρόνων! Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480: οι Γερμανοί δομινικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ (γνωστότερος ως Ινστιτόρις) και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Γάλλος νομικός Ιωάννης Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580 και ο συνάδελφός του από τη Λωρραίνη Νικόλαος Ρεμύ εκδίδει τη «Δαιμονολατρεία» του το 1592. Όσο για τον παροξυσμό των δικών μαγισσών, αυτός είναι υπόθεση του 17ου αιώνα: από την αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ μέχρι τον Νέο Κόσμο, όλοι ψάχνουν για μάγισσες! Η πασίγνωστη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ στη Μασσαχουσέττη γίνεται το 1698. Στη Γαλλία, ειδικά, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Μάλλον χρειάζεται διαστροφική φαντασία για να καταλογιστούν όλα αυτά στον άμοιρο Μεσαίωνα.

Για να είμαστε, άλλωστε, ακριβείς και δίκαιοι, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η στάση του μεσαιωνικού ανθρώπου απέναντι στη μαγεία μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη: η μαγεία αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας. Για τον συμπαθή Ρηγίνο, οι ισχυρισμοί κάποιων γυναικών για συναντήσεις με δαίμονες δεν είναι παρά «αποτελέσματα παραισθήσεων». Όσο για τον Ιωάννη του Σώλσμπρυ, επίσκοπο Σαρτρ (12ος αιώνας), αρκεί απλώς «να μη δίνει κανείς προσοχή σε τόσο αξιοθρήνητες παλαβομάρες».

Β.   Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

α.   Γυναίκες και εξουσία

«Οι γυναίκες δεν ήταν υπόδουλες και υποταγμένες στο πλαίσιο ενός κόσμου ο οποίος εμφανίζεται να κυριαρχείται από τις αντρικές αρετές ιπποτών ή ασκητικών μοναχών; Η εξουσία δεν απέκλειε τις γυναίκες από την κορυφή της κοινωνίας; Η υπόμνηση μερικών ονομάτων αρκεί για να αποδείξει το αντίθετο. Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας, η Λευκή της Καστίλλης κι άλλες λιγότερο γνωστές διοίκησαν επικράτειες και κυβέρνησαν υπηκόους» (Συλβαίν Γκούγκενάιμ Regards sur le Moyen Âge, σελ. 103). Πράγματι, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γυναικών που ασκούν τη βασιλική εξουσία όταν ο σύζυγός τους απουσιάζει ή ασθενεί ή αυτών στις οποίες έχει νομίμως ανατεθεί η αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους. Άλλες πάλι είναι αρκετά δυναμικές ώστε να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους και χωρίς να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω.

1.   Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας,
της οποίας το όνομα θα μπορούσαμε να μεταγράψουμε και ως Ελεονόρα, αλλά οι Γάλλοι ακόμη και σήμερα την αποκαλούν με το οξιτανικό της όνομα, είναι μια από τις δυναμικότερες γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα. Κληρονόμος του ισχυρού δουκάτου της Ακυιτανίας, παντρεύεται το 1137 (σε ηλικία 15 ετών) τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄. Η νεαρή με τα πλούσια ενδιαφέροντα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο βρίσκει βαρετό τον μονόχνωτο και ασκητικό σύζυγό της. Η ασυμφωνία χαρακτήρων είναι προφανής: η ρήξη στις σχέσεις των συζύγων καθίσταται οριστική κατά τη διάρκεια της Β΄ Σταυροφορίας (όταν, μεταξύ των άλλων, οι κακές γλώσσες καταλογίζουν στην Αλιενόρ και μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον θείο της και ηγεμόνα της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ). Με την επιστροφή στη Γαλλία, η Αλιενόρ παίρνει την πρωτοβουλία και, το 1152, χωρίζει τον Λουδοβίκο (καθόσον νομικά δεν υφίστατο διαζύγιο, τυπικά επρόκειτο για ακύρωση του γάμου λόγω… μακρινής συγγένειας μεταξύ των συζύγων). Έξι μόλις εβδομάδες μετά την ακύρωση του πρώτου της γάμου παντρεύεται στο Πουατιέ τον Ερρίκο, δούκα της Νορμανδίας και κόμη του Ανζού και του Μαιν, ο οποίος θα γίνει δύο χρόνια αργότερα βασιλιάς της Αγγλίας (ως Ερρίκος Β΄). Ως κυρία της Ακυιτανίας, η Αλιενόρ θα ανατρέψει υπέρ της Αγγλίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο βασιλείων. Ως βασίλισσα δεν θα αρκεσθεί στη διοίκηση των προσωπικών κτήσεών της και στην οικονομική διαχείριση της μεγάλης περιουσίας της, ούτε στον ρόλο της προστάτιδας των γραμμάτων και των τεχνών: από το 1160 και μετά είναι ουσιαστικά αυτή που κυβερνά την Αγγλία. Θα φτάσει μέχρι του σημείου να προτρέψει τους γιους της να στασιάσουν κατά του πατέρα τους (1173). Η κίνηση θα στοιχίσει στην Αλιενόρ σχεδόν 15 χρόνια αιχμαλωσίας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1189), θα επιστρέψει στην πολιτική σκηνή υποστηρίζοντας τον γιο της Ριχάρδο, νέο βασιλιά της Αγγλίας. Μέχρι τον θάνατό της (1204) θα παραμείνει δραστήρια, αναλαμβάνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες και επιχειρώντας να καθορίσει σύμφωνα με τις απόψεις της τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας.

2.   Η Λευκή της Καστίλλης.
Εγγονή της Αλιενόρ, η Λευκή της Καστίλλης παντρεύεται σε ηλικία 12 ετών τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου (τον μετέπειτα Λουδοβίκο Η΄). Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1226), θα κυβερνήσει το βασίλειο έως την ενηλικίωση του γιου της (Λουδοβίκου Θ΄). Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της θα διαπραγματευθεί (με επιτυχία) τους όρους της Συνθήκης του Μω (1229), με την οποία τερματίζεται η σύγκρουση μεταξύ Γαλλίας και κομητείας της Τουλούζης (που προκλήθηκε λόγω της υποστήριξης των αρχόντων της δεύτερης προς την αίρεση των Καθαρών). Η συνθήκη διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της Γαλλίας, απαλλάσσοντάς την ταυτόχρονα από τον κίνδυνο της συνέχισης μιας επικίνδυνης σύρραξης με απρόβλεπτες συνέπειες. Έχοντας εμπιστοσύνη στις πολιτικές ικανότητες της μητέρας του, ο Λουδοβίκος Θ΄ της αναθέτει την αντιβασιλεία κατά την αναχώρησή του για την Ζ΄ Σταυροφορία (1248).

3.   Η Θεοφανώ.
Στα τέλη του 10ου αιώνα, η βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ (ανηψιά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή) παντρεύεται τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄. Η Θεοφανώ δεν έφερε απλώς στη Δύση τις εκλεπτυσμένες συνήθειες της βυζαντινής αυλής, καθώς και τα γράμματα και τον πολιτισμό της πατρίδας της: μετά τον θάνατο του άντρα της και ως την ενηλικίωση του γιου της (του Όθωνα Γ΄), κυβέρνησε την αυτοκρατορία. Αναφερόμενη ήδη ως «συναυτοκράτειρα» (coimperatrix) ενώ ζει ο σύζυγός της, υπογράφει αποφάσεις στα χρόνια διακυβέρνησής της φέροντας τον τίτλο «Theophanius gratia divina imperator augustus», σαν να ήταν άντρας.

4.   Η Ματθίλδη της Τοσκάνης
(1046-1115) υπήρξε η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα στην Ιταλία του καιρού της: σε δική της πρωτοβουλία οφείλεται η «συμφιλίωση» μεταξύ του πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄, με την ταπείνωση του δεύτερου στην Κανόσσα (1077).

5.   Η Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη
Στα μέρη μας, τέλος, η πριγκίπισσα της Αχαΐας Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη (1263-1312, η πριγκίπισσα Ζαμπέα του Χρονικού του Μορέως και «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη) κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την επιβίωση της φραγκικής Πελοποννήσου, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς που της επέβαλλε η Συνθήκη του Βιτέρμπο (την οποία σύναψε, σε στιγμές μεγάλης πολιτικής αδυναμίας, ο πατέρας της Γουλιέλμος Β΄ Βιλλαρδουίνος με τον Κάρολο Α΄ τον Ανδεγαυικό: βάσει της συνθήκης ο ανδεγαυικός οίκος, ως επικυρίαρχος, έπρεπε να εγκρίνει τους γάμους της διαδόχου του πριγκιπάτου).

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σύμβολα και μέσα άσκησης της γυναικείας εξουσίας: Ενδεικτικό των μεσαιωνικών αντιλήψεων είναι και το γεγονός ότι στις γυναίκες που είναι φορείς εξουσίας παρέχεται τόσο η συμβολική αναγνώριση του ρόλου αυτού όσο και τα αναγκαία υλικά μέσα. Σε συμβολικό επίπεδο παρατηρείται ότι όλες οι βασίλισσες στέφονται, όπως ακριβώς και οι βασιλείς. Η τελευταία βασίλισσα της Γαλλίας που στέφθηκε ήταν, το 1610, η Μαρία των Μεδίκων (δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Δ΄ των Βουρβόνων). Εκτός από το στέμμα υπάρχει κι η προσωπική σφραγίδα της βασίλισσας ή τα νομίσματα που φέρουν το όνομά της (Ισαβέλλα της Αχαΐας). Σε επίπεδο υλικών μέσων, όλες οι βασίλισσες και οι γυναίκες της ανώτερης αριστοκρατίας έχουν την προσωπική περιουσία τους: εκτός από την περιουσία με την οποία προικίσθηκαν από τις οικογένειές τους έχουν στην κυριότητά τους και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους δωρίζει ο βασιλιάς ή φεουδάρχης σύζυγός τους. Για παράδειγμα, η αυτοκράτειρα Θεοφανώ λαμβάνει από τον Όθωνα εκτάσεις από τη Θουριγγία και τη Σαξονία μέχρι τη βορειοανατολική Ιταλία.

Αν όμως οι γυναίκες μπορούν να ασκήσουν εξουσία, δεν είναι προαπαιτούμενο να έχουν και πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή στα κοινά;

β.   Γυναίκες και πολιτικά δικαιώματα

Στα χρόνια της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας η γυναίκα στερείται πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων. Στους Νεότερους Χρόνους πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να δοθεί στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου. Στο Μεσαίωνα, όμως, οι γυναίκες ψηφίζουν στις συνελεύσεις πόλεων και χωριών που καλύπτουν μεγάλο μέρος της δυτικής Ευρώπης. Συχνά, βεβαίως, δεν ψηφίζουν άτομα, αλλά οικογένειες, οι οποίες εκπροσωπούνται συνήθως από τον άντρα. Όταν όμως αυτός αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία (απουσία ή ασθένεια) ή έχει πεθάνει, τότε η οικογένεια εκπροσωπείται από τη γυναίκα. Ένα ωραίο σχετικό παράδειγμα μας δίνει η Ιστορία της φραγκικής Πελοποννήσου.

Το Παρλαμέντο των Γυναικών
Στα μέσα του 13ου αιώνα, το φραγκικό πριγκιπάτο του Μορέως βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του. Ο Φράγκος ηγεμόνας της Πελοποννήσου Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος πιστεύει ότι μπορεί να συντρίψει κάθε αντίπαλο και να κυριαρχήσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Το 1259, στην Πελαγονία (στον δρόμο από την Καστοριά προς το Μοναστήρι), συγκρούστηκε με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγο. Προδομένος από τους συμμάχους του, τους δεσπότες της Ηπείρου, ο Βιλλαρδουίνος συνετρίβη και αιχμαλωτίστηκε ο ίδιος, καθώς και οι περισσότεροι από τους υποτελείς του φεουδάρχες και ιππότες. Αναγκασμένος να διαπραγματευθεί με τον Παλαιολόγο, συμφώνησε τελικά να εξαγοράσει την ελευθερία του (και την ελευθερία των υποτελών του), παραχωρώντας στους Βυζαντινούς ορισμένα στρατηγικής σημασίας κάστρα της Πελοποννήσου, ανάμεσα στα οποία και τον Μιστρά. Η συμφωνία αυτή, όμως, έπρεπε να κυρωθεί από την αυλή του πριγκιπάτου. Έτσι, το 1260, συγκεντρώθηκαν στο Νίκλι (κοντά στην Τεγέα) οι ελάχιστοι άνδρες ευγενείς που δεν είχαν αιχμαλωτισθεί στην Πελαγονία και οι εκπρόσωποι όλων των άλλων φέουδων της Πελοποννήσου, εν προκειμένω και κατ’ ανάγκη, οι γυναίκες των αιχμαλώτων ευγενών. Για αυτό τον λόγο άλλωστε η συνέλευση έμεινε γνωστή και ως «παρλαμέντο των γυναικών». Για την ιστορία, σημειώνουμε ότι οι κυρίες ενέκριναν τη συμφωνία του ηγεμόνα τους, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε σε μία από τις συνθήκες του Νυμφαίου, κι έτσι ο Βιλλαρδουίνος και οι σύζυγοι των κυριών επέστρεψαν (έστω και με κομμένα τα φτερά) στην Πελοπόννησο.

«Και μετά ταύτα εμίσσεψαν αμφότεροι οι δύο.
Από την Κόρινθο επέρασαν και ήλθαν εις το Νίκλι•
εκεί ηύρον την πριγκίπισσαν με τες κυράδες όλες
όλης της Πελοπόνεσσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
όπου είχαν ποήσει σώρεψιν να επάρουν την βουλή τους
διά τα μαντάτα όπου ήκουσαν των τρίων κάστρων εκείνων,
όπου έδιδεν ο πρίγκηπας του βασιλέως ετότε
δια να έβγη από την φυλακήν εκείνος κι’ ο λαός του
οι άπαντες όλοι του Μωρέως, οι φλαμουριάροι όλοι
και οι καβαλλάροι μετ’ αυτούς που ήσαν εκεί στην Πόλιν.
Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκήπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
και εκάμνασιν το παρλαμά και επαίρναν την βουλήν τους
και ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήταν λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτερος όλου του πριγκηπάτου.
Αυτείνοι οι δύο ευρέθησαν στο παρλαμά εκείνο».

Το Χρονικόν του Μορέως», στίχοι 4390-4407)

γ.   Η γυναίκα στις αγροτικές κοινωνίες

Μονταγιού

Μονταγιού

Ωραία όλα τα παραπάνω, αλλά μήπως αφορούν αποκλειστικά τις ανώτερες τάξεις; Σύμφωνοι, αλλά κάτι τέτοιο απαντά διαχρονικά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ας δούμε τι συνέβαινε και στο πλαίσιο των πιο συντηρητικών αγροτικών κοινωνιών του Μεσαίωνα, με οδηγό και πάλι το παράδειγμα του Μονταγιού.

Από τη μελέτη του Λε Ρουά Λαντυρί για το μικρό χωριό των Γαλλικών Πυρηναίων προκύπτουν τα εξής στοιχεία: πράγματι, η θέση της γυναίκας στη συντηρητική αγροτική κοινωνία του Μονταγιού είναι χειρότερη από εκείνη που διαπιστώθηκε όσον αφορά την αριστοκρατία. Υπάρχει μισογυνισμός στη νοοτροπία των χωρικών, καθώς και αρκετά παραδείγματα ενδοοικογενειακής βίας. Ωστόσο, υπάρχουν σχεδόν ισάριθμες περιπτώσεις γυναικών υποταγμένων στους συζύγους τους και γυναικών που έχουν επιβληθεί κυριολεκτικά σ’ αυτούς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχει ισορροπία στους ρόλους των συζύγων όσον αφορά τη διαχείριση των οικιακών και οικογενειακών θεμάτων. Η μόνη γυναίκα ευγενής που διαμένει κατά διαστήματα στο χωριό, η καστελλάνα Βεατρίκη του Πλανισσόλ (χήρα του καστελλάνου του χωριού, δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή-εκπροσώπου του τοπικού φεουδάρχη) αποδεικνύει ότι η θέση της γυναίκας των ανώτερων τάξεων είναι σαφώς καλύτερη. Η ερωτική ζωή της είναι αρκετά ελεύθερη: οι δύο σημαντικότεροι εραστές της είναι ιερωμένοι! Αν στην περίπτωση του πρώτου, μπορούμε να μιλήσουμε για αποπλάνηση της γυναίκας (ο ιερέας του χωριού Πιερ Κλεργκ είναι κλασσική μορφή Καζανόβα), σ’ αυτή του δεύτερου, ο ρόλος του «κυνηγού» ανήκει σαφώς στη Βεατρίκη (ο Βαρθολομαίος Αμιλιάκ είναι σχεδόν είκοσι χρόνια νεότερός της). Η τολμηρή καστελλάνα κατορθώνει μάλιστα να πείσει τον τελευταίο να μετοικήσουν σε εκκλησιαστική περιφέρεια όπου η συμβίωση ιερωμένου με γυναίκα είναι ανεπίσημα ανεκτή.

δ.   Η γυναίκα και η μεσαιωνική Εκκλησία

Υπάρχουν τα γνωστά μισογυνικά στερεότυπα που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως προσωποποίηση της αμαρτίας. Υπάρχουν και τα ιστορικά στοιχεία που παρέχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα. Η αντιμετώπιση της γυναίκας στο πλαίσιο της χριστιανικής εκκλησίας είναι πολύ καλύτερη και σε αυτό δεν είναι αμέτοχη η λατρεία της Παναγίας και των γυναικών αγίων.
Η μεσαιωνική Εκκλησία δεν διστάζει να αναθέσει σε γυναίκες θέσεις ευθύνης με πολιτική και οικονομική ισχύ. Οι ηγούμενες των μονών ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται τεράστιες περιουσίες. Το 1115, ο μοναχός Ροβέρτος του Αρμπρισέλ, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του δυτικού μοναστικού κινήματος, αποφασίζει να οργανώσει το αββαείο του Φοντεβρώ: ιδρύει δύο κοινόβια (ανδρών και γυναικών) και αναθέτει τη διοίκηση του αββαείου σε μια γυναίκα, την μόλις 22 ετών Πετρονίλλα του Σεμιγέ!

Φοντεβρώ

Φοντεβρώ

– Την εποχή εκείνη Εκκλησία και γράμματα είναι συνήθως αλληλένδετα. Μια από τις πρώτες εγκυκλοπαίδειες της μεσαιωνικής Δύσης συγγράφηκε από γυναίκα: πρόκειται για τον «Hortus deliciarum» της Αλσατής ηγουμένης Ερράδης του Λάντσμπεργκ (12ος αι.). Μερικές φορές, οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες των γυναικών της Εκκλησίας εκπλήσσουν: στο αββαείο του Γκάντερσάιμ στη Σαξονία βρέθηκαν χειρόγραφα του 10ου αιώνα που περιείχαν κωμωδίες σε στίχους με ομοιοκαταληξία, σε μίμηση των κωμωδιών του Τερέντιου!

ε.   Η θέση της γυναίκας σύμφωνα με το δίκαιο της εποχής

Η γυναίκα ως υποκείμενο δικαίου: Τίποτε δεν είναι περισσότερο ενδεικτικό της θέσης της γυναίκας απ’ ό,τι το εκάστοτε ισχύον δίκαιο. Στην Αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα ακόμη κι αν έχει κάποια περιουσία δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία. Χαρακτηριστικός της θέσης της γυναίκας κατά την Αρχαιότητα είναι ο θεσμός της επίκληρης. Η «επίκληρος» είναι η γυναίκα χωρίς αδελφούς και χωρίς αρσενικά παιδιά που κανονικά θα έπρεπε να κληρονομήσει την οικογενειακή περιουσία: δεν είναι όμως πραγματικά κληρονόμος, καθώς απλώς «μεταφέρει» την περιουσία. Για να μη χαθεί η περιουσία από την ευρύτερη οικογένεια, η επίκληρος είναι υποχρεωμένη να παντρευτεί τον εγγύτερο άρρενα συγγενή της (π.χ. θείο της), τούτο δε ακόμη κι αν είναι παντρεμένη, οπότε υποχρεούται πρώτα να χωρίσει τον ως τότε σύζυγό της. Στη Ρώμη το οικογενειακό δίκαιο επιβάλλει τον νόμο του pater familias, ο οποίος έχει εξουσία ζωής και θανάτου επί της συζύγου και των τέκνων του. Η εξουσία αυτή κατέχεται δια βίου, δεν σταματά λ.χ. με την ενηλικίωση των παιδιών, στοιχείο που είχε προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα στις περιοχές της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό: οι Έλληνες που αποκτούσαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη ανακάλυπταν και τις παρενέργειες τις εφαρμογής του ρωμαϊκού δικαίου. Η αδυναμία ενηλίκων να διαχειριστούν την περιουσία τους, μια και χρειάζονταν την έγκριση του πατέρα τους, απαίτησε στην πράξη απίστευτα νομικά τεχνάσματα για να ξεπεραστεί!. Στον Μεσαίωνα αντίθετα ο άντρας είναι διαχειριστής και όχι κύριος. Δεν μπορεί λ.χ. να αποκληρώσει τον γιο του. Επίσης, σε περιπτώσεις γάμου χωρίς τέκνα, τα περιουσιακά στοιχεία καθενός από τους συζύγους κληρονομούνται από τις οικογένειές τους αντιστοίχως, σύμφωνα με την αρχή paterna paternis, materna maternis.

Δικαιοπραξίες: Η μελέτη των συμβάσεων και ειδικότερα των συμβολαιογραφικών πράξεων της μεσαιωνικής περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σε αντίθεση με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους, οι γυναίκες του Μεσαίωνα έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δική τους περιουσία, την οποία διαχειρίζονται μόνες τους. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από τη μελέτη των δωρεών προς τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων (Ναΐτες και Ιωαννίτες): περίπου το 40 % των δωρεών προέρχεται από γυναίκες. Από τα συμβόλαια αποδεικνύεται επίσης ότι οι γυναίκες του Μεσαίωνα ασκούσαν σχεδόν όλα τα επαγγέλματα: τόσο αυτά που απαιτούν μόρφωση (εκπαιδευτικοί, γιατροί, φαρμακοποιοί, εικονογράφοι βιβλίων) όσο και τα τεχνικά, καθώς και κάθε είδους εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ο μύθος του Νόμου των Σάλιων Φράγκων: Όσοι κατηγορούν τον Μεσαίωνα επικαλούνται συνήθως τον λεγόμενο Νόμο των Σάλιων Φράγκων, σύμφωνα με τον οποίο υποτίθεται ότι οι γυναίκες αποκλείονταν από την κληρονομική διαδοχή. Ο Σαλικός Νόμος με αυτή την μορφή δεν είναι παρά ένας ακόμη μύθος, ένα ερμηνευτικό κατασκεύασμα των Γάλλων νομικών των αρχών του 14ου αιώνα, στην προσπάθεια να αποκλειστούν από τον γαλλικό θρόνο κάποια ανεπιθύμητα γυναικεία μέλη της βασιλικής οικογένειας (ή μάλλον οι ανεπιθύμητοι σύζυγοί τους). Στην πραγματικότητα ο Νόμος των Σάλιων Φράγκων απέκλειε τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή ορισμένων εδαφών, των οποίων η κυριότητα συνδεόταν με κάποιας μορφής υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας – εξ ου και η λογική του αποκλεισμού. Το γεγονός ότι αυτή η επινόηση εφαρμόστηκε πλειστάκις κατά τους Νεότερους Χρόνους για να ρυθμίσει τη δυναστική διαδοχή λησμονείται συστηματικά από τους εχθρούς του Μεσαίωνα (εδώ στο Λουξεμβούργο, ο βασιλεύων οίκος θα απαγκιστρωθεί από τον περιορισμό του σαλικού νόμου μόλις το 1890).

Η επιδείνωση της θέσης της γυναίκας συμπίπτει με την εκ νέου «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου από τον δυτικό κόσμο. Το ρωμαϊκό δίκαιο παρουσιάζει δύο πλεονεκτήματα: είναι σαφώς καταλληλότερο από τα μεσαιωνικά έθιμα για τη ρύθμιση των εμπορικών και επιχειρηματικών εν γένει συναλλαγών, αφενός, και ευνοεί τη συγκέντρωση της εξουσίας και δη της κρατικής, αφετέρου. Ταυτόχρονα, όμως, είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη γυναίκα, που σταδιακά θα βρεθεί σε θέση παρία. Το 1593, εν μέσω της Αναγέννησης, οι γυναίκες θα αποκλειστούν στη Γαλλία από κάθε δημόσιο αξίωμα. Τον 18ο αιώνα θα υποχρεωθούν να παίρνουν το επώνυμο του συζύγου. Το 1804, ο Ναπολεόντειος αστικός κώδικας (άρθρο 1224) καθιστά τις γυναίκες άτομα περιορισμένης (ή μάλλον ανύπαρκτης) δικαιοπρακτικής ικανότητας: «Les personnes privées de droits juridiques sont les mineurs, les femmes mariées, les criminels et les débiles mentaux». Για οποιαδήποτε συναλλαγή με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης από αυτό που έχουν… τα ψώνια της λαϊκής, η γυναίκα χρειάζεται πλέον την έγκριση του συζύγου (αφέντη) της. Διαφωτισμός και Γαλλική Επανάσταση προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη γυναίκα!

ΜΕΡΟΣ IV
ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ;

Α.   ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ

Αναμφίβολα, η θρησκεία και η Εκκλησία αποτελούν τους κύριους πυλώνες της μεσαιωνικής κοινωνίας. Καθορίζουν νοοτροπίες και συμπεριφορές, τον ίδιο τον τρόπο ζωής και σκέψης τόσο των ισχυρών όσο και των απλών ανθρώπων. Αρκεί αυτό για να χαρακτηρίσουμε τον Μεσαίωνα ως θεοκρατία; Για να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ελευθερία σκέψης;

Ίσως κάποιοι πιστεύουν ότι ο κυρίαρχος ρόλος της μεσαιωνικής Εκκλησίας σημαίνει ότι η ζωή του ανθρώπου ρυθμιζόταν ανελαστικά από ανθρώπους με τρόπο σκέψης αντίστοιχο κάποιων υπερσυντηρητικών Ελλήνων ιεραρχών της εποχής μας. Η αντίληψη αυτή παραβλέπει ένα γεγονός: όταν μια θρησκευτική οργάνωση καθίσταται φορέας εξουσίας και μάλιστα με ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων προσαρμόζεται στη νέα αποστολή της και υιοθετεί προσεγγίσεις πολύ πιο ρεαλιστικές. Εάν η Εκκλησία της εποχής εκείνης ήταν απλώς φορέας οπισθοδρομικών αντιλήψεων δεν θα αποτελούσε μοχλό ανάπτυξης της τέχνης ούτε θα αναδεικνύονταν μέσα από τις τάξεις της οι μεγαλύτερες μορφές της μεσαιωνικής φιλοσοφίας.

– Ο ορθολογισμός της μεσαιωνικής Εκκλησίας – το παράδειγμα της Σινδόνης του Τορίνου.

Σινδόνη του Τορίνου

Σινδόνη του Τορίνου

Ιερό κειμήλιο και αχειροποίητος εικόνα, η Σινδόνη του Τορίνου, πάνω στην οποία φέρεται να αποτυπώθηκε το πρόσωπο και το σώμα του Κυρίου Ημών, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μέσα του 14ου αιώνα στο Λιρέ της γαλλικής Καμπανίας, λίγο έξω από την Τρουά. Είναι γνωστό ότι πολλοί ιππότες από την Καμπανία είχαν συμμετάσχει στη Δ΄ Σταυροφορία κι είχαν εγακτασταθεί σε εδάφη που ανήκαν στο Βυζάντιο. Ίσως η Σινδόνη να ήρθε από εκεί, στην Ανατολή άλλωστε λεγόταν πως υπήρχαν κι άλλα παρεμφερή κειμήλια, όπως το Μανδήλιον της Εδέσσης. Ίσως πάλι αυτές ακριβώς οι ιστορίες να οδηγήσαν κάποιους στην κατασκευή ενός ψεύτικου κειμηλίου.

Οι εφημέριοι του ναού του Λιρέ αρχίζουν να περιφέρουν με επισημότητα τη Σινδόνη, εμφανίζοντάς την βεβαίως ως αυθεντική. Ο επίσκοπος της Τρουά, ο Ερρίκος του Πουατιέ έχει αντίθετη άποψη, θεωρώντας την πλαστή. Ο διάδοχός του στον επισκοπικό θρόνο, ο Πέτρος του Αρσί, θα προσπαθήσει να απαγορέψει την περιφορά της ως ιερού κειμηλίου: «Οι ιερείς του Λιρέ φλέγονται από το πάθος της φιλοχρηματίας και της φιλαργυρίας… δεν περιφέρουν την εικόνα από ευσέβεια, αλλά για λόγους οικονομικού συμφέροντος… Πρόκειται για πλαστό αντικείμενο, μολονότι διατείνονται ότι πρόκειται για την Ιερά Σινδόνη στην οποία τυλίχθηκε το σώμα του Κυρίου Ημών… κατά τη διάρκεια των περιφορών ορισμένα άτομα προσποιούνται έναντι αμοιβής ότι δήθεν θεραπεύτηκαν χάρη στο υποτιθέμενο ιερό κειμήλιο, για να ξεγελάσουν τους πιστούς και να τους παρακινήσουν να προβούν σε δωρεές… Ο προκάτοχός μου είχε διενεργήσει έρευνα και είχε ανακαλύψει την απάτη, πως φτιάχτηκε το ύφασμα αυτό και πώς χρωματίστηκε με επιδεξιότητα, γεγονότα που αναγνώρισε κι ο ίδιος ο τεχνίτης που είχε αναλάβει την εργασία».

Ο Πέτρος του Αρσί προσέφυγε στον πάπα για να δικαιωθεί. Η εκδίκαση της υπόθεσης καθυστέρησε πολύ. Τελικά, ο πάπας Κλήμης Ζ΄ προτίμησε να δώσει συμβιβαστική λύση. Επέτρεψε τις περιφορές της Σινδόνης υπό τον όρο ότι κάποιος κήρυκας θα προειδοποιούσε τους πιστούς, «με δυνατή και καθαρή φωνή», διευκρινίζοντας ότι «η μορφή ή η απεικόνιση αυτή δεν επιδεικνύεται ως η γνήσια σινδόνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, αλλά ως μορφή ή απεικόνιση που λέγεται ότι είναι εκείνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού».

Η Σινδόνη συνέχισε την πορεία της, χωρίς η φήμη της να ξεπεράσει τα όρια του Λιρέ και της Τρουά. Το 1453 πωλήθηκε στον Λουδοβίκο Α΄ της Σαβοΐας. Το 1578 μεταφέρθηκε στο Τορίνο που είχε γίνει πρωτεύουσα του Δουκάτου. Η επίδειξη της Σινδόνης σε όλες τις σημαντικές για τη δυναστεία περιστάσεις, την καθιστά ολοένα και πιο γνωστή, ιδίως από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Η παγκόσμια φήμη της οφείλεται στους Νεότερους Χρόνους και δεν είναι βέβαια προϊόν κάποιας μεσαιωνικής θρησκοληψίας. Αντιθέτως, η μεσαιωνική Εκκλησία ήταν εκείνη που υιοθέτησε την πιο ορθολογική στάση στο ζήτημα.

Β.   ΕΝΑΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ

α.   Ιδεολογικός και πολιτισμικός απομονωτισμός, έλλειψη ανοχής για όποια αντίληψη αποκλίνει έστω και κατ’ ελάχιστον από τις παραδεκτές, αλλά και για κάθε διαφορετική κουλτούρα, δόγμα ή θρησκεία, ούτε ίχνος συγκρητισμού και πολιτιστικής διάδρασης. Αυτές είναι περίπου οι κατηγορίες. Και είναι πάλι ψευδείς!

Υπάρχουν περιοχές επαφής κι επομένως έντονης διάδρασης μεταξύ χριστιανικής Δύσης, Βυζαντίου και ισλάμ: Ισπανία, Σικελία και Κάτω Ιταλία, Ελλάδα, Μέση Ανατολή.

– Είναι αφελές να πιστεύουμε ότι η σχέση του Βυζαντίου με τη χριστιανική Δύση συνοψίζεται στην αντιπαλότητα που μαρτυρούν τα χολερικά σχόλια της «De Legatione Constantinopolitana» (968) του (όχι εντελώς αδίκως) εξοργισμένου Λιουτπράνδου της Κρεμόνας (πρεσβευτή του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Β΄ στην αυλή της Βασιλεύουσας), το άκυρο ψευδοσχίσμα του 1054 (το ανάθεμα κατά του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου που αποθέτει στην Αγία Σοφία ο λεγάτος Ουμβέρτος του Μουαγιανμουτιέ φέρει το όνομα του πάπα Λέοντος Θ΄, ο οποίος είχε πεθάνει τρεις μήνες νωρίτερα, αιχμάλωτος του Ροβέρτου Γισκάρδου) και, κυρίως, η τραυματική εμπειρία της Δ΄ Σταυροφορίας. Βυζάντιο και Δύση έχουν διαρκείς σχέσεις σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Υπάρχει αμοιβαία γνώση νοοτροπιών. Στην αυλή των Κομνηνών υπάρχουν Ιταλοί και Φράγκοι σύμβουλοι για εμπορικά και πολιτικά θέματα. Κι όταν ο Ιωάννης Κομνηνός επιχειρεί να ανακτήσει τη φραγκική πλέον ηγεμονία της Αντιόχειας, επικαλείται τον όρκο υποτέλειας που είχε δώσει στον πατέρα του Αλέξιο ο ιδρυτής του προγκιπάτου Βοημούνδος. Κίνηση που δείχνει ότι ο βυζαντινός μονάρχης είχε πολύ καλή γνώση των θεσμών του δικαίου της Δύσης και κατανοούσε τη σημασία της σχέσης επικυριάρχου και βασσάλου.

– Στη Μέση Ανατολή, φραγκικά κράτη και μουσουλμανικά εμιράτα δεν έχουν διαρκώς εμπόλεμες σχέσεις. Με τον καιρό αναπτύσσεται μεταξύ τους ένα modus vivendi, που εκδηλώνεται μέσα από εμπορικές συναλλαγές, περιστασιακές συμμαχίες και πολιτισμικές ανταλλαγές.

Ας δούμε πώς περιγράφει τη σχέση αυτή ο Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ (1095-1188), μουσουλμάνος ευγενής από το Σαϋζάρ της βόρειας Συρίας, στο σύγγραμμά του «Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ».
«Αναγνωρίζω πρόθυμα στους Φράγκους δύο αρετές: το θάρρος τους και την εκτίμηση την οποία τρέφουν για τους ιππότες τους. Είχα κάποτε μια διαφορά με τον Ρενιέ, άρχοντα της Πανειάδας, μια και μας είχε κλέψει αιγοπρόβατα σε καιρό ειρήνης. “Ορίστε κάποιος που μας έχει προξενήσει σημαντική ζημιά – είπα στον βασιλιά Φουλκ -, μας έκλεψε ζώα ενώ οι κατσίκες επρόκειτο να γεννήσουν. Μας τις επέστρεψε, όχι όμως και τα μικρά, οπότε εξακολουθούμε να υφιστάμεθα ζημία”. Ο βασιλιάς έκανε νεύμα σε πέντε-έξι ιππότες: “Εμπρός! Αποδώστε δικαιοσύνη”. Βγήκαν από την αίθουσα ακροάσεων για να διασκεφθούν κι επέστρεψαν για να ανακοινώσουν ότι ομόφωνα αποφάσισαν πως ο άρχοντας έπρεπε να μου καταβάλει χρηματικό πρόστιμο Το παράδειγμα καταδεικνύει το πώς αντιμετωπιζόταν μια δικαστική απόφαση που είχαν εκδώσει οι ιππότες. Κανείς, ούτε καν ο ίδιος ο βασιλιάς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει…

Θα παραθέσω ως αξιοσημείωτο παράδειγμα την περίπτωση ενός Φράγκου από την Αντιόχεια. Είχα στείλει στην πόλη αυτή έναν από τους συνεργάτες μου ο οποίος, κατόπιν συμβουλής μου, είχε φιλοξενηθεί από τον Θεόδωρο Σοφιανό, ο οποίος έχαιρε μεγάλου κύρους στην πόλη και ήταν αληθινός μου φίλος. Ο Σοφιανός παρακάλεσε τον συνεργάτη μου να τον συνοδέψει σε έναν γνωστό του ο οποίος τον είχε προσκαλέσει. Επρόκειτο για ένα Φράγκο ιππότη της παλιάς γενιάς από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στις πρώτες μάχες. Είχε πια εγκαταλείψει την ενεργό δράση κι είχε αποσυρθεί στην Αντιόχεια, σ’ ένα κτήμα από το οποίο ζούσε. Όπως μου είπε ο συνεργάτης μου, τους παρουσίασε ένα τραπέζι με τα πιο εκλεκτά και καθαρά εδέσματα που θα μπορούσε κάποιος να ονειρευτεί: “Δίσταζα παρόλα αυτά, οπότε ο οικοδεσπότης μας με καθησύχασε. Εδώ και χρόνια δεν έτρωγε πια καθόλου φράγκικα φαγητά. Είχε Αιγύπτιες μαγείρισσες στις οποίες είχε απόλυτη εμπιστοσύνη: το χοιρινό κρέας δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι του”.

Αυτούς τους Φράγκους που με συνόδεψαν… σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής μου πώς πρέπει να τους κρίνω τώρα που πλησιάζει ο θάνατος; Ο Θεός μας τους έστειλε, αυτό είναι βέβαιο, για να μας δοκιμάσει, για να μας υπενθυμίσει τις αμαρτίες μας και πάνω απ’ όλα τη μεγαλύτερη απ’ αυτές: τις έριδές μας. Εκμεταλλευόμενές τες, οι Φράγκοι κατόρθωσαν να έρθουν στα μέρη μας και να εγκατασταθούν σ’ αυτά. Συχνά αναρωτιόμουν, τα πρώτα χρόνια, αν με τον καιρό θα μας έμοιαζαν. Χάρη σε μερικούς από αυτούς πίστεψα στο θαύμα: αν όχι να ασπασθούν την πίστη μας, τουλάχιστον θα μπορούσαν, παραμένοντας χριστιανοί, να μάθουν μαζικά τη γλώσσα μας και να μοιραστούν με τους μουσουλμάνους αδελφούς τους τον ίδιο τρόπο ζωής, όπως κι οι ντόπιοι χριστιανοί. Γενικά, όμως, οι Φράγκοι δεν θέλησαν ούτε το ένα ούτε το άλλο».

Στη Συρία και την Παλαιστίνη η προσπάθεια πολιτισμικής προσέγγισης έμεινε ανολοκλήρωτη. Αλλού προχώρησε πολύ περισσότερο.

β.   Το ιδεώδες διαπολιτισμικό πρότυπο της νορμανδικής Σικελίας και Κάτω Ιταλίας

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Στα τέλη περίπου του 11ου αιώνα, οι Νορμανδοί, με επικεφαλής δύο αδέλφια από το άσημο φέουδο της Ωτβίλλ, τον Ροβέρτο Γισκάρδο και τον Ρογήρο, κατορθώνουν να επιβληθούν στις διάφορες αντίρροπες δυνάμεις που προσπαθούσαν να ελέγξουν τον ιταλικό Νότο: λομβαρδικές ηγεμονίες της Καπύης, του Σαλέρνο και της Νάπολης, βυζαντινό εξαρχάτο με πρωτεύουσα το Μπάρι, μουσουλμανικά εμιράτα της Σικελίας. Στις αρχές του 12ου αιώνα, ο Ρογήρος Β΄ (1095-1154) θα ενώσει όλα τα εδάφη της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας συγκροτώντας το ισχυρότερο κράτος της εποχής του.

Οι υπήκοοι του Ρογήρου είναι αραβόφωνοι μουσουλμάνοι, ελληνόφωνοι ορθόδοξοι, Ιταλοί και Νορμανδοί καθολικοί και Εβραίοι. Μια τέτοια σύνθεση επιβάλλει ευέλικτες λύσεις. Το εξαιρετικά ανεπτυγμένο αίσθημα πολιτικού ρεαλισμού του Ρογήρου θα οδηγήσει σε ένα υποδειγματικό πρότυπο συγκρητισμού και διαπολιτισμικότητας. Μεγαλωμένος στην ελληνόφωνη Καλαβρία με δάσκαλο τον Χριστόδουλο του Ροσσάνο, που οι αραβόφωνες πηγές της εποχής αποδίδουν ως Αμπν Αρ Ραχμάν αν Νασρανί, ο Ρογήρος εμφανίζεται στα ψηφιδωτά με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, οικειοποιούμενος τα σύμβολα των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης κι εμφανιζόμενος ως δυνητικός διάδοχός τους. Ο κύριος σύμβουλός του είναι ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς, Μελκίτης ελληνόφωνος της Συρίας που υπηρέτησε τους Ζιρίδες εμίρηδες της Τύνιδας, μέχρι να τον ανακαλύψει ο Ρογήρος και να του αναθέσει το ύπατο αξίωμα του εμίρη του εμίρηδων. Στα ανώτατα κλιμάκια της διοίκησης συναντούμε Έλληνες, Άραβες και Νορμανδούς. Η συνεργασία τους οδηγεί στη δημιουργία της πιο εξελιγμένης κι αποδοτικής γραφειοκρατίας της εποχής (κτηματολόγιο, φορολόγηση και λοιπά δημοσιονομικά).

Στον Ρογήρο χρωστάμε τις «Ασσίζες του Αριάνο» την πληρέστερη κωδικοποίηση νομικών διατάξεων του Μεσαίωνα. Στο προοίμιο τους διαβάζουμε ότι:
«οι νόμοι και οι αποφάσεις του βασιλέως ισχύουν για όλους τους υπηκόους, Λατίνους, Έλληνες, Ιουδαίους και Σαρακηνούς. Ουδόλως θίγονται, όμως, τα υφιστάμενα ήθη κι έθιμα και οι νόμοι των λαών αυτών, εκτός κι αν αντιβαίνουν προδήλως στους νόμους και τις αποφάσεις του βασιλέως».

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Η ανακτορική γραμματεία εκδίδει έγγραφα σε 5 τουλάχιστον γλώσσες, λατινικά, ελληνικά, γαλλικά, αραβικά κι εβραϊκά. Οι κοινότητες συμβιώνουν αρμονικά. Κι ο Ρογήρος Β΄ συνδέει τη βασιλεία του με μια άνευ προηγουμένου πολιτιστική άνθιση, την οποία μαρτυρούν τα Ανάκτορα των Νορμανδών με το υπέροχο παρεκκλήσιο κι η Μαρτοράνα (Santa Maria dell’Ammiraglio, έργο του Γεωργίου του Αντιοχέα) στο Παλέρμο ή ο καθεδρικός ναός της Τσεφαλού (Κεφαλοίδιον). Στην αυλή του Ρογήρου συχνάζουν Έλληνες κι Άραβες σοφοί: ο θεολόγος Θεοφάνης Κεραμεύς και ο Νείλος Δοξαπατρής, μοναχός από την Καλαβρία, ο οποίος συνέγραψε μια Ιστορία των πέντε Πατριαρχείων, οι ποιητές Ιμπν Ομάρ από τη Μπούτερα και Αμπντ-αρ-ραχμάν από το Τράπανι. Προστατευόμενός του υπήρξε κι ο σπουδαίος Ανδαλουσιανός γεωγράφος Αλ Ιντρισί, ο οποίος ολοκληρώνει το 1154 το περίφημο «Kitâb Nuzhat al-muchtâq fî ikhtirâq al-âfâq», γνωστότερο ως «al-kitâb al-Rudjari», δηλ. το βιβλίο του Ρογήρου, μεγαλειώδες για τα δεδομένα της εποχής γεωγραφικό πόνημα. Στηριζόμενος στις γνώσεις του και στις πληροφορίες που συνέλεξε επί σειρά ετών (όλοι οι ναυτικοί των οποίων τα πλοία αγκυροβολούσαν σε λιμάνια του βασιλείου καλούνταν να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια του Άραβα γεωγράφου), ο Αλ Ιντρισί ετοίμασε έναν άτλαντα που συνοδευόταν από επτά χάρτες και ένα επιπεδοσφαίριο.

Είναι αλήθεια πως το νορμανδικό πρότυπο αποτελεί εξαίρεση, όπως και ότι δεν άντεξε για περισσότερο από έναν αιώνα. Αν κάποια άλλη εποχή, όμως, έχει να επιδείξει αντίστοιχο παράδειγμα μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας, καλό θα ήταν να το μάθουμε.

Γ.   Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΕΠΟΧΗ ΑΝΘΙΣΗΣ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

α.   Σε μια εγκυκλοπαίδεια του 19ου αιώνα διαβάζουμε στο λήμμα «Αναγέννηση» τα εξής: «Οι Τέχνες και τα Γράμματα που φάνηκε ότι είχαν χαθεί στο ίδιο ναυάγιο με τη ρωμαϊκή κοινωνία ανθίζουν και λάμπουν εκ νέου, έπειτα από δέκα αιώνες σκότους»! Κάποια θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι επί μία ολόκληρη χιλιετία η ανθρωπότητα δεν παρήγαγε τίποτε το ωραίο και υψηλό…

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Και, όμως, ο Μεσαίωνας είναι η εποχή:

Άνθισης μιας τέχνης που επιζητεί την πρωτοτυπία, σε αντίθεση προς εκείνην της Αναγέννησης, η οποία θέτει ως πρότυπο προς μίμηση την κλασσική Αρχαιότητα, και τη λειτουργικότητα: λ.χ. τα ανάγλυφα των ναών έχουν διδακτική ασποστολή. Τέχνης που ακόμη και σήμερα μας εκπλήσσει, με τη γήινη απλότητα του ρωμανικού ρυθμού, και την αρτιότητα του γοτθικού. Ο Μεσαίωνας είναι η εποχή των γοτθικών καθεδρικών που φτάνουν τον ουρανό: ενός θαύματος της αρχιτεκτονικής, της μηχανικής και της τεχνικής. Της ανθρώπινης δημιουργικότητας, θέλησης κι επιμονής, μια και σπάνια η ομάδα αρχιτέκτονα και τεχνιτών που άρχιζε την ανοικοδόμηση ενός καθεδρικού είχε και την τύχη να δει την ολοκλήρωσή του. Περίτεχνων βιτρώ που σήμερα είναι αδύνατο να φιλοτεχνηθούν. Ανάγλυφων και γλυπτών που εντυπωσιάζουν με την καλλιτεχνική αρτιότητα και, συχνά, με τον ρεαλισμό τους.

 Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της "Συναγωγής"

Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της «Συναγωγής»

Της ποίησης των τρουβαδούρων της Οξιτανίας, του Βερνάρδου της Βενταντούρ, του Πέτρου Βιντάλ, του Γουλιέλμου της Ακυιτανίας και του Μαρκαμπρύ, που υμνούν τον αγνό έρωτα. Μια Αμερικανίδα ιστορικός (Μέριλυν Γιάλομ) επιχείρησε μάλιστα πρόσφατα να αποδείξει ότι από μόνη της η ποίηση των τρουβαδούρων οδήγησε σε αναβάθμιση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας.
– Του Δάντη, του Πετράρχη, του Βοκάκιου και του Τσώσερ, συγγραφέων των οποίων τα έργα αποτελούν σταθμούς στην Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Φιλοσόφων όπως ο Πέτρος Αβελάρδος, ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Ρογήρος Βάκων και ο Γουλιέλμος του Όκκαμ, που θέτουν τις βάσεις της δυτικής σκέψης για τους επόμενους αιώνες.

β.   Πανεπιστήμια: ένα δημιούργημα του Μεσαίωνα. Ο Μεσαίωνας είναι επίσης η εποχή κατά την οποία γεννιούνται τα πανεπιστήμια όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Όπως μαρτυρεί κι ο λατινικός όρος universitas πρόκειται για κοινότητες διδασκόντων και φοιτητών οι οποίες αποκτούν θεσμική και υλική υπόσταση και στη συνέχει αναγνωρίζονται από την κοσμική και την εκκλησιαστική εξουσία. Το πρώτο πανεπιστήμιο ιδρύεται στη Μπολόνια στα μέσα του 12ου αιώνα κι αναγνωρίζεται από τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ των Χοχενστάουφεν. Ακολουθούν το Παρίσι, η Οξφόρδη, η Νάπολη, το Μονπελλιέ και πολλά ακόμη. Το 1231, παραδόξως την ίδια χρονιά που δίνει θεσμική υπόσταση στην Ιερά Εξέταση, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ αναγνωρίζει επίσημα τα προνόμια των πανεπιστημίων με τη βούλλα Parens Scientiarum Universitas. Και ναι, πανεπιστημιακό άσυλο υφίσταται στον Μεσαίωνα και κανείς δεν διανοείται να το αμφισβητήσει.

Οι φοιτητές ξεκινούν σπουδάζοντας τις λεγόμενες ελευθέριες τέχνες, που περιλαμβάνουν τους κύκλους σπουδών του trivium (γραμματική, ρητορική και λογική) και του quadrivium (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική), για να προχωρήσουν εν συνεχεία στις θεωρούμενες ανώτερες σπουδές του δεύτερου κύκλου: ιατρική, αστικό κι εκκλησιαστικό δίκαιο, θεολογία και φιλοσοφία.

Μια λαμπρή εποχή που δεν υστερεί σε τίποτε από τις υπόλοιπες. Πώς κατέληξε να θεωρείται συνώνυμη του σκοταδισμού και όλων των δεινών;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΓΙΑΤΙ Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ;

Ο υποτιμητικός όρος «Μεσαίωνας» (Media Tempestas, Medium Aevum) εμφανίζεται για πρώτη φορά στα χρόνια της Αναγέννησης και πιο συγκεκριμένα το 1469 σε ένα σύγγραμμα του Ιταλού λόγιου Τζοβάννι Αντρέα ντέι Μπούσσι. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης έχουν συναίσθηση της αλλαγής ιστορικής εποχής: για την ακρίβεια θέλουν οι ίδιοι να σηματοδοτήσουν μία ρήξη με το πρόσφατο παρελθόν. Η επιθυμία μπορεί να εξηγηθεί μάλλον εύκολα. Οι λόγοι είναι ψυχολογικοί: η εποχή που μόλις προγήθηκε ήταν για την Ευρώπη μια από τις δυσκολότερες της Ιστορίας.

Ο 14ος αιώνας αρχίζει με μία παρατεταμένη οικονομική κρίση που εξαπλώνεται αργά αλλά σταθερά σε ολόκληρη την ήπειρο. Κορεσμός των εμπορικών διαδρομών και δυσλειτουργία των αγορών, επανειλημμένες κακές σοδειές όσον αφορά τα αγροτικά προϊόντα, εξαιτίας της ραγδαίας επιδείνωσης των κλιματικών συνθηκών. Οι επιστήμονες μιλούν για μια σύντομη περίοδο παγετώνων που θα πλήξει την Ευρώπη για πέντε περίπου αιώνες. Στα δεινά αυτά προστίθεται κι ο Εκατονταετής Πόλεμος με όλες τις καταστροφές και τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που συνεπάγεται. Αποκορύφωμα της κακοδαιμονίας και των συμφορών, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που εκδηλώνεται το 1348, εξολοθρεύει τουλάχιστον το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού κι εγκαθίσταται στην Ευρώπη επανεμφανιζόμενη περιοδικά κατά τους επόμενους αιώνες.

"Ο γιατρός της πανώλης", χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

«Ο γιατρός της πανώλης», χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

[παρεμπιπτόντως, αρκετοί επιδημιολόγοι και ιστορικοί διατηρούν επιφυλάξεις για το αν εκείνη η ασθένεια ήταν πράγματι η βουβωνική πανώλη. Αφενός, τα συμπτώματα που περιγράφονται στις πηγές της εποχής (λ.χ. στο Δεκαήμερο του Βοκάκιου) δεν είναι αυτά που γνωρίζει η σύγχρονη ιατρική επιστήμη. Αφετέρου, έχει αποδειχθεί ότι ο βάκιλος της βουβωνικής πανώλης δεν επιζεί σε θερμοκρασίες χαμηλότερες των 10 βαθμών Κελσίου. Η μεσαιωνική επιδημία, όμως, διαδόθηκε στη Βόρεια Ευρώπη κατά τη διάρκεια του χειμώνα! Ενδέχεται, επομένως, να επρόκειτο για κάποιο βακτήριο ή βάκιλο που προσβάλλει το αναπνευστικό σύστημα ή… για κάποιον ιό τύπου Έμπολα!]

Ωστόσο, η ρήξη αυτή φαίνεται να είναι κυρίως ιδεολογική: σε επίπεδο πολιτικής και οικονομίας οι τάσεις που χαρακτηρίζουν την Αναγέννηση αποτελούν συνέχεια των μεσαιωνικών. Η πραγματική μεταστροφή ανάγεται στον 17ο αιώνα, όταν ολοκληρώνεται στην Ευρώπη η διαδικασία συγκρότησης ισχυρών κρατών. Το μεσαιωνικό σχήμα, με την προσωπική σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου και τον αυξημένο ρόλο της θρησκείας και της Εκκλησίας, αρχίζει να κλονίζεται στην πράξη ίσως από τον 15ο αι. για να καταρρεύσει μεταξύ 17ου και 18ου και να αντικατασταθεί από μια νέα διπολική λογική, αυτήν της κεντρικής κρατικής εξουσίας και της οικονομίας της αγοράς. Πρόκειται για τη «διπλή ρήξη», όπως την ονομάζει ο Γάλλος ιστορικός Αλαίν Γκερρώ. Η κρίσιμη καμπή ανάγεται π.χ. για τη Γαλλία στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Δεν είναι το 1789, όπως θέλει η σύγχρονη αφήγηση.

Για να πετύχει τον σκοπό της, μια «επίσημη» αφήγηση πρέπει να είναι απλή, εύληπτη και πειστική. Ο υποβιβασμός του Μεσαίωνα σε εποχή σκοταδισμού εξυπηρετεί τον ιδρυτικό μύθο της σύγχρονης Δύσης. Προωθεί την ιδέα της γραμμικής προόδου της ανθρωπότητας, ακόμη και σε επίπεδο πολιτικών θεσμών, δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Αποσιωπά τις ένοχες στιγμές των Νεότερων Χρόνων. Το γεγονός ότι ήδη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, δικαιώματα που ονομάζονταν «φεουδαλικά» ανήκαν σε αστούς. Σε αστούς που προσπαθούσαν να επωφεληθούν από κάθε εξουσία η οποία στηριζόταν σε θεσμούς του παρελθόντος, χωρίς να υπέχουν τις υποχρεώσεις που βάρυναν τους φεουδάρχες του Μεσαίωνα. Στη Γαλλία του 18ου αιώνα υπήρχαν ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι είχαν ως αντικείμενο τη μελέτη μεσαιωνικών εγγράφων με σκοπό την ανεύρεση δικαιωμάτων και προνομίων που κάποτε, υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, συνεπάγονταν τα εμπράγματα αποκτήματα των πλούσιων αστών.

56. Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Αποσιωπάται επίσης η ενοχλητική «λεπτομέρεια» της καταπάτησης των εργασιακών δικαιωμάτων από την ίδια τη Γαλλική Επανάσταση. Στα χρόνια του Μεσαίωνα τα δικαιώματα των εργαζομένων προστατεύονται μέσω των συντεχνιών. Η προστασία αυτή εξαφανίζεται με τη… Γαλλική Επανάσταση, μολονότι αυτή ήταν παιδί του Διαφωτισμού και διαπρύσιος κήρυκας των ατομικών δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Το θεωρητικό πρότυπό της, όμως, είναι αυτό της σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ ισότιμων μερών, αντίληψη παρωχημένη ήδη από τον εποχή που πρωτοδιατυπώθηκε. Με τις κοινωνικές μεταλλάξεις που επρόκειτο να φέρει η Βιομηχανική Επανάσταση, όμως, αποδείχθηκε γρήγορα κι εξαιρετικά επιζήμια κι επικίνδυνη. Τον Μάρτιο του 1791, με το αποκαλούμενο «διάταγμα ντε Αλλάρντ» καταργούνται, ως «μεσαιωνικό κατάλοιπο», οι συντεχνίες, στο όνομα της ελευθερίας του εμπορίου και της απελευθέρωσης των επαγγελμάτων. Στις 14 Ιουνίου του ιδίου έτους τίθεται σε ισχύ ο νόμος Λε Σαπλιέ με τον οποίο απαγορεύεται κάθε μορφή συλλογικής οργάνωσης και διαμαρτυρίας των εργαζομένων κι απαγορεύεται παντελώς η απεργία! Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου παρατίθενται αυτούσια αποσπάσματα από το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» του Ρουσσώ! Κάπως έτσι (και πάντα στο όνομα της ελευθερίας) οι εργαζόμενοι θα μείνουν εντελώς απροστάτευτοι για δεκαετίες. Μόνο μετά από πολλούς αγώνες θα νομιμοποιηθεί (σταδιακά) η απεργία στη Γαλλία, μόλις το 1864.

Στην πραγματικότητα, το να παρομοιάζουμε τα σύγχρονα δεινά με τον Μεσαίωνα είναι πολλαπλά βολικό. Είναι καταρχάς καθησυχαστικό των φόβων μας, διότι τους εξοβελίζουμε σε μια εποχή πιο μακρινή και ουσιαστικά άγνωστη σε μας, πέρα από μια μυθοποιημένη εικόνα της. Εν συνεχεία, είναι σωτήρια αποπροσανατολιστικό, μια και δεν διαταράσσει την επίσημη αφήγηση της εποχής μας, τον μύθο της εποχής μας, δεν αναδεικνύει τις αντιφάσεις της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού ή της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή συστατικών στοιχείων της αφήγησης αυτής. Στην ουσία, όμως, αυτό που μας απειλεί δεν είναι παρά μια ενδεχόμενη επιστροφή στην εποχή του πρωτόγονου και χωρίς κανόνες καπιταλισμού του τέλους του 18ου και του 19ου αι., εποχή κατά την οποία οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα άλλο δικαίωμα πέραν του πενιχρού μισθού τους, ενώ οι έννοιες της ασφάλισης, της σύνταξης και των άλλων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων είναι εντελώς άγνωστες. Είναι, όμως, καλύτερο φαίνεται να αποφεύγονται οι επικίνδυνοι συνειρμοί και η σύνδεση με πιο κοντινές ιστορικές περιόδους, ευχερέστερα συγκρίσιμες με το παρόν. Η καμπούρα της φεουδαρχίας μπορεί να εισπράξει περισσότερες ξυλιές απ’ ό,τι ο πρώιμος καπιταλισμός.

Μαρκ Μπλόκ

Μαρκ Μπλόκ

Ακριβώς επειδή στο γνωστικό αντικείμενό τους βρίσκονταν διαρκώς αντιμέτωποι με μύθους και στερεότυπα, οι ιστορικοί του Μεσαίωνα βρέθηκαν από νωρίς στην πρωτοπορία της επιστημονικής μεθοδολογίας. Ήταν εκείνοι που ελευθέρωσαν την επιστήμη της Ιστορίας από την προσκόλληση στα «σημαντικά» πολιτικά γεγονότα και τους μεγάλους ηγέτες, για να στρέψουν την προσοχή τους στη μελέτη των νοοτροπιών, των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών σταθερών και αργών μεταλλάξεων.
Το 1929, δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, ο Μαρκ Μπλοκ κι ο Λυσιάν Φεβρ ιδρύουν το περιοδικό «Annales d’histoire économique et sociale», η κυκλοφορία του οποίου αποτελεί σταθμό στην προσπάθεια αυτή.
Το 1941, τρία χρόνια πριν εκτελεστεί από τους ναζί ως αντιστασιακός, ο Μαρκ Μπλοκ συντάσσει τη διαθήκη του, στην οποία γράφει τα εξής:
«Δεν θέλω πάνω από τον τάφο μου να ψαλούν οι θρησκευτικές προσευχές που συνόδεψαν τόσους από τους προγόνους μου στην τελευταία τους κατοικία. Θέλω μόνο να χαραχτεί πάνω στην επιτύμβια πλάκα η εξής απλή φράση: Dilexit veritatem». «Αγαπούσε την αλήθεια»!

Φίλες και φίλοι, την αλήθεια προσπάθησε να υπηρετήσει, ομολογουμένως με αρκετή αδεξιότητα, κι η αποψινή μου φλυαρία. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Pierre AUBÉ « Les empires normands d’Orient », Tempus, Perrin, Παρίσι 2006 (1η έκδοση 1991).
Michel BALARD « Les Latins en Orient (XIe-XVe siècle) », Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 2006.
Marc BLOCH « La Société féodale », αρχική έκδοση σε 2 τόμους 1939-1940, τελευταία επανέκδοση (σε ένα τόμο): Albin Michel, Παρίσι 1998.
Patrick BOUCHERON « Les villes d’Italie, vers 1150-1350 », Belin sup histoire, Belin, Παρίσι 2004.
Patrick BOUCHERON « Conjurer la peur – Sienne, 1338 : Essai sur la force politique des images », Seuil, Παρίσι 2013.
– Philippe BÜTTGEN, Alain de LIBERA, Marwan RASHED, Irène ROSIER-CATACH (επιμ.) « Les Grecs, les Arabes et nous (enquête sur l’islamophobie savante) », Ouvertures, Fayard, Παρίσι 2009.
Alain DEMURGER « Chevaliers du Christ, les ordres religieux militaires au Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 2002.
Georges DUBY « La Société aux XIe et XIIe siècles dans la région mâconnaise », Éditions de l’École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι 1953.
Georges DUBY « Le Temps des cathédrales – L’Art et la société (980-1420) », Bibliothèque des Histoires, Gallimard, Παρίσι 1976.
Georges DUBY « L’histoire continue », Points, Seuil, Παρίσι 1991.
Georges DUBY « Féodalité », Quarto, Gallimard, Παρίσι 1996 [συλλογή βιβλίων και δοκιμίων του ιστορικού, περιέχει μεταξύ άλλων τα: Guerriers et paysans (1973), L’An Mil (1980), Les Trois ordres ou L’imaginaire du féodalisme (1978), Le Dimanche de Bouvines (1973), Le Chevalier, la femme et le prêtre (1981)].
René FÉDOU e.a. « Lexique historique du Moyen Âge », cursus, Armand Colin, Παρίσι 1995.
Jean FLORI « Aliénor d’Aquitaine : la reine insoumise », Payot, Παρίσι 2004.
Claude GAUVARD, Alain de LIBERA, Michel ZINK (επιμ.) « Dictionnaire du Moyen Âge », PUF, Παρίσι 2004 (2η έκδ.).
Jacques Le GOFF « Les Intellectuels au Moyen Age », Points, Seuil, Παρίσι 1985 (1η έκδοση 1957).
Jacques Le GOFF « Pour un autre Moyen Âge », Tel, Gallimard, Παρίσι 1991 (1η έκδοση 1977).
Jacques Le GOFF « Marchands et banquiers du Moyen Âge », Quadrige – Grands textes, PUF,‎ Παρίσι 2011 (1η έκδοση 1957).
Alain GUERREAU « Le féodalisme, un horizon théorique », Le Sycomore, Παρίσι, 1980.
Alain GUERREAU « L’Avenir d’un passé incertain. Quelle histoire du Moyen Âge au XXIe siècle ? », Seuil, Παρίσι 2001.
Sylvain GOUGUENHEIM « Aristote au Mont Saint-Michel (Les racines grecques de l’Europe chrétienne) », L’Univers Historique, Seuil, Παρίσι 2008.
Sylvain GOUGUENHEIM « Regards sur le Moyen Âge », Tallandier, Παρίσι 2009.
Jean-Claude HOCQUET « Venise au Moyen Âge », Guides de Civilisations, Belles Lettres, Παρίσι 2003.
Frederic Chapin LANEVenice – A Maritime Republic”, The John Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1973.
Emmanuel Le ROY LADURIE « Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324 », Gallimard, Παρίσι 1975.
Alain de LIBERA « La Philosophie médiévale » Quadrige, PUF, 2004.
André MIQUEL « Ousama, un prince syrien face aux croisés», Les inconnus de l’histoire, Fayard, Παρίσι 1986.
Régine PERNOUD « Pour en finir avec le Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 1979.
Régine PERNOUD « Aliénor d’Aquitaine », Albin Michel, Παρίσι 1966.
Gérard SIVÉRY « Blanche de Castille », Fayard, Παρίσι 1994.
Laure VERDON « Le Moyen Âge : 10 siècles d’idées reçues », Le Cavalier Bleu, Παρίσι 2013.
Jacques VERGER « Les universités au Moyen Âge », Quadrige, PUF, Παρίσι 1999 (1η έκδοση 1973).

 

[για τους εξαιρετικά ανθεκτικούς φίλους, υπάρχουν και τα βίντεο της ομιλίας:

Δύο ήλιοι λάμπουν στον ουρανό – μέρος ΙΙΙ: ο δυϊσμός με χριστιανικό πρόσωπο – Α΄ οι Παυλικιανοί

Οκτωβρίου 28, 2013
Οι διωγμοί των Παυλικιανών στα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (843-844), μικρογραφία από το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτση (Σύνοψις Ιστοριών), 12ος-13ος αι. (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη)

Οι διωγμοί των Παυλικιανών στα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (843-844), μικρογραφία από το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτση (Σύνοψις Ιστοριών), 12ος-13ος αι. (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη)

«Πρώτον μεν γαρ εστί το κατ’ αυτούς γνώρισμα το δύο αρχάς ομολογείν, πονηρόν Θεόν και αγαθόν· και άλλον είναι τούδε του κόσμου ποιητήν τε και εξουσιαστήν, έτερον δε του μέλλοντος» (Πέτρου Σικελιώτου «Ιστορία», 36)

Μια εκτεταμένη περιοχή στην Ανατολή με ανάμεικτο πληθυσμό και πόλεις με παράξενα ονόματα, από τις οποίες οι περισσότερες έχουν εγκαταλειφθεί εδώ και αιώνες. Τόπος συνάντησης του χριστιανισμού, του ζωροαστρισμού, του μανιχαϊσμού και του ισλάμ. Μια περιοχή ανάμεσα σε δύο αυτοκρατορίες και δύο (ή μάλλον πολλούς) πολιτισμούς.

Ο Δυϊσμός επιστρέφει με χριστιανικό πρόσωπο (ή μήπως προσωπείο;). Χωρίς διακρίσεις μεταξύ κατηχούμενων κι εκλεκτών, χωρίς ασκητικές τάσεις, απαγορεύσεις και διατροφικούς κώδικες. Απλώς με διάθεση επιβίωσης την οποία θα βοηθήσει η διαμάχη εικονολατρών και εικονομάχων. Κι όταν η συγκυρία πάψει να είναι ευνοϊκή, η ανάγκη επιβίωσης θα οδηγήσει στην αυτοάμυνα και την ανάπτυξη μιας πολεμικής νοοτροπίας που δεν είχαν ξαναδεί ούτε επρόκειτο να ξαναδούν για κάμποσους αιώνες τα δυϊστικά δόγματα.

Ενώ ο μανιχαϊσμός εξαπλωνόταν στα ανατολικά, τι απέμενε από αυτόν στη Δύση, εκεί που αποτελούσε το αντικείμενο διωγμών εκ μέρους του χριστιανισμού (και, αρκετά αργότερα, του ισλάμ); Η Εκκλησία την οποία ο Μάνης είχε οραματιστεί οικουμενική ήταν παρελθόν. Τώρα πια υπήρχαν μόνο υπολείμματα Εκκλησιών, δίχως μεταξύ τους επικοινωνία, το καθένα από τα οποία πάσχιζε να ερμηνεύσει με τον τρόπο του το δόγμα του προφήτη και, κυρίως, να επιβιώσει υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Κάποια από αυτά ήταν καταδικασμένα να σβήσουν για πάντα, κάποια άλλα επρόκειτο να μεταλλαχθούν και σε διάδραση με άλλα στοιχεία  να γεννήσουν νέα δόγματα στα οποία η συμβολή του μανιχαϊσμού ήταν άλλοτε καθοριστική κι άλλοτε δευτερεύουσα. Σε κάποιες περιπτώσεις οι φορείς καταλοίπων του μανιχαϊσμού απορροφούνταν από την επικρατούσα θρησκεία. Το δόγμα τους χανόταν κατά τα φαινόμενα – ίσως, όμως, και να επιβίωνε εν υπνώσει για να επανεμφανισθεί όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες.

Ίσως, πάλι, ο προβληματισμός μας να έπρεπε να διατυπωθεί με διαφορετικούς όρους. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη του μανιχαϊσμού, αλλά αυτήν της μεγάλης παράδοσης του Δυϊσμού (Fernand Niel «Albigeois et Cathares», σειρά Que sais-je, αριθ. 689, εκδ. PUF, Παρίσι 1955, 18η έκδ 2010, σελ. 34). Στο σημείο αυτό αγγίζουμε το μείζον πρόβλημα για τη σύγχρονη ιστοριογραφία. Όλα τα δυϊστικά δόγματα που θα εξετασθούν στη συνέχεια εμφανίζονται ως χριστιανικά. Εντούτοις, οι εκπρόσωποι της επίσημης χριστιανικής Εκκλησίας και περιστασιακοί ή συστηματικοί διώκτες τους αντιμετώπιζαν τους φορείς τους σχεδόν πάντα ως νεομανιχαίους, μολονότι οι δεύτεροι αναθεμάτιζαν το πρόσωπο και τη διδασκαλία του Μάνη. Συγκυριακή επιλογή που οφείλεται εν πολλοίς στη βυζαντινή παράδοση να παρουσιάζει το νέο με τα ονόματα του παλαιού και ήδη γνωστού; Συνειδητή προσπάθεια να αφαιρεθεί από τους αντιπάλους κάθε ίχνος νομιμοποίησης; Η επικρατούσα αντίληψη μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών τείνει πλέον να αποδεχθεί τον χριστιανικό χαρακτήρα του μεσαιωνικού δυϊσμού: όχι νεομανιχαίοι ούτε καν αιρετικοί, αλλά χριστιανοί αντιφρονούντες που κηρύσσουν την επιστροφή στην αγνότητα της εποχής των Ευαγγελίων. Πού βρίσκεται η αλήθεια; Πόσες δυνατότητες έχουμε να την προσεγγίσουμε έστω με τα, συνήθως, πενιχρά μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας; Στην παρούσα και στις επόμενες αναρτήσεις ίσως ανακαλύψουμε ορισμένα ψήγματα της πολυπόθητης ιστορικής αλήθειας που συνήθως αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη από αυτήν που υποψιαζόμαστε.

Ας ξαναβρούμε τον μίτο της διήγησής μας κάπου στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα, όταν ο δυϊσμός επανεμφανίζεται με αυτούς που επρόκειτο να γίνουν γνωστοί ως Παυλικιανοί.    

Ι.   Προέλευση και δόγμα του παυλικιανισμού

αρμενική εκκλησία της μονής του Τιμίου Σταυρού στο Αγθαμάρ, λίμνη Βαν (10ος αι.)

αρμενική εκκλησία της μονής του Τιμίου Σταυρού στο Αγθαμάρ, λίμνη Βαν (10ος αι.)

Δεν είναι τυχαίο ότι ο χριστιανικός δυϊσμός πρωτοεμφανίζεται στην Αρμενία, δεδομένης της γεωπολιτικής και πολιτισμικής θέσης της. Η Αρμενία αποτελεί το σύνορο μεταξύ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Ιρανικής (αρχικά των Πάρθων Αρσακιδών, στη συνέχεια των Περσών Σασσανιδών) και βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής πότε της πρώτης και πότε της δεύτερης. Μετά τα μέσα του 7ου αιώνα, το Ισλάμ παίρνει τη θέση των Περσών: το 661 οι Άραβες έχουν πια κατακτήσει σχεδόν ολόκληρη την περιοχή.

Ο θρησκευτικός πλουραλισμός της Αρμενίας:   Κατά τον ίδιο τρόπο, η Αρμενία βρίσκεται μεταξύ των περιοχών εξάπλωσης του χριστιανισμού και του ζωροαστρισμού (και αργότερα του ισλάμ) και πολύ κοντά στην ιστορική κοιτίδα του μανιχαϊσμού. Το μωσαϊκό αυτό συμπληρώνουν διάφορες κοινότητες Γνωστικών, όπως οι Μαρκιωνίτες και οι Αρχοντικοί, σέκτα που ίδρυσε στην Παλαιστίνη, μεταξύ 3ου και 4ου αιώνα, ο Πέτρος της Καφαρμπαρούχ. Δίδασκαν ότι για να φτάσει η ψυχή στην Ογδοάδα, όπου βασιλεύει η Μητέρα των Πάντων, έπρεπε να διασχίσει τους Επτά Ουρανούς στους οποίους κυριαρχούσε ο Σαβαώθ ή Γιαχβέ, δημιουργός του υλικού κόσμου, επικουρούμενος από τους Άρχοντες (Raoul Vaneigem «Les Hérésies», σειρά Que sais-je, αριθ. 2838, εκδ. PUF, Παρίσι 1994, σελ. 71). Εντούτοις, η Αρμενία γίνεται το πρώτο κράτος που αναγνωρίζει επίσημα τον χριστιανισμό, στα χρόνια της βασιλείας του Τιριδάτη Δ΄ (αρχές 4ου αιώνα). Η αρμενική χριστιανική Εκκλησία απέκτησε γρήγορα αυτόνομη οργάνωση έχοντας επικεφαλής της έναν Καθολικό. Μετά τα μέσα του 5ου αιώνα υπήρξε κρίση στις σχέσεις της με το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, μια και οι Αρμένιοι δεν αναγνώρισαν τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (αυτής της Χαλκηδόνας). Η ρήξη δεν ήταν απόλυτη, μια και οι δύο πλευρές επέδειξαν επί μακρόν αρκετά ρεαλιστική στάση: οι Αρμένιοι που ζούσαν στα εδάφη του Βυζαντίου αποδέχονταν την πνευματική εξουσία των ελληνορθόδοξων επισκόπων, ενώ οι Βυζαντινοί δεν επιχείρησαν να αμφισβητήσουν στην πράξη την ιεραρχία της αρμενικής Εκκλησίας (Janet & Bernard Hamilton «Christian Dualist Heresies in the Byzantine World, c. 650-c. 1450» Manchester University Press, σελ. 4-5).

Μεταξύ της καθαυτό Αρμενίας και των όμορων βυζαντινών εδαφών παρατηρείται έντονη κινητικότητα του πληθυσμού: πολλοί Αρμένιοι, προσπαθώντας να ξεφύγουν από τους πολέμους και τις συνεχείς επιδρομές που πλήττουν την πατρογονική γη τους μεταναστεύουν στην επικράτεια της αυτοκρατορίας και εγκαθίστανται στην περιοχή που θα γίνει γνωστή ως Θέμα Αρμενιακών. Στη συνέχεια, αναλόγως των πολιτικών εξελίξεων, τμήματα του αρμενικού πληθυσμού θα μετακινηθούν ξανά και ξανά και προς τις δύο κατευθύνσεις. Πολλοί π.χ. θα καταφύγουν στο Βυζάντιο αμέσως μετά την κατάκτηση των περισσότερων εδαφών της Αρμενίας από τους Άραβες. Αρκετοί, όμως, από αυτούς τους μετανάστες θα επιστρέψουν αργότερα στην ελεγχόμενη από το Ισλάμ Αρμενία, όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία θα επιχειρήσει να ασκήσει στενότερο έλεγχο. Στο πλαίσιο αυτών των κοινοτήτων θα γεννηθεί ο παυλικιανισμός.

Λεπτομέρεια του χάρτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από G. Droysen "Allgemeiner Historischer Handatlas", Λειψία 1896

Λεπτομέρεια του χάρτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από G. Droysen «Allgemeiner Historischer Handatlas», Λειψία 1896

Πηγές:   Στην περίπτωση των Παυλικιανών δεν έχουμε, δυστυχώς, στη διάθεσή μας πηγές που να έχουν γραφεί από τους ίδιους, αλλά μόνο από πολέμιούς τους ή, έστω, σχετικώς ουδέτερους. Οι αρμενικές πηγές είναι αποσπασματικές και, το χειρότερο, δεν μας παρέχουν κανένα στοιχείο για τη γένεση του δόγματος (Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 3). Οι αραβικές αφορούν μόνον την περίοδο κατά την οποία οι Παυλικιανοί υπήρξαν περιστασιακοί στρατιωτικοί σύμμαχοι των δυνάμεων του Ισλάμ και δεν θίγουν ζητήματα που άπτονται της θρησκευτικής πίστης. Απομένουν, συνεπώς, οι βυζαντινής προέλευσης πηγές. Τρεις είναι οι κύριες πηγές κι από αυτές οι δύο που περιέχουν πρωτότυπο υλικό οφείλονται στο ίδιο πρόσωπο. Πρόκειται για τον Πέτρο τον Σικελιώτη (ή Πέτρο Ηγούμενο), για τον οποίο γνωρίζουμε μόνο τα λιγοστά στοιχεία που ο ίδιος αναφέρει για τον εαυτό του στο έργο του. Θα πρέπει να ήταν γόνος της σικελικής αριστοκρατίας, ίσως από τις Συρακούσες, ο οποίος σταδιοδρόμησε, όπως κι αρκετοί συντοπίτες του, στην αυτοκρατορική αυλή και το περιβάλλον του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Το 869-870, ο ιδρυτής της Μακεδονικής Δυναστείας Βασίλειος Α΄ τον έστειλε ως επικεφαλής διπλωματικής αποστολής στην Τεφρική, πρωτεύουσα του σχεδόν ανεξάρτητου κράτους που είχαν ιδρύσει οι Παυλικιανοί στην άνω κοιλάδα του Ευφράτη, σε διαφιλονικούμενα μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων εδάφη. Επίσημος σκοπός της πρεσβείας ήταν μάλλον να διαπραγματευθεί την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Στον Πέτρο Σικελιώτη, πάντως, θα πρέπει να είχε ανατεθεί κι η αποστολή να συλλέξει όσο το δυνατόν περισσότερες κι ακριβέστερες πληροφορίες για το δόγμα των Παυλικιανών. Βασιζόμενος πιθανότατα στην αναφορά που υπέβαλε στον αυτοκράτορα, ο Πέτρος συνέγραψε στη συνέχεια την «Ιστορία περί της κενής και ματαίας αιρέσεως των Μανιχαίων, των και Παυλικιανών λεγομένων», η οποία αποτελεί την πληρέστερη πηγή πληροφοριών μας για τον παυλικιανισμό. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Πωλ Λεμέρλ («Lhistoire des Pauliciens dAsie Mineure daprès les sources grecques» Travaux et mémoires du Centre de recherche dhistoire de Byzance: Monographies, τ. 5, Centre de recherche dhistoire et civilisation de Byzance, Παρίσι 1973, σελ. 17-26), στο πρώτο μισό του βιβλίου του ο Πέτρος Σικελιώτης καταγράφει τα όσα είχε ακούσει για τους Παυλικιανούς (και τους μανιχαίους εν γένει) στη Βασιλεύουσα, ενώ στο δεύτερο μέρος εκθέτει τις πληροφορίες που συνέλεξε ο ίδιος κατά την παραμονή του στην Τεφρική. Εκτός από την «Ιστορία», ο Πέτρος συνέγραψε και μια «Επιτομή» του θέματος, πιο συνοπτική και εύληπτη παρουσίαση του παυλικιανισμού, αλλά με ελάχιστες επιπλέον πληροφορίες σε σχέση με το κύριο σύγγραμμά του. Η τρίτη πηγή είναι το «Κατά Μανιχαίων» του πατριάρχη Φωτίου Α΄. Στηρίζεται αποκλειστικά στο έργο του Πέτρου Σικελιώτη και η όποια αξία του έγκειται στη συνθετική και εξηγητική ικανότητα του πατριάρχη.

Α.   Οι απαρχές

α.   Ο μύθος. Ο Πέτρος ο Σικελιώτης μας διηγείται ότι ζούσε κάποτε στα Σαμόσατα μια Μανιχαία που ονομαζόταν Καλλινίκη και είχε δυο γιους, τον Παύλο και τον Ιωάννη.

«Τούτους ουν τους δύο όφεις η αυτών γεννήτρια έχιδνα εκθρέψασα, και την παμμίαρον διδάξασα αίρεσιν, κήρυκας της πλάνης απέστειλεν εκ του Σαμωσάτου. Οι δε… ήλθον εις τινα κώμην και τους εν αυτή οικούντες αμαθείς και αστηρίκτους ευρόντες, εκείσε τον ιόν της πονηρίας και το πικρόν ζιζάνιον του εχθρού ενέσπειραν. Διό και μέχρι της σήμερον η… αίρεσις κατά των κηρυξάντων ονομασίαν μετωνομάσθη· και γαρ έκτοτε εκ Μανιχαίων επεκλήθησαν Παυλικιανοί» (Πέτρου Σικελιώτου «Ιστορία», 85-86).

Η διήγηση αυτή έχει εξαιρετικά αμφίβολη ιστορική αξία. Πιθανώς αποτελεί προϊόν πολλαπλών συγχύσεων. Καταρχάς, είναι δύσκολο να φαντασθούμε μια γυναίκα να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στο πλαίσιο της Μανιχαϊκής Εκκλησίας: όπως διαπιστώθηκε στο προηγούμενο μέρος, μολονότι οι γυναίκες μπορούσαν να εισέλθουν στην τάξη των εκλεκτών, δεν τους επιτρεπόταν να ανέλθουν στις τρεις ανώτερες τάξεις της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Εν συνεχεία, ποιος είναι αυτός ο Παύλος από τον οποίο πήραν, κατά τον Σικελιώτη, το όνομά τους οι Παυλικιανοί; Γνωρίζουμε ότι στο δεύτερο μισό του 3ου αιώνα γεννήθηκε κι έζησε στα Σαμόσατα ένας σημαντικός αιρεσιάρχης: ο Παύλος ο Σαμοσατέας υπήρξε επίσκοπος Αντιοχείας (από το 260) και σύμβουλος της βασίλισσας Ζηνοβίας της Παλμύρας. Γνωρίζουμε, όμως, και το περιεχόμενο της αιρετικής διδασκαλίας του, η οποία δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον μανιχαϊσμό, αλλά αφορούσε το τριαδικό δόγμα και τη θεϊκή ή όχι φύση του Ιησού: ο Λόγος του Θεού δεν ταυτίζεται με τον Χριστό, που είναι άνθρωπος τον οποίο ενοίκησε η δύναμη του Λόγου. Ο Σαμοσατέας, μεγάλη «μορφή» της εποχής, κήρυττε εκτός των άλλων μια παράδοξη ερμηνεία της Αγίας Τριάδας, θεωρώντας τον εαυτό του ισάξιο του Ιησού (Vaneigem, όπ. π., σελ. 54-55)! Τέλος, ποια ακριβώς πόλη είναι τα Σαμόσατα που μνημονεύει ο ηγούμενος και διπλωμάτης από τη Σικελία; Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για την κατά πολύ γνωστότερη πρωτεύουσα της Κομμαγηνής, αλλά για μια πόλη της Αρμενίας που ίδρυσε ο Οροντίδης Αρμένιος ηγεμόνας Αρσάμης τον 3ο αιώνα (και τα οποία καταγράφονται στις πηγές άλλοτε ως Σαμόσατα της Αρμενίας κι άλλοτε ως Αρσαμόσατα).

Ναός του Αγίου Ιωάννη, Μαστάρα, Αρμενία (5ος-6ος αι.)

Ναός του Αγίου Ιωάννη, Μαστάρα, Αρμενία (5ος-6ος αι.)

β.   Η εξήγηση του ονόματος: Η ιστορία του Πέτρου του Σικελιώτη για τη συγκεκριμένη οικογένεια Μανιχαίων, της οποίας η ύπαρξη δεν τεκμηριώνεται από κανένα στοιχείο, αποτελεί μάλλον κάποιο μύθο που πιθανότερο είναι να τον άκουσε ή να τον διάβασε στην Κωνσταντινούπολη παρά στην Τεφρική. Άλλη είναι, συνεπώς, η εξήγηση της ονομασίας της σέκτας. Η αρμενική λέξη «Παϋλικιάνκ» (Պաւղիկեաններ), που αποδόθηκε στα ελληνικά με τον όρο «Παυλικιανοί» έχει μειωτική σημασία: δηλώνει τους οπαδούς κάποιου Παύλου που χαρακτηρίζεται ασήμαντος και φαύλος. Άρα, δεν μπορεί να είναι ο απόστολος. Κατά την κρατούσα γνώμη (Λεμέρλ, όπ. π., σελ. 52) πρέπει να πρόκειται για τον θρησκευτικό και πολιτικό ηγέτη ο οποίος, σε περίοδο διωγμών, οδήγησε του Παυλικιανούς πίσω στα εδάφη της Αρμενίας και αναδιοργάνωσε την Εκκλησία τους (τέλη 7ου – αρχές του 8ου αιώνα). Ωστόσο, θα ήταν άστοχο να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο οι ίδιοι να ονόμαζαν τους εαυτούς τους με τρόπο που να παραπέμπει στον απόστολο Παύλο (οπότε οι Αρμένιοι χριστιανοί απλώς προσπάθησαν να γελοιοποιήσουν τον αυτοπροσδιορισμό των Παυλικιανών). Άλλωστε, ακριβώς όπως και ο Μάνης και οι πιστοί του, οι Παυλικιανοί απέδιδαν τεράστια σημασία στη διδασκαλία του αποστόλου από την Ταρσό. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, οι αρχηγοί τους έπαιρναν ονόματα μαθητών του Παύλου κι έδιναν στις Εκκλησίες τους τα ονόματα αυτών που είχε ιδρύσει ο απόστολος.

γ.   Η αληθινή ιστορία: τα γεγονότα που σηματοδότησαν τη γέννηση του κινήματος τα διηγήθηκαν στον Σικελιώτη οι ίδιοι οι Παυλικιανοί. Θεωρούσαν ιδρυτή της Εκκλησίας τους τον Κωνσταντίνο τον εκ Μανάναλης.

«Εν ταις ημέραις Κωνσταντίνου του βασιλέως, του έγγονος Ηρακλείου, γεγονέ τις Αρμένιος, ονόματι Κωνσταντίνος, εν τω Σαμοσάτω της Αρμενίας, εν κώμη Μανανάλει λεγομένη, ήτις κώμη και μέχρι του νυν Μανιχαίους εκτρέφει» (Πέτρου Σικελιώτου «Ιστορία», 94).

Ο αυτοκράτορας που αναφέρει ο Σικελιώτης ήταν ο Κώνστας Β΄ (642-668). Όσο για τον «αιρεσιάρχη» Κωνσταντίνο, σύμφωνα με την ιστορία που διηγήθηκαν οι πιστοί του δύο αιώνες αργότερα, φιλοξένησε κάποτε ένα διάκονο που επέστρεφε στην πατρίδα του από τη Συρία όπου ήταν αιχμάλωτος των απίστων. Για να ευχαριστήσει τον Κωνσταντίνο, ο διάκονος του έδωσε δύο βιβλία: το πρώτο περιελάμβανε τα τέσσερα ευαγγέλια, ενώ το δεύτερο τις επιστολές του αποστόλου Παύλου. Σε αυτά έμελλε να βασίσει τη μετέπειτα διδασκαλία του ο Κωνσταντίνος. Ο Πέτρος ο Σικελιώτης συμπέρανε αυθαίρετα ότι ο ιδρυτής του παυλικιανισμού ήταν μανιχαίος με επιρροές από τον γνωστικισμό του Βαλεντίνου και του Βασιλείδη που αποφάσισε να κηρύξει αποκλειστικά βάσει των χριστιανικών γραφών για να αποφύγει τους διωγμούς που εξαπολύονταν κατά των μανιχαίων. Το ίδιο το δόγμα των Παυλικιανών εν μέρει επιβεβαιώνει κι εν μέρει διαψεύδει την υπόθεση του Σικελιώτη.

Β.   Το δόγμα των Παυλικιανών

α.   Κύρια γνωρίσματα της πίστης των Παυλικιανών

Ο δυϊσμός των Παυλικιανών είναι απόλυτος. Δέχονταν την ύπαρξη δύο αρχών, εκ των οποίων η μία είναι ο Ουράνιος Θεός και η δεύτερη ο δημιουργός του υλικού κόσμου. Ο Ιησούς ήταν η κεντρική μορφή του δόγματός τους, πλην όμως οι Παυλικιανοί πίστευαν ότι ο Χριστός ήταν καθαρά πνευματική ύπαρξη, χωρίς ανθρώπινη φύση και υπόσταση (αντίθετη, πάντως, άποψη διατυπώνεται στο σύγγραμμα του Φωτίου, κατά τον οποίο οι Παυλικιανοί δέχονταν την ενσάρκωση του Ιησού). Για τον ίδιο λόγο θεωρούσαν αδιανόητη την ύπαρξη θεοτόκου. Η κατηγορηματική άρνησή τους να λατρέψουν την Παναγία σκανδάλιζε τους σύχρονούς τους Βυζαντινούς. Ομοίως αρνούνταν να λατρέψουν τον σταυρό. Διατείνονταν απλώς ότι ο Ιησούς ήταν ο Ζωοποιός Σταυρός, αντίληψη που θυμίζει πολύ τον «ουράνιο φωτεινό σταυρό» των Μανιχαίων. Απέρριπταν συλλήβδην τα μυστήρια, διότι όλα προϋπέθεταν τη χρήση στοιχείων της ύλης. Δεν υπήρχε τίποτε αντίστοιχο της χριστιανικής βάπτισης. Ως θεία κοινωνία εννοούσαν τον Λόγο του Κυρίου. Τέλος, απέρριπταν τη λατρεία των αγίων και των εικόνων. Το γνώρισμα αυτό στάθηκε ευεργετικό για τον παυλικιανισμό όσο βασίλευαν στο Βυζάντιο εικονομάχοι αυτοκράτορες. Έτσι, οι Παυλικιανοί έχαιραν της ευμενούς ουδετερότητας ή, σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη και της διακριτικής υποστήριξης της αυτοκρατορικής εξουσίας η οποία τους αντιμετώπιζε ως ιδιαίτερη εικονομαχική σέκτα.

Ως ιερά βιβλία, οι Παυλικιανοί δέχονταν μόνο τα τέσσερα ευαγγέλια, τις επιστολές του αποστόλου Παύλου και, ενδεχομένως, τις Πράξεις των Αποστόλων. Η Αποκάλυψη του Ιωάννου δεν περιλαμβανόταν μάλλον στον Κανόνα των Ιερών Βιβλίων τους. Οι Παυλικιανοί απέρριπταν κατηγορηματικά τις επιστολές του αποστόλου Πέτρου και, φυσικά, ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη, ως βιβλίο που αφηγείται τη δημιουργία του υλικού κόσμου από την αρχή του Κακού (Λεμέρλ, όπ. π., σελ. 131).

Οι Παυλικιανοί πίστευαν ότι μόνη αληθινή χριστιανική Εκκλησία ήταν η δική τους κι έτσι αρνούνταν να αναγνωρίσουν την ιεραρχία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Επικεφαλής της Εκκλησίας τους βρισκόταν ένας Διδάσκαλος, με πρώτο σε χρονολογική σειρά τον Κωνσταντίνο εκ Μανάναλης. Ο διδάσκαλος περιστοιχιζόταν από τους συνέκδημους, οι οποίοι συγκροτούσαν το ανώτατο συμβούλιο της παυλικιανής Εκκλησίας. Ο όρος παραπέμπει στους μαθητές του αποστόλου Παύλου, οι οποίοι τον συνόδευαν στα ταξίδια του. Δεν φαίνεται να υπήρχε μεταξύ των Παυλικιανών διευρυμένη ομάδα εκκλησιαστικών, όπως οι Εκλεκτοί του μανιχαϊσμού. Απουσίαζε επίσης εντελώς ο ασκητισμός που διέκρινε τους μανιχαίους, αλλά και τα μετέπειτα δυϊστικά δόγματα. Δεν υπήρχαν διατροφικές απαγορεύσεις ούτε νηστείες. Τέλος, δεν υπήρχε διδασκαλία υπέρ της αποχής από την ερωτική πράξη ή απαγόρευση του γάμου. Ακόμη και οι διδάσκαλοι και οι συνέκδημοι νυμφεύονταν κι αποκτούσαν παιδιά.

β. Απευθείας μετάλλαξη προγενέστερου δόγματος ή αυθεντική σύνθεση;

Για τους Βυζαντινούς συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το θέμα δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία περί του ότι οι Παυλικιανοί δεν ήταν κάτι άλλο παρά νεομανιχαίοι. Η άποψη επικρατούσε και μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών έως τα μέσα του 20ού αιώνα (F. Niel, όπ. π., σελ. 34 επ.). Από την πλευρά τους, οι ιστορικοί των τελευταίων δεκαετιών απορρίπτουν κατηγορηματικά την εξομοίωση αυτή. Η στάση των Βυζαντινών εξηγείται από την παραδοσιακή τάση τους να ταυτίζουν τους νεότερους εχθρούς της αυτοκρατορίας και της ορθοδοξίας με παλαιότερους και από την επιθυμία να αντικρούσουν ευχερέστερα ένα δογματικό αντίπαλο, αφαιρώντας του την όποια νομιμοποίηση θα απέρρεε από την ιδιότητα των Παυλικιανών ως φορέων του χριστιανισμού.

Ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη της άποψης που αρνείται τον μανιχαϊκό χαρακτήρα των Παυλικιανών έγκειται στην προθυμία τους να αναθεματίσουν το πρόσωπο και το δόγμα του Μάνη. Το επιχείρημα δεν είναι επαρκές. Η στάση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από λόγους στοιχειώδους προφύλαξης: η επίσημη παραδοχή του μανιχαϊκού δόγματος εκ μέρους των Παυλικιανών θα ισοδυναμούσε με τη σχεδόν αυτόματη έναρξη απηνών διωγμών εναντίον τους και την εφαρμογή στην περίπτωσή τους της ιουστινιάνειας νομοθεσίας η οποία προέβλεπε τη θανατική ποινή για τους πιστούς του μανιχαϊσμού. Πολύ πειστικότερο είναι το επιχείρημα ότι από τον παυλικιανισμό φαίνεται να λείπει εντελώς ο συγκρητισμός που χαρακτηρίζει τον μανιχαϊσμό (βλ. Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 1-3). Ομοίως, απουσιάζει η παραμικρή αναφορά στη διδασκαλία και τα έργα του Μάνη ή στον μύθο του περί Δημιουργίας.

Μια δεύτερη άποψη αναζητεί τις ρίζες των Παυλικιανών στον Γνωστικισμό. Η επιβεβαίωση μιας τέτοιας θεωρίας θα ήταν ακόμη πιο δυσχερής, λαμβάνοντας υπόψη το πλήθος των γνωστικών σχολών και δογμάτων και τις μεταξύ τους διαφορές. Άλλωστε, κατά τον χρόνο εμφάνισης του παυλικιανισμού είναι αμφίβολο αν εξακολουθούσε να υφίσταται κάποια πό τις σέκτες των Γνωστικών, εκτός ίσως από τους Μαρκιωνίτες. Ειδικά ο εξτρεμιστικός δυϊσμός του δόγματος του Μαρκίωνα, που χαρακτηρίζεται από έντονο θρησκευτικό αντισημιτισμό (ο θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο δημιουργός του υλικού κόσμου, ενώ ο θεός της Καινής Διαθήκης είναι θεός της αγάπης), δεν μπορεί να ταυτισθεί ευχερώς με το δόγμα των Παυλικιανών (για μια εμπεριστατωμένη ανάλυση βλ. εδώ, κεφ. 5.2.β). Το πιο λογικό είναι, επομένως, να δεχθούμε ότι πιθανώς κάποια γνωστικά ρεύματα να άσκησαν επιρροή στον παυλικιανισμό κατά τη διαμόρφωσή του, πλην όμως η επιρροή αυτή ήταν μάλλον περιορισμένη.

Κάποιοι τέλος υποστηρίζουν ότι δεν είναι αναγκαίο να θεωρήσουμε τον μανιχαϊσμό βασική επιρροή των Παυλικιανών, διότι είναι λογικότερο να υποθέσουμε ότι υιοθέτησαν τον δυϊσμό επηρεασμένοι κατευθείαν από τον ζωροαστρισμό. Άλλωστε, ο ζωροαστρισμός ήταν η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών που ήλεγχαν μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα μεγάλο μέρος της Αρμενίας (βλ. Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 8). Εντούτοις, στο θέμα της εξήγησης της προέλευσης του παυλικιανισμού, είναι παρακινδυνευμένο να απορρίπτεται το χρονικά εγγύτερο και να επιλέγεται το απώτερο. Εξάλλου, ο ζωροαστρικός δυϊσμός διαφέρει ουσιωδώς από αυτόν των Παυλικιανών. Ενώ στον ζωροαστρισμό οι δύο αρχές συνυπάρχουν στον υλικό κόσμο και στους ουρανούς, για τους Παυλικιανούς (όπως και νωρίτερα για τους Μανιχαίους και κάποιους από τους Γνωστικούς), ο υλικός κόσμος αποτελεί το βασίλειο του κακού θεού. Και στην περίπτωση αυτή, συνεπώς, είναι φρονιμότερο να θεωρήσουμε τον ζωροαστρισμό μία από τις επιρροές που διαμόρφωσαν τον παυλικιανισμό, αλλά όχι την κύρια.

Όπως προαναφέρθηκε, η σύγχρονη τάση είναι να αναγνωρισθεί ο γνήσια χριστιανικός χαρακτήρας του παυλικιανού δόγματος και η πρωτοτυπία και η αυτοτελής αξία των ιδιαιτεροτήτων του: «δεν ήταν ξένο σώμα στον χριστιανισμό, αλλά αντιφρονούντες που είχαν διαρρήξει τους δεσμούς τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία και ερμήνευαν τη χριστιανική πίστη με ιδιαίτερα ριζοσπαστικό τρόπο» (Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 3). Κι αυτή η άποψη ενέχει κάποια υπερβολή: μοιάζει να αρνείται ακόμη και προφανή στοιχεία για να μην ενισχύσει την προϊσχύσασα άποψη.  

Συμπερασματικά, διαπιστώνονται τα εξής: δεδομένης της δραματικής έλλειψης στοιχείων όσον αφορά τη γένεση του δόγματος και λαμβανομένου υπόψη του αποσπασματικού χαρακτήρα των διαθέσιμων πηγών, δεν είναι δυνατό να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αν ο παυλικιανισμός αποτελεί απευθείας εξέλιξη του μανιχαϊσμού. Με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία πρέπει μάλλον να θεωρηθεί πολυσυλλεκτικό δόγμα. Μεταξύ, όμως, των στοιχείων που καθόρισαν την ταυτότητά του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο μανιχαϊσμός κατέχει σημαντική θέση: στην πραγματικότητα, μελετώντας το δόγμα των Παυλικιανών δημιουργείται η εντύπωση ότι υιοθέτησαν σχεδόν αυτούσια την κατά Μάνη ερμηνεία του χριστιανισμού, σταματώντας εκεί και μη λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό συγγραφικό έργο του Μάνη και την εκλεκτική θεώρηση της διδασκαλίας του.

ΙΙ.   Η Ιστορία των Παυλικιανών

Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις περιόδους στην Ιστορία των Παυλικιανών. Μια αρχική περίοδο που περιλαμβάνει την πρώτη φάση εξάπλωσής τους υπό συνθήκες συχνά αντίξοες (Α). Εν συνεχεία, η επικράτηση των εικονομάχων στο Βυζάντιο εξασφαλίζει στους Παυλικιανούς την ανοχή της εξουσίας (Β). Τέλος, μετά την οριστική επικράτηση των εικονολατρών, οι Παυλικιανοί αναγκάζονται, για να επιβιώσουν, να μετασχηματισθούν σε στρατιωτική δύναμη η οποία αντιπαρατίθεται ανοιχτά με το βυζαντινό κράτος (Γ).  

Η Μ. Ασία στα μέσα περ. του 9ου αι.

Η Μ. Ασία στα μέσα περ. του 9ου αι.

 

Α.   Πρώτη περίοδος: γέννηση και αρχική εξάπλωση εν μέσω αντιξοοτήτων

Όταν πια ο Κωνσταντίνος Μανάναλης διαμόρφωσε οριστικά το δόγμα που επρόκειτο να διδάξει εγκατέλειψε τη γενέτερά του κι εγκαταστάθηκε δυτικότερα στην Κίβοσσα, κοντά στην Κολωνεία του Πόντου. Το γεγονός τοποθετείται χρονικά γύρω στα 655, εποχή κατά την οποία οι Βυζαντινοί είχαν ανακτήσει τη δυτική Αρμενία (Λεμέρλ, όπ. π., σελ. 84). Άλλαξε το όνομά του σε Σιλουανός (μαθητής του αποστόλου Παύλου που είχε κηρύξει τον λόγο του Χριστού στη Μακεδονία) και για σχεδόν τριάντα χρόνια δίδαξε στην ευρύτερη περιοχή και προσηλύτισε αρκετούς, μέχρι που κάποιος Συμεών τον κατήγγειλε στις αυτοκρατορικές αρχές ως Μανιχαίο. Ο Κωνσταντίνος/ Σιλουανός δικάστηκε και εκτελέστηκε.

Ιωάννης του Οτζούν, Καθολικός της Εκκλησίας της Αρμενίας κατά τον 8ο αι. (πίνακας του 18ου αι.)

Ιωάννης του Οτζούν, Καθολικός της Εκκλησίας της Αρμενίας κατά τον 8ο αι. (πίνακας του 18ου αι.)

Τότε, όμως, συνέβη κάτι πολύ παράξενο: ο Συμεών, που είχε καταδώσει τον Κωνσταντίνο, φαίνεται πως εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την πίστη του ηγέτη των Παυλικιανών που επέστρεψε στην Κίβοσσα, ασπάσθηκε τον παυλικιανισμό κι ανακηρύχθηκε διδάσκαλος αλλάζοντας το κοσμικό του όνομα σε Τίτος. Ο Συμεών/ Τίτος παρέμεινε διδάσκαλος επί τριετία. Τότε συγκρούστηκε μαζί του ο Ιούστος, θετός γιος του Κωνσταντίνου, ο οποίος ήρθε σε συνενόηση με τον τοπικό επίσκοπο, υποσχόμενος να ασπαστεί την ορθόδοξη πίστη, και μαζί κατήγγειλαν τον Συμεών στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄. Δεδομένου ότι ο Συμεών ήταν πρωτύτερα αυτοκρατορικός αξιωματούχος, η μεταστροφή του αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως: μοιραία καταδικάστηκε και κάηκε στην πυρά μαζί με αρκετούς από τους πιστούς του (688).

Στο χρονικό σημείο εκείνο ο παυλικιανισμός κατά πάσα πιθανότητα θα έσβηνε, αν δεν βρισκόταν κάποιος πιστός, ο Παύλος ο Αρμένιος (πρόκειται για το πρόσωπο στο οποίο, κατά την πλειονότητα των σύγχρονων ιστορικών, οφείλεται η ονομασία «Παυλικιανοί»), που μαζί με τους δυο γιους του, τον Γενέσιο (Γεγνέσιο κατά τον Πέτρο Σικελιώτη) και τον Θεόδωρο, ανέλαβε την ηγεσία κι οδήγησε τους εναπομείναντες Παυλικιανούς στην Επίσπαρη, επανιδρύοντας ουσιαστικά την κοινότητα. Ο Παύλος πρέπει να ηγήθηκε της ομάδας μέχρι το 718. Στα χρόνια αυτά, ο παυλικιανισμός διαδόθηκε τόσο στα ανατολικά εδάφη του Βυζαντίου όσο και στην καθαυτό Αρμενία. Δύο τουλάχιστον Καθολικοί της Εκκλησίας της Αρμενίας αναθεμάτισαν τη σέκτα: ο Ηλίας (703-717) και ο διάδοχός του, ο Ιωάννης του Οτζούν (κατά τη σύνοδο του Ντβιν, 719).  

Β.   Δεύτερη περίοδος: η επιβίωση υπό την ευμενή ουδετερότητα των εικονομάχων

α.   Η εποχή του Τιμοθέου. Μετά τον θάνατο του Παύλου, διδάσκαλος εκλέχθηκε ο γιος του ο Γενέσιος, ο οποίος πήρε το όνομα Τιμόθεος και παρέμεινε επικεφαλής της κοινότητας για 30 χρόνια (718-748). Την εποχή εκείνη το Βυζάντιο συνταράσσεται από τη διαμάχη εικονολατρών και εικονομάχων. Η επικράτηση των δεύτερων, κατά τα χρόνια της βασιλείας του Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου (717-741), ιδίως δε μετά το 730 και την έκδοση του διατάγματος περί καταστροφής των εικόνων, θα δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την επιβίωση και τη διάδοση του παυλικιανισμού. Το σαφέστερο εξωτερικό γνώρισμα των Παυλικιανών είναι η απόρριψη της λατρείας των εικόνων, στοιχείο που καθιστά δυνατή την προσέγγιση με τις αντιλήψεις των εικονομάχων, εμφανίζοντας τους πρώτους ως δυνητικούς συμμάχους των δεύτερων.

Χρυσός σόλιδος του Λέοντος Γ΄

Χρυσός σόλιδος του Λέοντος Γ΄

Ενδεικτική της τάσης αυτής είναι κι η υπόθεση που μνημονεύει ο Σικελιώτης («Ιστορία», 114 επ.). Καθώς υπήρχαν καταγγελίες που εμφάνιζαν τον Τιμόθεο ως αιρετικό, ο αυτοκράτορας Λέων κάλεσε τον διδάσκαλο των Παυλικιανών στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να εξεταστεί η ορθοδοξία της πίστης του από τον πατριάρχη. Η μεταχείριση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από το ενδεχόμενο ο αυτοκράτορας και οι σύμβουλοί του να έκριναν ότι ίσως ο Τιμόθεος να ήταν απλώς εικονομάχος που δεχόταν επιθέσεις από τους εικονολάτρες της περιοχής του (Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 15-16). Σε κάθε περίπτωση, ο διδάσκαλος των Παυλικιανών μετέβη στη Βασιλεύουσα και πέρασε επιτυχώς τη δοκιμασία! Αυτό οφειλόταν στην ικανότητα του Τιμόθεου να ερμηνεύει αλληγορικά τα στοιχεία της ορθόδοξης πίστης που αποτέλεσαν αντικείμενο της εξέτασης, προσαρμόζοντάς τα στο δόγμα των Παυλικιανών: έτσι αντιλαμβανόταν την Παναγία ως Επουράνια Ιερουσαλήμ, τη βάπτιση ως λόγο του Κυρίου, ο οποίος επισήμαινε ότι «Εγώ ειμί το ύδωρ το ζων», τη μετάληψη ως τη διδασκαλία του Ιησού κ.ο.κ.

«Ως είδεν αυτόν ο Πατριάρχης, λέγει αυτώ· “διά τί ηρνήσω την ορθόδοξον πίστιν;” ο δε λέγει ανάθεμα τον αρνησάμενον την ορθόδοξον πίστιν· έλεγε δε ορθόδοξον πίστιν την οικείαν αίρεσιν» («Ιστορία», 115).

Θα ήταν, βεβαίως, αφελές να δεχθούμε ότι η αθώωση του Τιμοθέου (τον οποίο ο Σικελιώτης αποκαλεί με πρόθεση να τον μειώσει «Θυμόθεο») οφειλόταν αποκλειστικά στην πανουργία του. Εάν ο αυτοκράτορας (και, κατά συνέπεια, ο πατριάρχης) είχε την πρόθεση να διενεργηθεί στοιχειώδης έρευνα, η αίρεση του Παυλικιανού ηγέτη θα αποκαλυπτόταν πολύ γρήγορα. Στην πραγματικότητα, ο Λέων δεν είχε τη διάθεση να καταδικάσει ένα δυνάμει σύμμαχο κατά των εικονολατρών. Για αυτόν τον λόγο ο Τιμόθεος αθωώθηκε πανηγυρικά και επέστρεψε στην Επίσπαρη εφοδιασμένος με βασιλικό σιγίλλιο, ώστε κανείς να μην τον ενοχλήσει στο ταξίδι του.

Οι συνθήκες αυτές ευνοήσαν την περαιτέρω διάδοση του παυλικιανισμού. Ο ίδιος ο Τιμόθεος μετέφερε κάποια στιγμή την έδρα της κοινότητας στη Μανάναλη όπου και ίδρυσε την «Εκκλησία της Αχαΐας» (η μετακίνηση αυτή πρέπει να οφειλόταν σε λόγους ασφάλειας και να τοποθετείται στο διάστημα μετά τον θάνατο του Λέοντος, όταν είχε σφετεριστεί την εξουσία ο Αρτάβασδος, στρατηγός του Θέματος Αρμενιακών, ο οποίος ήταν μεν Αρμένιος στην καταγωγή πλην όμως εκονολάτρης). Όταν ο Τιμόθεος πέθανε το 748, η εξάπλωση του δόγματός του βρισκόταν πιθανώς στο απόγειο.

β.   Μεταξύ Αρμενίας και Βυζαντίου. Η συνέχεια της ιστορίας της κοινότητας φαίνεται να καθορίζεται από τα μεγάλα γεγονότα που συγκλονίζουν τις δύο αυτοκρατορίες της εποχής. Στα μέσα του 8ου αιώνα, η εξουσία αλλάζει χέρια στο χαλιφάτο, περνώντας στη δυναστεία των Αββασιδών. Το γεγονός προκαλεί αναταραχή με συνέπεια να ατονήσει ο έλεγχος στις μεθοριακές περιοχές του Ισλάμ: αυτό επιτρέπει αφενός μεν την πρόσκαιρη ανεξαρτητοποίηση της Αρμενίας, αφετέρου δε την εισβολή των δυνάμεων του Βυζαντίου στα εδάφη αυτά. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ φτάνει μέχρι τη Θεοδοσιούπολη (751). Επιστρέφοντας παίρνει μαζί του όσους χριστιανούς επιθυμούσαν να εγκατασταθούν στα εδάφη του Βυζαντίου. Ανάμεσά τους είναι κι αρκετοί Παυλικιανοί, τους οποίους οι αυτοκρατορικές αρχές στέλνουν στη Θράκη για να ενισχυθεί ο πληθυσμός περιοχών που είχαν πληγεί από τη μεγάλη επιδημία πανώλης του 748.

Γύρω στα 770, οι Αββασίδες αποκαθιστούν τον έλεγχο του Ισλάμ στο μεγαλύτερο μέρος της Αρμενίας. Οι συνθήκες γίνονται πιο δύσκολες για τους Παυλικιανούς, η κοινότητα των οποίων ταλαιπωρείται από σχίσμα: μετά τον θάνατο του Τιμοθέου ο θώκος του διδασκάλου έχει δύο διεκδικητές, τον φυσικό γιο του Τιμοθέου, τον Ζαχαρία, και τον θετό, τον Ιωσήφ. Και οι δύο αρχηγοί, πάντως, συμφωνούν ότι η παυλικιανή κοινότητα πρέπει να επιστρέψει στα εδάφη που ελέγχονται από το Βυζάντιο (772). Ο Ζαχαρίας θα αποτύχει στην προσπάθειά του να ξεφύγει και τα ίχνη του θα χαθούν. Αντιθέτως, ο Ιωσήφ θα κατορθώσει να ξεφύγει από τις συνοριακές περιπόλους των Αράβων και θα εγκατασταθεί με τους πιστούς του στην παλαιά έδρα των Παυλικιανών, την Επίσπαρη. Αδιαφιλονίκητος πλέον διδάσκαλος, θα αλλάξει το όνομά του σε Επαφρόδιτος. Για λόγους προφύλαξης, θα μετακινηθεί αργότερα εκ νέου και θα εγκατασταθεί δυτικότερα, στην Αντιόχεια της Πισιδίας, όπου θα ιδρύσει την «Εκκλησία των Φιλίππων».

Διάδοχος του Ιωσήφ/ Επαφρόδιτου υπήρξε ο Αρμένιος Βαάνης, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως συνέκδημός του στην Αντιόχεια. Λίγο πριν το έτος 800, η εξουσία του αμφισβητήθηκε από τον Σέργιο, έναν Έλληνα ορθόδοξο από τη Γαλατία για τον οποίο έλεγαν ότι τον είχε προσηλυτίσει η Παυλικιανή ερωμένη του. Φαίνεται πως οι περισσότεροι Παυλικιανοί υποστήριξαν τον Σέργιο, ο οποίος εξελέγη διδάσκαλος με το όνομα Τυχικός. Η άνοδός του συμπίπτει χρονικά με τη βασιλεία της Ειρήνης της Αθηναίας, η οποία αποκατέστησε (προσωρινά) τη λατρεία των εικόνων. Η δυσμενής μεταβολή των πολιτικών συνθηκών στην αυτοκρατορία, υποχρέωσε τον Σέργιο/ Τυχικό να μετακινηθεί προς τα ανατολικά, μεταφέροντας την έδρα του στο Κυνοχώριο της Νεοκαισάρειας.

γ.   Το τέλος της ευνοϊκής συγκυρίας. Η επιδείνωση ήταν, όμως, οριστική, παρά την επάνοδο των εικονομάχων στην εξουσία. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος (806-815) ήταν βέβαιος για την αιρετική φύση της πίστης των Παυλικιανών, τους οποίους θεωρούσε επιπροσθέτως και επικίνδυνους από πολιτική άποψη: κατόρθωσε να πείσει τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ (811-813) να κηρύξει τους Παυλικιανούς αιρετικούς που πρέπει να τιμωρούνται με θάνατο. Η νομοθεσία αυτή δεν άλλαξε στα χρόνια του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄, ο οποίος ως Αρμένιος στην καταγωγή μάλλον γνώριζε καλά τον αιρετικό χαρακτήρα του παυλικιανισμού. Εν μέσω διωγμών και ταραχών, οι Παυλικιανοί αναγκάζονται να βρουν καταφύγιο στα εδάφη του μουσουλμάνου εμίρη της Μελιτηνής, στην Αργκαούν. Εκεί θα εγκατασταθεί και ο διδάσκαλος Σέργιος/ Τυχικός έως το 834-835, οπότε και δολοφονήθηκε από κάποιον φανατικό ορθόδοξο.

Το 842 πεθαίνει ο αυτοκράτορας Θεόφιλος και την αντιβασιλεία αναλαμβάνει η χήρα του, η Θεοδώρα, μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους, του μετέπειτα Μιχαήλ Γ΄. Η Θεοδώρα είναι φανατική εικονολάτρισσα: το 843 συγκαλεί σύνοδο στην οποία αποφασίζεται η αποκατάσταση της λατρείας των εικόνων. Η αυτοκράτειρα και ο πατριάρχης Μεθόδιος Α΄ αποφασίζουν να ξεριζώσουν όλες τις αιρέσεις από την επικράτεια της αυτοκρατορίας. Οι Παυλικιανοί αποτελούν τον κύριο στόχο της εκστρατείας. Οι διωγμοί είναι ανηλεείς. Χιλιάδες άνθρωποι εκτελούνται (με κάποια δόση υπερβολής γίνεται λόγος για 100.000 νεκρούς).

Ανάμεσα στα θύματα του μεγάλου διωγμού είναι κι ο πατέρας του Καρβέα, ενός αξιωματούχου που υπηρετεί ως πρωτομανδάτορας στο επιτελείο του στρατηγού του Θέματος Ανατολικών. Ο Καρβέας στασιάζει, συγκεντρώνει κάποιες χιλιάδες πιστούς Παυλικιανούς και καταφεύγει στην Αργκαούν προσφέροντας τις στρατιωτικές υπηρεσίες του στον εμίρη της Μελιτηνής (844).   

Γ.   Τρίτη περίοδος: το στρατιωτικό κράτος των Παυλικιανών

α.   Η ηγεσία του Καρβέα. Αναγκασμένοι να πολεμήσουν για να επιβιώσουν και υπό τη χαρισματική ηγεσία του Καρβέα, οι Παυλικιανοί συγκροτούν ένα σχεδόν ανεξάρτητο στρατιωτικό κράτος στην περιοχή του Ευφράτη, στα σύνορα Βυζαντίου και Ισλάμ. Προσπαθούν να πλήξουν το Βυζάντιο με κάθε τρόπο, με οργανωμένες επιδρομές ή ανταρτοπόλεμο. Το 844 οι Παυλικιανοί της Κολωνείας κατορθώνουν να απαγάγουν τον στρατηγό του Θέματος Αρμενιακών και να τον στείλουν στον Καρβέα στην Αργκαούν. Κάποια στιγμή μετά το 850, ο Καρβέας μεταφέρει την έδρα των Παυλικιανών στο φρούριο της Τεφρικής, κοντά στη Σεβάστεια, προκειμένου να ανεξαρτητοποιηθεί από τον ενοχλητικό έλεγχο του εμίρη της Μελιτηνής. Στην Τεφρική εγκαθίστανται πολλοί από τους διωκόμενους Παυλικιανούς του Βυζαντίου. Ο Καρβέας είναι ο αδιαφιλονίκητος στρατιωτικός ηγέτης, ενώ τη θρησκευτική εξουσία την ασκούν ο Βασίλειος κι ο Ζώσιμος, δύο από τους συνέκδημους του τελευταίου διδασκάλου, του Σεργίου.

Άποψη της Τεφρικής/ Divriği

Άποψη της Τεφρικής/ Divriği

Από κοινού με τις δυνάμεις του Ισλάμ, ο Καρβέας επιτίθεται διαρκώς στα εδάφη του Βυζαντίου. Το 860 μαζί με τον εμίρη Ομάρ Αλ Ακτά της Μελιτηνής εισχωρεί στη Μικρά Ασία λεηλατώντας και καταστρέφοντας, για να επιστρέψει στη βάση του με πλούσια λάφυρα. Το καλοκαίρι του 863 οι σύμμαχοι θέτουν σε εφαρμογή ένα ακόμη πιο φιλόδοξο σχέδιο. Υποστηριζόμενοι από τον στρατηγό των Αββασιδών Τζαφάρ ιμπν Ντινάρ Αλ Χαγιάτ και τον Αλί, εμίρη της Ταρσού, περνούν τις Κιλικίες Πύλες και εισβάλλουν στην Καππαδοκία. Οι δυνάμεις Αράβων και Παυλικιανών θα συναντήσουν τον στρατό του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ κοντά στη Μαλακοπέα, βορείως της Ναζιανζού. Η μάχη δεν θα αναδείξει νικητή. Παρά τις σοβαρές απώλειες, όμως, η στρατιά του Ομάρ και του Καρβέα θα συνεχίσει την εκστρατεία της κινούμενη προς τα βόρεια. Διασχίζοντας το Θέμα Αρμενιακών θα φτάσει ως τις ακτές του Ευξείνου Πόντου και θα καταλάβει και θα λεηλατήσει την Αμισό.

«αὖθις ἐκστρατεύσας ὁ Ἄμερ σύν τεσσαράκοντα χιλιάσι στρατοῦ ὁμοῦ μέν τήν Ἀρμενιακήν ὁμοῦ δέ καί τήν πρός θάλασσαν Ἀμισόν ἐξεπόρθει τε καί κατεδουλαγώγει τῇ τοῦ κωλύοντος ἐρημίᾳ»  (Συνεχιστής της Χρονογραφίας του Θεοφάνους του Ομολογητού «Οι μετά Θεοφάνην», Δ΄, 25).

Μια τέτοια προσβολή δεν μπορούσε να μείνει δίχως απάντηση. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ διέταξε αμέσως να συγκροτηθούν τρεις στρατιές: η «βόρεια», περιελάμβανε τις στρατιωτικές δυνάμεις των θεμάτων Αρμενιακών, Κολωνείας, Παφλαγονίας και Βουκελλαρίων, η «νότια», αποτελούμενη από τον στρατό των θεμάτων Ανατολικών, Οψικίου και Καππαδοκίας, και η «δυτική» καθοδηγούμενη από τον Δομέστιχο των Σχολών Πετρωνά, η οποία απαρτιζόταν από τις δυνάμεις των θεμάτων Θράκης, Θρακησίων και Μακεδονίας, καθώς και από τα αυτοκρατορικά τάγματα της Βασιλεύουσας. Οι δυνάμεις αυτές κατάφεραν να συναντηθούν στις 2 Σεπτεμβρίου 863 στον Πόσωνα, κοντά στις ακτές του ποταμού Λαλακάοντα (πιθανώς παραπόταμου του Άλυ), περικυκλώνοντας τις υποδεέστερες δυνάμεις του Ομάρ και του Καρβέα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι Βυζαντινοί επιτέθηκαν και κατέλαβαν ένα ύψωμα από το οποίο μπορούσαν να ελέγξουν τη μοναδική οδό διαφυγής που διέθεταν οι αντίπαλοί τους. Την επομένη, ο Ομάρ επιχείρησε να τα παίξει όλα για όλα κι επιτέθηκε στις δυνάμεις του Πετρωνά προσπαθώντας να τις διασπάσει. Το κέντρο του βυζαντινού στρατού αντιστάθηκε με επιτυχία, ενώ οι δύο πτέρυγές του περικύκλωσαν τους Άραβες και τους Παυλικιανούς, οι οποίοι συνετρίβησαν. Στο πεδίο της μάχης έπεσε νεκρός ο εμίρης Ομάρ και (πιθανότατα) ο ίδιος ο Καρβέας. Η Μάχη του Λαλακάοντος ήταν καθοριστική, καθώς σηματοδοτεί την οριστική εξουδετέρωση της αραβικής απειλής. Τη σπουδαιότητά της απηχούν, άλλωστε, και πολλά από τα ακριτικά έπη (ιδίως το Άσμα του Αρμούρη).

Η Μάχη του Λαλακάοντος (από το Χρονικόν του Ι. Σκυλίτση)

Η Μάχη του Λαλακάοντος (από το Χρονικόν του Ι. Σκυλίτση)

β.   Από τον Λαλακάοντα στον Βαθυρύακα. Ωστόσο, η απειλή των Παυλικιανών εξακολουθούσε να υφίσταται. Πρέπει, βεβαίως, να επισημανθεί ότι το Βυζάντιο δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευτεί όπως θα έπρεπε και θα μπορούσε τον στρατιωτικό θρίαμβό του διότι εκτός των άλλων η αυτοκρατορική εξουσία άλλαξε χέρια. Το 867 ο Μιχαήλ δολοφονήθηκε από τον έμπιστο φίλο του (και πρώην παρακοιμώμενό του) Βασίλειο, τον ιδρυτή της λεγόμενης Μακεδονικής Δυναστείας (ο Βασίλειος ήταν στην πραγματικότητα αρμενικής καταγωγής). Η δυναστική μεταβολή καθυστέρησε μοιραία την υλοποίηση των όποιων στρατιωτικών σχεδίων.

Πίσω στην Τεφρική, τον Καρβέα διαδέχτηκε ο ανεψιός και γαμπρός του, ο Χρυσόχειρ. Ο νέος ηγέτης των Παυλικιανών θα αποδεικνυόταν αντάξιος του προκατόχου του σε στρατιωτική ικανότητα. Τη χρονιά της ανόδου του Βασιλείου στον αυτοκρατορικό θρόνο, οργάνωσε μια μεγάλη επιδρομή φτάνοντας ως τις ακτές του Αιγαίου. Λεηλατήθηκαν η Έφεσσος, αλλά και η Νικομήδεια και η Νίκαια. Οι Παυλικιανοί βρισκόταν μια ανάσα από τη Βασιλεύουσα.

Βασίλειος Α΄ έφιππος (Χρονικόν Ι. Σκυλίτση)

Βασίλειος Α΄ έφιππος (Χρονικόν Ι. Σκυλίτση)

Ο Βασίλειος θα πρέπει να συνειδητοποίησε ότι η υπόθεση των Παυλικιανών δεν ήταν καθόλου απλή. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να εντάξουμε και την προσπάθεια διπλωματικής προσέγγισης (869-870) με την αποστολή, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Πέτρος ο Σικελιώτης. Τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης δεν ήταν ίσως εντυπωσιακά (ανταλλαγή αιχμαλώτων), αλλά μπορούμε ευλόγως να υποθέσουμε ότι σε επίπεδο συλλογής πληροφοριών η παραμονή του ηγουμένου από τη Σικελία πρέπει να αποδείχτηκε πολύτιμη.

Την άνοιξη του 871, ο ίδιος ο αυτοκράτορας τέθηκε επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος κι επιχείρησε να καταλύσει την ηγεμονία της Τεφρικής. Ηττήθηκε κατά κράτος κι επέστρεψε κακήν κακώς στην Κωνσταντινούπολη. Η επιτυχία αυτή των Παυλικιανών εδραίωσε τη βεβαιότητά τους ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις δυνάμεις του Βυζαντίου. Την επόμενη χρονιά, ο Χρυσόχειρ ξεκίνησε νέα σειρά επιδρομών, εισχωρώντας στα εδάφη της Γαλατίας και φτάνοντας μέχρι την Άγκυρα. Εξοργισμένος ο Βασίλειος έστειλε εναντίον των Παυλικιανών μεγάλο στράτευμα με επικεφαλής τον τότε Δομέστιχο των Σχολών, Χριστόφορο. Ο Χρυσόχειρ απέφυγε να συγκρουσθεί με τον εχθρό και υποχώρησε προς την Τεφρική. Στρατοπέδευσε αρχικά στις Αγρανές, ενώ οι Βυζαντινοί βρίσκονταν αρκετά κοντά του, στο Σίβορο. Στη συνέχεια κινήθηκε προς το πέρασμα που ονομαζόταν Βαθυρύαξ, δυτικά της Σεβάστειας. Ο Χριστόφορος έστειλε τότε ως εμπροσθοφυλακή τους στρατηγούς των θεμάτων Αρμενιακών και Χαρσιανών, με αποστολή να ανιχνεύσουν τις προθέσεις του εχθρού. Η εμπροσθοφυλακή αυτή κατόρθωσε να καταλάβει ένα δασωμένο λόφο απ’ όπου μπορούσε να κατοπτεύει το σημείο που είχαν στρατοπεδεύσει οι Παυλικιανοί. Αντιλαμβανόμενοι την ευνοϊκή θέση και συγκυρία, οι δύο στρατηγοί αποφάσισαν να αψηφήσουν τις διαταγές του Χριστόφορου και να επιτεθούν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η επίθεσή τους αιφνιδίασε τόσο πολύ τους Παυλικιανούς και τους προκάλεσε τέτοιο πανικό που τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Ταυτόχρονα έφτασε και το κυρίως σώμα του βυζαντινού στρατού υπό τον Χριστόφορο, μετατρέποντας την καταδίωξη σε σφαγή. Μεταξύ των θυμάτων της Μάχης του Βαθυρύακος ήταν κι ο ίδιος ο Χρυσόχειρ, ο οποίος συνελήφθη κι εκτελέστηκε. Το κεφάλι του στάλθηκε ως δώρο στον αυτοκράτορα Βασίλειο.

Χρυσός σόλιδος του Βασιλείου Α΄

Χρυσός σόλιδος του Βασιλείου Α΄

Ο Βαθυρύαξ σηματοδοτεί το ουσιαστικό τέλος της στρατιωτικής δύναμης των Παυλικιανών. Τη νίκη ακολούθησε κι η κατάληψη της πρωτεύουσας Τεφρικής. Λόγω της ασάφειας των βυζαντινών πηγών υπάρχει διχογνωμία ως προς τη χρονολόγηση των γεγονότων του τέλους των Παυλικιανών, Ορισμένοι τοποθετούν τη μάχη και την κατάκτηση της Τεφρικής την ίδια χρονιά, δηλαδή το 878 (Nina G. Garsoïan, «The Paulician Heresy: A Study of the Origin and Development of Paulicianism in Armenia and the Eastern Provinces of the Byzantine Empire», Mouton, Χάγη, 1967, σελ. 128). Η κρατούσα γνώμη, όμως, είναι αυτή του Πωλ Λεμέρλ: η Μάχη του Βαθυρύακος δόθηκε το 872, αλλά η οχυρή πρωτεύουσα των Παυλικιανών καταλήφθηκε μερικά χρόνια αργότερα. Συγκεκριμένα, η Τεφρική παραδόθηκε στους Βυζαντινούς το 878, επειδή εκτός των άλλων τα τείχη κι οι οχυρώσεις της είχαν υποστεί εκτεταμένες ζημιές από σεισμό (Λεμέρλ όπ. π., σελ. 104-108).

γ.   Επίλογος: η επιβίωση του παυλικιανισμού μετά την πτώση της Τεφρικής. Μετά την κατάληψη της Τεφρικής, οι Βυζαντινοί ενήργησαν με εξαιρετικά οξύ πολιτικό ρεαλισμό. Δεν προέβησαν σε διωγμούς, αλλά αντίθεται στρατολόγησαν πολλούς από τους μέχρι πρότινος αντιπάλους τους στις αυτοκρατορικές δυνάμεις. Η αυτοκρατορία, άλλωστε, είχε πολλά μέτωπα ανοιχτά για να μην ενδιαφερθεί για αυτούς τους αποδεδειγμένα επίλεκτους πολεμιστές. Συναντούμε έτσι στρατιωτικά σώματα Παυλικιανών να μάχονται για λογαριασμό του Βυζαντίου σε διάφορες εκστρατείες: το 885 στην Απουλία υπό τον Νικηφόρο Φωκά τον πρεσβύτερο, το 1038-1041 υπό τον Γεώργιο Μανιάκη στη Σικελία κατά των Αράβων και μετέπειτα στην ηπειρωτική νότια Ιταλία κατά των Νορμανδών. Το 1081 ο Αλέξιος Κομνηνός στρατολογεί περίπου 3.000 Παυλικιανούς για να αποκρούσουν τη νορμανδική επίθεση στο Δυρράχιο.

Παράλληλα, κοινότητες Παυλικιανών μεταφέρονται κατόπιν αυτοκρατορικών διαταγών σε διάφορες περιοχές του Βυζαντίου, για λόγους τόσο δημογραφικούς όσο και πολιτικούς (ορισμένοι πιστεύουν ότι οι Παυλικιανοί θα είναι λιγότερο επικίνδυνοι μακριά από το φυσικό τους περιβάλλον): προς τα τέλη του 10ου αιώνα, μεγάλος αριθμός Παυλικιανών εγκαθίσταται στην Φιλιππούπολη. Βεβαίως, πολλοί εξακολούθησαν να δυσπιστούν για την αξιοπιστία των Παυλικιανών. Το σύνηθες μέσο ήταν η άσκηση πίεσης ώστε να ασπαστούν την ορθοδοξία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τάσης αυτής είναι η προσπάθεια του Αλέξιου Α’ Κομνηνού να προσηλυτίσει τους Παυλικιανούς της Φιλιππούπολης (με σχετική μόνο επιτυχία).

Στην καθαυτό Αρμενία, οι Παυλικιανοί επιβίωσαν κατά τα φαινόμενα μέσω της σέκτας των Τονδρακιανών (Թոնդրակեաններ). Οι Τονδρακιανοί εμφανίστηκαν περί τα μέσα του 10ου αιώνα. Από θεολογικής άποψης, σχεδόν ταυτίζονταν με τους Παυλικιανούς: δεν λάτρευαν τον σταυρό, αρνούνταν το σύνολο των μυστηρίων, δεν αναγνώριζαν την ιεραρχία της Εκκλησίας της Αρμενίας. Η ιδιαιτερότητά τους έγκειται στο ότι συνδύαζαν τον δυϊσμό με κοινωνικά αιτήματα: υποστήριξαν τις εξεγέρσεις των Αρμένιων αγροτών και αρνούνταν την εξουσία τόσο της Εκκλησίας όσο και των αρχόντων-γαιοκτημόνων. Η δράση τους συνεχίστηκε μέχρι τα μέσα του 11ου αιώνα, όταν κι εξαφανίστηκαν υπό την πίεση εξωτερικών δυνάμεων (του Βυζαντίου που ανέκτησε πρόσκαιρα την Αρμενία και στη συνέχεια των Τούρκων).

Όσον αφορά τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, παρά τις αντιξοότητες, φαίνεται πως διάσπαρτες κοινότητες Παυλικιανών κατόρθωσαν να επιβιώσουν για πολλούς αιώνες μετά την πτώση της Τεφρικής. Οι Φράγκοι της Δ΄ Σταυροφορίας ισχυρίζονταν ότι όταν έφτασαν στη Φιλιππούπολη διαπίστωσαν ότι ολόκληρη συνοικία της πόλης κατοικούταν αποκλειστικά από Παυλικιανούς. Η τελευταία ιστορική μαρτυρία για την παρουσία των Παυλικιανών ανάγεται στα τέλη του 16ου αιώνα: ο Πέτρος Τσεντολίνι, απεσταλμένος του πάπα Γρηγόριου ΙΓ΄, αναφέρει ότι μεταξύ του Δούναβη και της Φιλιππούπολης υπήρχαν δεκαεπτά χωριά τα οποία τα κατοικούσαν Παυλικιανοί!

Ωστόσο, από τον 10ο αιώνα κι έπειτα οι αυτοκρατορικές κι εκκλησιαστικές αρχές δεν εστιάζουν πια την προσοχή τους στου Παυλικιανούς. Τη θέση τους είχε πάρει μια άλλη «αίρεση» που ακολουθούσε το δόγμα του δυϊσμού σε πιο ακραία, ίσως, μορφή. Η κοιτίδα της βρισκόταν στα Βαλκάνια, εκεί που είχαν εγκατασταθεί τόσοι Παυλικιανοί. Ήταν άραγε ο καταλύτης για τη μετάλλαξη αυτή ή απλώς συνέβαλαν στη διάδοσή της; Η απάντηση στο επόμενο μέρος…

Ψάχνοντας για μάγισσες στον Μεσαίωνα

Οκτωβρίου 28, 2013
Άλμπρεχτ Ντύρερ "Τέσσερις Μάγισσες (ή Τέσσερις Γυμνές)", 1497

Άλμπρεχτ Ντύρερ «Τέσσερις Μάγισσες (ή Τέσσερις Γυμνές)», 1497

«Στην ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει ένα κυνήγι μαγισσών. Αν θέλουν μάγισσες ας τις αναζητήσουν στον Μεσαίωνα». Με τον τρόπο αυτό απαντούσε, πριν λίγους μήνες, ιστορικός και μέλος του Κοινοβουλίου στις (κακόπιστες ως επί το πλείστον) επικρίσεις που δεχόταν, επειδή είχε επιχειρήσει να αποδομήσει κάποιον από τους μύθους που περιέχει η επίσημη εθνική αφήγηση της Ιστορίας. Καταφεύγοντας σε έναν άλλο μύθο, η ιστορικός υπέκυπτε, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί, σε ένα στερεότυπο πολύ πιο ισχυρό, μια και αφορά την πιο συκοφαντημένη ιστορική περίοδο. Αξίζει να το συζητήσουμε, εκτός των άλλων, μια και οι «Μάγισσες στον Μεσαίωνα» αποτελούν κοινό τόπο σαφώς εδραιωμένο στον δημόσιο λόγο και στη συλλογική συνείδηση.

Δεν θα ήταν, βεβαίως, δυνατό να υποστηριχθεί ότι οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας ήταν άγνωστες στις μεσαιωνικές κοινωνίες. Απαντούν, άλλωστε, σε όλες τις εποχές και σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ενώ κάποιες από αυτές ενσωματώνονται, επίσημα ή ανεπίσημα, σε θρησκείες. Όποιος όμως προσπαθήσει να μελετήσει τον Μεσαίωνα αναζητώντας ψυχώσεις και κυνήγια μαγισσών θα έχει την εντύπωση ότι διασχίζει μια έρημο και, φυσικά, θα απογοητευθεί.

Μερικές παράγραφοι σε ένα σύγγραμμα εκκλησιαστικού δικαίου των αρχών του 9ου αιώνα, όπου ο τότε επίσκοπος Ραιτίας προτείνει την επιβολή ατιμωτικών ποινών (χωρίς, πάντως, να μνημονεύει ρητώς τη θανατική ποινή) σε όσους ασχολούνται με τη μαγεία και μαγγανεία. Στοργικές συμβουλές για την καθοδήγηση των παραπλανημένων αυτών ψυχών από τον ηγούμενο Ρηγίνο της Πρυμ περίπου έναν αιώνα αργότερα. Κανένα ίχνος διωγμών, δικών και καταδικών! Είναι προφανές ότι η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την κοινωνία του Μεσαίωνα.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται ακόμη και σε εποχές κατά τις οποίες η Καθολική Εκκλησία εξαπολύει απηνείς διωγμούς κατά των αιρέσεων, έχοντας ήδη προβεί στη σύσταση της Ιεράς Εξέτασης. Στο κλασικό του σύγγραμμα «Practica officii Inquisitionis heretice pravitatis» (Τουλούζη, περ. 1323-1324), γνωστό και ως «Εγχειρίδιο του Ιεροεξεταστή», ο Βερνάρδος Γκι δεν αφιερώνει ούτε δύο σελίδες στη μαγεία, ενώ οι αναφορές στο δυϊστικό δόγμα των Καθαρών καταλαμβάνουν το μισό περίπου βιβλίο και η εξέταση της αίρεσης των Πτωχών της Λυών απαιτεί μερικές δεκάδες σελίδες.

Είναι αλήθεια ότι το γεγονός που σηματοδοτεί ποιοτική αλλαγή της στάσης της δυτικής Εκκλησίας έναντι της μαγείας είναι σχεδόν σύγχρονο με τη συγγραφή του έργου του δομινικανού ιεροεξεταστή: τον Αύγουστο του 1326, ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ (Ιάκωβος Ντιέζ της Καόρ) εκδίδει τη βούλλα «super illius specula», με την οποία οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας εξομοιώνονται με αίρεση. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι ο Ιωάννης ΚΒ΄ (στον οποίο παραδόξως κάποιοι αποδίδουν τη συγγραφή αλχημιστικών βιβλίων) είχε προσωπικούς λόγους να απεχθάνεται τη μαγεία: παραλίγο να δολοφονηθεί από τον επίσκοπο της γενέτειράς του, τον Ούγο Ζερώ, τον οποίο είχε παραπέμψει σε δίκη για οικονομικές ατασθαλίες. Μέσα στην τρέλα και τον πανικό του, ο Ζερώ δεν είχε αρκεσθεί στην προσπάθειά του να δηλητηριάσει τον ποντίφηκα, αλλά είχε καταφύγει και σε πρακτικές μαγείας, καίγοντας κέρινα ομοιώματα του αντιπάλου του!

Στην πραγματικότητα, το πιο σημαντικό είναι η αλλαγή στάσης της κοινωνίας, η οποία ανάγεται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρέλκει, ίσως, η υπόμνηση, των γεγονότων που σημάδεψαν την εποχή: μακροχρόνια οικονομική κρίση, ραγδαία επιδείνωση των κλιματολογικών συνθηκών και, κυρίως, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που ξεκληρίζει το ένα τρίτο τουλάχιστον του πληθυσμού της Ευρώπης. Είναι δύσκολο για τον σύγχρονο άνθρωπο να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο σημάδεψε τη συλλογική συνείδηση των κοινωνιών της εποχής μια συμφορά τέτοιου μεγέθους. Σε όλα αυτά ας προστεθεί και η αυξανόμενη τάση της κεντρικής εξουσίας (κρατικής και εκκλησιαστικής) για στενότερο έλεγχο των κοινωνιών, κάτι που συνεπάγεται την όλο και μεγαλύτερη χρήση μεθόδων καταστολής. Πρόκειται, όμως, για στοιχεία που δεν χαρακτηρίζουν τόσο τη φεουδαλική οργάνωση του Μεσαίωνα όσο τα κράτη κατά τους Νεότερους Χρόνους.

Οι πρώτες δίκες για μαγεία (χωρίς, πάντως, καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζης κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Ακόμη, όμως, και κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα αποτελούν περιστασιακό φαινόμενο. Η πραγματική φρενίτιδα με τη μαγεία και το κυνήγι μαγισσών αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Αναγέννησης και των Νεότερων Χρόνων! Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480: οι Γερμανοί δομινικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ (γνωστότερος ως Ινστιτόρις) και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Γάλλος νομικός Ιωάννης Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580 και ο συνάδελφός του από τη Λωρραίνη Νικόλαος Ρεμύ εκδίδει τη «Δαιμονολατρεία» του το 1592. Όσο για τον παροξυσμό των δικών μαγισσών, αυτός είναι υπόθεση του 17ου αιώνα: από την αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ μέχρι τον Νέο Κόσμο, όλοι ψάχνουν για μάγισσες! Η πασίγνωστη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ στη Μασσαχουσέττη γίνεται το 1698. Στη Γαλλία, ειδικά, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Μάλλον χρειάζεται διαστροφική φαντασία για να καταλογιστούν όλα αυτά στον άμοιρο Μεσαίωνα.

Για να είμαστε, άλλωστε, ακριβείς και δίκαιοι, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η στάση του μεσαιωνικού ανθρώπου απέναντι στη μαγεία μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη: η μαγεία αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας. Για τον συμπαθή Ρηγίνο, οι ισχυρισμοί κάποιων γυναικών για συναντήσεις με δαίμονες δεν είναι παρά «αποτελέσματα παραισθήσεων». Όσο για τον Ιωάννη του Σώλσμπρυ, επίσκοπο Σαρτρ (12ος αιώνας), αρκεί απλώς «να μη δίνει κανείς προσοχή σε τόσο αξιοθρήνητες παλαβομάρες»… Οπότε, τι να κάνουμε; Όσο κι αν αυτό δεν αρέσει σε κάποιους, οι άνθρωποι κατά τον Μεσαίωνα δεν είχαν ποτέ ως κύρια απασχόληση το κυνήγι μαγισσών!

*   Κείμενο που γράφηκε για τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 26ης-27ης Οκτωβρίου 2013.


Αρέσει σε %d bloggers: